Μπροστά στο (προ)εκλογικό 2026
Όµως, ταυτόχρονα, το 2026 θα είναι µια χρονιά σηµαντικής πολιτικής αστάθειας, άµεσα ορατής στο χώρο της κοινοβουλευτικής αντιπολίτευσης, αλλά εξίσου υπαρκτής και στο κυβερνητικό στρατόπεδο.
Μέσα στο κόµµα της ΝΔ, αλλά και στον ευρύτερο χώρο της Δεξιάς, κυκλοφορούν πλέον σενάρια που αρχίζουν από την πρόβλεψη ότι ο Μητσοτάκης θα χάσει σύντοµα τον έλεγχο των πολιτικών εξελίξεων και δεν θα κατορθώσει να ολοκληρώσει ως πρωθυπουργός το 2026, φωνές που υποστηρίζουν την αλλαγή ηγεσίας της ΝΔ πριν τις επόµενες εκλογές, ή και εκτιµήσεις που θεωρούν βέβαιη την κατάρρευση της στρατηγικής της αυτοδυναµίας της Δεξιάς στις εκλογές του 2027 και ζητούν από τώρα «πρωτοβουλίες» προετοιµασίας της πολιτικής απάντησης στη διαπίστωση ότι «η χώρα έχει καταστεί µη-διακυβερνήσιµη».
Στον κορµό των στελεχών της Δεξιάς, στη θέση της προηγούµενης αυτοπεποίθησης, έχει εγκατασταθεί η απαισιοδοξία. Και δικαιολογηµένα. Οι µεγάλες λαϊκές κινητοποιήσεις για το έγκληµα στα Τέµπη, έφεραν στην επιφάνεια τη ραγδαία δηµοσκοπική υποχώρηση, σε κάθε έκτοτε µέτρηση της πραγµατικής εκλογικής επιρροής της ΝΔ. Το αποκρουστικό σκάνδαλο στον ΟΠΕΚΕΠΕ επιτάχυνε το φαινόµενο και το µετέτρεψε από «δηµοσκοπικό» σε άµεσα πολιτικό: η κυβέρνηση δεν µπόρεσε και δεν µπορεί να αντιµετωπίσει τις κινητοποιήσεις των αγροτών, ούτε µε τη µέθοδο της καταστολής, ούτε µε τη µέθοδο του «διαίρει και βασίλευε».
Αξίζει να σηµειωθεί ότι αυτές οι δοκιµασίες θα έχουν συνέχεια. Μια νέα ευρωπαϊκή δικογραφία για τον ΟΠΕΚΕΠΕ µπορεί να αποδειχθεί µοιραίο «τράνταγµα» για την κυβέρνηση. Η εν εξελίξει δίκη για τις παρακολουθήσεις από την ΕΥΠ και τον «συνεταιρισµό» Μαξίµου-Krikel-Intellexa, φέρνει στην επιφάνεια επικίνδυνα πολιτικά στοιχεία, που µειώνουν δραστικά (αν δεν εκµηδενίζουν) τις δυνατότητες του Μητσοτάκη να αναζητήσει κυβερνητικές συµµαχίες προς τα αριστερά της ΝΔ. Η αναµενόµενη δίκη για τα Τέµπη θα έχει εκρηκτικό περιεχόµενο και εν πολλοίς απρόβλεπτες συνέπειες.
Όµως τα σκάνδαλα είναι απλώς η κορυφή του παγόβουνου. Στη βάση αυτής της πολιτικής αποδυνάµωσης βρίσκεται η αδίστακτη απληστία της νεοφιλελεύθερης στρατηγικής, που έχει οδηγήσει σε ακραία διόγκωση των κοινωνικών ανισοτήτων και αδικιών. Όταν οι πραγµατικοί άνθρωποι, σε ποσοστό που ξεπερνά το 65%, δηλώνουν ότι δεν αντέχουν άλλο να ζουν έτσι, και όταν ένα ακόµα µεγαλύτερο ποσοστό προβλέπει ότι η κατάστασή του θα επιδεινωθεί, τότε το πολιτικό κόµµα που καθοδήγησε αυτήν την εξέλιξη δύσκολα µπορεί να ελπίζει σε µακροηµέρευση της πολιτικής του πρωτοκαθεδρίας.
Πολιτικές δυσκολίες
Όλα αυτά µαζί, µειώνουν τις δυνατότητες του Μητσοτάκη για πολιτικές πρωτοβουλίες, τείνουν να εγκαταστήσουν µια συνθήκη πολιτικής παράλυσης. Οι συζητήσεις για την πιθανότητα ενός «εκλογικού αιφνιδιασµού», µε στόχο την αξιοποίηση της χειρότερης κατάστασης στην αντιπολίτευση, έχουν πάει στην άκρη λόγω των προβλέψεων για εκλογική επίδοση της ΝΔ της τάξης του 25%. Οι συζητήσεις για έναν κυβερνητικό ανασχηµατισµό «επανεκκίνησης» εξαντλούνται σε προτάσεις όπως της επιστροφής του Γεραπετρίτη στο Μαξίµου (κυρίως για να ανοίξει ο δρόµος στο υπ. Εξ. για τον διαλεκτό της Πρεσβείας, Στ. Παπασταύρου) και σε δευτερεύουσες αλλαγές στο υπουργείο Γεωργίας, δηλαδή κινήσεις που όλοι γνωρίζουν ότι δεν δηµιουργούν καµιά ιδιαίτερη δυναµική. Ανάλογα, έχουν «βαλτώσει» και οι συζητήσεις για τη διαδοχή: το τρίγωνο των πιθανών υποψηφίων (Δένδιας, Χατζηδάκης, Πιερρακάκης) δεν δηµιουργεί κάποιον πιθανό «ενθουσιασµό», ενώ κανείς από αυτούς δεν έχει ένα αυτονόητο «προβάδισµα» που θα εµπόδιζε φυγόκεντρα και κρισιακά φαινόµενα. Σε αυτήν τη βάση, ο Μητσοτάκης συνεχίζει µε το business as usual, αντιµετωπίζοντας τον κίνδυνο να χειροτερέψουν τα πράγµατα µέσα στο (προ)εκλογικό 2026. Με το φιλο-τραµπικό παράκεντρο των δηµοσιογράφων της (κάποτε…) ΝΔ, να δηλώνει χαιρέκακα ότι αν σε επόµενο γύρο δηµοσκοπήσεων το πρώτο ψηφίο στη µέτρηση της ΝΔ πέσει από το 2 στο 1 (πχ 19%), τότε αυτό θα σηµαίνει, αναγκαστικά, «άτακτες» διαδικασίες…
Τα πράγµατα είναι χειρότερα στο πεδίο της προετοιµασίας των όρων για τις πιθανότατα αναγκαίες κυβερνητικές συµµαχίες. Ο Μητσοτάκης δηλώνει ότι θα προτιµούσε «να πιεί µπύρες µε τον Ν. Ανδρουλάκη», αλλά στην πράξη υποχρεώνεται να αναθέτει στο Νικήτα Κακλαµάνη την «εξοµάλυνση» των σχέσεων µε τον… Κυριάκο Βελόπουλο. Μια προοπτική «συµµαχίας» µεταξύ της αποδυναµωµένης ΝΔ και της ακροδεξιάς-εθνικιστικής Ελληνικής Λύσης, µπορεί να εµπνέει κάποιους από τους κατοίκους της δεξιάς πολυκατοικίας, αλλά είναι εξαιρετικά αµφίβολο αν µπορεί να αποτελέσει µια κυβερνητική βάση «σταθερότητας» για τον ελληνικό καπιταλισµό στις συνθήκες που έρχονται. Και είναι σε προφανή αντίφαση µε άλλες κυβερνητικές αναζητήσεις «στηριγµάτων», όπως η προαναγγελία για την ανανέωση της θητείας του Γ. Στουρνάρα στην ηγεσία του τραπεζικού τοµέα.
Αντιπολίτευση
Η κατάσταση στην αντιπολίτευση είναι ακόµα πιο κρισιακή.
Στο ΠΑΣΟΚ, ο Ν. Ανδρουλάκης «πιέζεται» από τον Χάρη Δούκα να αποσαφηνίσει προεκλογικά τη στάση του απέναντι στο ερώτηµα των µετεκλογικών κυβερνητικών συνεργασιών µε την Μητσοτάκη, αλλά και τη ΝΔ συνολικότερα. Ταυτόχρονα, όµως, «πιέζεται» και από τους επιγόνους του Κώστα Σηµίτη προς το να αφήσει αυτές τις προοπτικές ορθάνοιχτες. Η απάντηση ενός «καλού Πασπίτη» ότι τη λύση θα δώσει το συνέδριο, είναι διαδικαστικά σωστή, αλλά πολιτικά ισοδυναµεί µε το «η µπάλα στην εξέδρα». Και όσο πλησιάζουµε στις κάλπες, αυτό θα γίνεται όλο και φανερότερο, µε τις πιθανότητες πολιτικής και εκλογικής «τιµωρίας» να αυξάνουν καθηµερινά.
Στον ΣΥΡΙΖΑ, η παράδοση της «κυβερνώσας Αριστεράς» φτάνει και τυπικά στους τίτλους του τέλους. Ο Σωκράτης Φάµελος, άλλωστε, δεν ήταν άλλο από µια «µεταβατική» ηγεσία ανάµεσα στη φαρσοκωµωδία «Στέφανος Κασελάκης» και την ολοκλήρωση των προετοιµασιών «επιστροφής» του Αλέξη Τσίπρα. Όµως ο αρχιτέκτονας της «κυβερνώσας Αριστεράς» βρίσκεται σήµερα µπροστά σε σκληρές διαπιστώσεις. Με την Ιθάκη επέλεξε να υπενθυµίσει την «κωλοτούµπα» του 2015, το Μνηµόνιο 3 και τη συµφωνία µε τους δανειστές του 2018, που σήµερα υλοποιεί ο Μητσοτάκης και πληρώνει µε αιµατηρές «θυσίες» ο κόσµος µας. Πούλησε 30-35 χιλιάδες βιβλία και το πανηγύρισε, ξεχνώντας ότι έχασε µέσα σε 8 χρόνια 1,3 εκατοµµύρια ψηφοφόρους. Τώρα βρίσκεται στη «στιγµή» να καταλάβει (;) τη διαφορά ανάµεσα σε αυτά τα τερτίπια και τις πιθανότητες να φτιάξει ξανά ένα «νέο κόµµα», χωρίς να απαντά στα ερωτήµατα µαζί µε ποιους, ενάντια σε ποιους, προς τα πού;
Το ΚΚΕ διατηρεί µε επάρκεια τις δυνάµεις του. Όµως η παλιότερη στάση του απέναντι στο ζήτηµα της επανακρατικοποίησης των σιδηροδρόµων, η επιλογή του να µείνει σε «δεύτερη ταχύτητα» σε σχέση µε τα καθήκοντα αλληλεγγύης στην Παλαιστίνη, αλλά και η πιο πρόσφατη επιλογή του να υιοθετήσει την αγριότητα της «αντι-woke» σεξιστικής επιχειρηµατολογίας, είναι προειδοποιήσεις για µια «αυτόκεντρη» πολιτική, κατά πολύ κάτω από τις ανάγκες της περιόδου.
Μέσα στο σύνολο των εξελίξεων και των µεγάλων πολιτικών ερωτηµατικών µέσα στο 2026, θα έχει σηµασία και ένα υπο-ερώτηµα: Πού, πώς και πόσο θα παραµείνει ενεργή η υπόθεση «ριζοσπαστική-αντικαπιταλιστική Αριστερά», που πήρε διαστάσεις και έθρεψε ελπίδες, εδώ και διεθνώς, στο πρώτο τέταρτο του 21ου αιώνα; Με τα καθήκοντα που σχετίζονται µε αυτό, θα κριθούµε πολλές και πολλοί στους σηµαντικές µήνες που έρχονται.
*Αναδημοσίευση από την Εργατική Αριστερά
