Με το πέρας των καταλήψεων και παρά την ψήφιση του νόμου, δε μπορούμε σε καμία περίπτωση να μιλάμε για ένα κίνημα ηττημένο.

Η επιθετικότητα της κυβερνητικής πολιτικής επανενεργοποίησε -μετά από χρόνια- τα όργανα των συλλόγων, καθιστώντας τις γενικές συνελεύσεις σημεία αναφοράς για την πολιτική αντιπαράθεση και τον καθορισμό της συνέχειας του αγώνα. Η μαζικότητα των διαδικασιών σε ορισμένους συλλόγους άγγιξε νούμερα που θύμισαν τη δυναμική της μεγαλειώδους περιόδου του 2006-07. Πανελλαδικά, η κυβερνητική παράταξη της ΔΑΠ-ΝΔΦΚ ηττήθηκε με κρότο. Παρά τις νοθείες και τις τραμπούκικες τακτικές, η ΔΑΠ ηττήθηκε ακόμα και σε συλλόγους ή και σε πόλεις (πχ. Κομοτηνή) που η πρωτοκαθεδρία της ήταν αδιαμφισβήτητη. Αυτές οι διαδικασίες σε συνδυασμό με τη μεγάλη συμμετοχή στις καταλήψεις και τη δυναμική των πορειών, ήρθαν να αμφισβητήσουν, από την πλευρά της φοιτητικής νεολαίας το 41% της Νέας Δημοκρατίας στις τελευταίες εκλογές. Αλλά και συνολικά η ακαδημαϊκή κοινότητα υποστήριξε αυτόν τον αγώνα με τις αγωνιστικές αποφάσεις της ΠΟΣΔΕΠ και τις δεκάδες ανακοινώσεις τμημάτων και ακαδημαϊκών. Οι φοιτητικοί σύλλογοι βρέθηκαν στο δρόμο και σε κοινά συντονιστικά με σχολεία, ΕΛΜΕ και άλλα εργατικά σωματεία, αγρότες, φεμινίστριες κλπ. Ο κυνισμός της νεοφιλελεύθερης πολιτικής δέχτηκε την κατακραυγή της κοινωνίας. Η έκφραση, επομένως, ενός τέτοιου ριζοσπαστισμού μόνο προάγγελος μπορεί να είναι για επόμενους αγώνες της νεολαίας και ευρύτερα. 

Ωστόσο, χρειάζεται να εξετάσουμε τα ζητήματα που κατέληξαν να απομακρύνουν το ενδεχόμενο μιας συνολικής νίκης. Αρχικά, απέναντι σε μια τόσο σφοδρή επίθεση στον δημόσιο, δωρεάν χαρακτήρα της εκπαίδευσης, είναι απαραίτητη η μέγιστη δυνατή συσπείρωση των δυνάμεων του κινήματος σε έναν ενιαίο σχεδιασμό, ικανό να αξιοποιήσει στο μέγιστο τις δυνατότητες που προσφέρονται. Επομένως, είναι καθήκον των αριστερών δυνάμεων, και ιδιαίτερα των μεγαλύτερων, να κινηθούν με όρους πολιτικής ζύμωσης που θα επιτρέψουν και τελικά θα παγιώσουν έναν ενιαίο βηματισμό. Σε επίπεδο γενικών συνελεύσεων, όπου η ΔΑΠ και η ευρύτερη δεξιά ήταν υπαρκτός κίνδυνος, τα κοινά πλαίσια της αριστεράς, συμπεριλαμβανομένου και του ΚΚΕ(!), ήταν πάγια και αποτελεσματική τακτική, η οποία κατάφερε να θέσει πανελλαδικά πάρα πολλούς συλλόγους σε αγωνιστική τροχιά και να αδρανοποιήσει τα αντιδραστικά μπλοκ. Πρέπει να σημειώσουμε ότι είναι η δεύτερη κινηματική περίοδος που το ΚΚΕ ακολουθεί τακτικές -έστω ευκαιριακής- ενότητας, με την υπόλοιπη αριστερά. Ωστόσο, η ενωτική πρακτική για ορισμένες δυνάμεις (κυρίως ΚΚΕ, ΝΑΡ) αντιμετωπίστηκε περισσότερο ως «αναγκαίο κακό» παρά ως πραγματική αναγκαιότητα, αντίληψη που χαρακτήρισε τις υπόλοιπες κινηματικές διαδικασίες (συντονιστικά, πορείες) και έγινε πια ξεκάθαρη όταν ο κίνδυνος της κυβερνητικής παράταξης και των υποστηρικτών της είχε υποχωρήσει, που η ενότητα υπονομεύθηκε και στις γενικές συνελεύσεις. Οι διαφορετικοί σχεδιασμοί που προέκυπταν από διαφορετικά συντονιστικά κατέληξαν σε ένα κλίμα ανταγωνισμού που κατέστησαν το κίνημα δυσκίνητο και οδήγησαν μέχρι και σε συγκρουσιακές αντιπαραθέσεις στο επίπεδο του δρόμου, που δυναμιτίζουν κάθε ενδεχόμενο ενιαίας συμπόρευσης, απογοητεύουν τον κόσμο και αφήνουν εκτεθειμένα συνολικά το κίνημα και την αριστερά στις δυνάμεις καταστολής και στη συκοφαντία των καθεστωτικών ΜΜΕ.

Επιπλέον, ενώ όσον αφορά τα πανεπιστήμια και ότι συνέβαινε στο εσωτερικό των συλλόγων η δυναμική ήταν στο μάξιμουμ, δεν έγινε ουσιαστική σύνδεση με την υπόλοιπη κοινωνία. Έτσι, παρά το πλούσιο πρόγραμμα των κατειλημμένων σχολών, η τηλεξεταστική και έπειτα η τηλεκπαίδευση κατάφεραν σε μεγάλο βαθμό να απομαζικοποιήσουν τις διαδικασίες. Εκτιμούμε πώς η συμπόρευση με άλλα αγωνιζόμενα κομμάτια της κοινωνίας στη βάση της νεοφιλελεύθερης επίθεσης στα δημόσια αγαθά (παιδεία, υγεία, νερό, μεταφορές κλπ), θα μπορούσε να αναζωπυρώσει την πολιτική συζήτηση, να αυξήσει τη δυναμική των κινητοποιήσεων και των διαδικασιών και να μαζικοποιήσει τα πανεπιστήμια ως σημεία συνάντησης και συνένωσης των κινημάτων. Στους τρείς μήνες της κινηματικής περιόδου, προέκυψαν τέτοιες ευκαιρίες (πχ. αγρότες, ΕΛΜΕ, Τέμπη, φεμινιστικό κίνημα) αλλά δεν αξιοποιήθηκαν με ουσιαστικό τρόπο. Υπήρξαν παραδείγματα συνάντησης, σίγουρα όσον αφορά κοινές κινητοποιήσεις, ωστόσο η συμπόρευση δεν είχε συνέχεια και δεν κατάφερε να πάρει μόνιμα χαρακτηριστικά από κοινού πάλης. Ενώ ακούστηκαν φωνές προς αυτή την αντίληψη, δεν υπήρχε η συνείδηση ότι το φοιτητικό κίνημα πρέπει να κινηθεί ενιαία προς αυτήν την κατεύθυνση. Έτσι, η απεύθυνση και η σύνδεση του φοιτητικού κινήματος με το «έξω» κατέληξε να γίνεται είτε ευκαιριακά και ως επίδειξη δύναμης (ΚΚΕ), είτε απομονωμένα από συλλόγους χωρίς πραγματική διάθεση συντονισμού (πχ. ΝΑΡ, αναρχικές ομάδες), είτε μόνο σε επίπεδο λόγου αλλά με εστίαση των δυνάμεων στο εσωτερικό των συλλόγων (ΕΑΑΚ). 

Πλέον με την «επιστροφή στην κανονικότητα» βρισκόμαστε μπροστά σε ένα τελείως διαφορετικό τοπίο στις σχολές μακριά από την αδράνεια των προηγούμενων μηνών και με πολύ πιο προοδευτικά αντανακλαστικά. Ταυτόχρονα όμως, βρισκόμαστε απέναντι και στο κρίσιμο ερώτημα του «από εδώ και πέρα» με βασικό τον προβληματισμό γύρω από την ψήφιση του νόμου. Η κυβέρνηση, παρόλο που πέρασε το νομοσχέδιο, δείχνει ακόμα να φοβάται τις κινηματικές διεργασίες. Από τα αντίποινα των χαμένων εξεταστικών, των εκκενώσεων κατειλημμένων σχολών στο ΑΠΘ με τους 49 συλληφθέντες που απειλούνται με διαγραφή και της εισόδου των ΜΑΤ/ΟΠΚΕ στο γεωπονικό της Αθήνας, μέχρι τις γελοίες ειδήσεις περί βλάβης σε πυρηνικούς αντιδραστήρες από καταληψίες,  γίνεται ξεκάθαρο ότι η κυβέρνηση δεν αρκείται στη λήξη των καταλήψεων αλλά επιδιώκει να συκοφαντήσει τις κινητοποιήσεις και να δημιουργήσει κλίμα τρομοκρατίας μέσα στα πανεπιστήμια. Παράλληλα, η επιμονή της ΔΑΠ-ΝΔΦΚ να μεταφέρει τη διεξαγωγή των φοιτητικών εκλογών όσο πιο μακριά γίνεται από τα γεγονότα του κινήματος δείχνει ξεκάθαρα πως γνωρίζουν -και φοβούνται- ότι η ριζοσπαστικοποίηση που εκφράστηκε το προηγούμενο διάστημα δεν έχει χαθεί και ότι αν αυτό αποτυπωθεί στην κάλπη θα βρεθούν αντιμέτωποι για τρίτη συνεχόμενη χρονιά με την εκλογική ήττα. 

Το επόμενο διάστημα θα βρεθούμε μπροστά στο καθήκον της διατήρησης του ριζοσπαστικού κλίματος και της ανασυγκρότησης των αριστερών δυνάμεων μέχρι την επόμενη μεγάλη μάχη. Βασική παρακαταθήκη της προηγούμενης περιόδου ήταν πώς η μέγιστη δυνατή ενότητα των αριστερών δυνάμεων είναι αυτή που καταφέρνει να κινητοποιεί πάρα πολύ κόσμο  και να απαντήσει αποτελεσματικά στον κίνδυνο της ΔΑΠ.  

Oι φετινές φοιτητικές εκλογές και η περίοδος πριν από αυτές δεν πρέπει να είναι περίοδος νηνεμίας. Οι φοιτητικοί σύλλογοι βρίσκονται μπροστά σε ανοιχτά μέτωπα από τη διεκδίκηση των εξεταστικών και τα ζητήματα φοιτητικής μέριμνας, μέχρι τη σφαγή στη Γάζα. Το κίνημα που ζήσαμε αποτελεί απόδειξη ότι έχουμε τη δύναμη να καθορίσουμε τα πράγματα, ότι έχουμε τη δύναμη να συμπαρασύρουμε κι άλλα κομμάτια της κοινωνίας σε αγωνιστική τροχιά, ότι έχουμε τη δύναμη να νικήσουμε!

*Αναδημοσίευση από την Εργατική Αριστερά

Ετικέτες