Από τους τοπικούς πολέμους, στον δεύτερο εμφύλιο και στα βαυαρικά κανόνια του Νέζερ στο Άργος

Το πρώτο μέρος εδώ

Ο εμφύλιος στη Δυτική Στερεά-Μαυροκορδάτος, Ράγκος και Καραϊσκάκης-και οι συνέπειές του.

Ο πλέον πολυκύμαντος και διαρκής εμφύλιος πόλεμος, με ψυχρά και θερμά επεισόδια υπήρξε εκείνος στη Δυτική Στερεά. Εκεί, συγκρούστηκαν οι αληπασαλήδες πρωτεργάτες του αγώνα με προεξάρχοντα τον Βαρνακιώτη, με τον φαναριώτη Μαυροκορδάτο και τον οπλαρχηγό Ράγκο, ο οποίος θα έρθει σε ένοπλη και νικηφόρα για τον ίδιο αντιπαράθεση με τον Καραϊσκάκη το καλοκαίρι του 1824. Ο πολιτικός έλεγχος του αγώνα από τον Μαυροκορδάτο και ο αρχικός προσεταιρισμός των Σουλιωτών προσφύγων στο Μεσολόγγι, που μισούσαν τους βετεράνους τζοχανταραίους του Τεπελενλή, καθώς και η τακτική των οπλαρχηγών να καταφεύγουν στα διαβόητα «καπάκια», τις συμφωνίες ανακωχής ανάμεσα σε μεμονωμένα τμήματα επαναστατημένων ατάκτων και τους τούρκους πασάδες, όταν ήθελαν να αποφύγουν τη μάχη, πρακτική που έδωσε, μεταξύ άλλων, την αφορμή στον Μαυροκορδάτο να οδηγήσει σε δίκη τον Καραϊσκάκη, με την κατηγορία του προδότη, προκειμένου να τον εξουδετερώσει, υπήρξαν οι θρυαλλίδες του πολέμου.

Ως επιστέγασμα ήρθε η ομολογημένη διεκδίκηση του αρματολικιού των Αγράφων από τουλάχιστον δυο πρώτης γραμμής αρχηγούς, όπως ο Καραϊσκάκης και ο Ράγκος, κατάσταση που εξώθησε τα πράγματα στα εμφυλιοπολεμικά άκρα. Ας σημειωθεί ότι το αρματολίκι των Αγράφων θεωρούταν το  καλύτερο και συνάμα πλουσιότερο της Ρούμελης, επειδή ήταν το μόνο που δεν υποβαλλόταν σε οθωμανική διοίκηση και σουλτανικό φόρο. Ο Καραϊσκάκης και οι πιστοί σε αυτών Ηπειρώτες και Ρουμελιώτες θα ηττηθούν σε μια σειρά από μάχες και θα καταφύγουν στο Κρανίδι και τον Κωλέττη, ακριβώς την ώρα που αυτός προετοιμάζει την εξόρμηση των κυβερνητικών στρατευμάτων στην Πελοπόννησο για να πάρει σκληρή και άγρια μορφή, ο δεύτερος εμφύλιος πόλεμος μετά τη Δεύτερη, διχαστική, Εθνοσυνέλευση στο Άστρος και τη διάσπαση ανάμεσα στην (κουντουριώτικη) κυβέρνηση στο Κρανίδι και τη (μοραΐτικη) κυβέρνηση στην Τριπολιτσά.

Ο εμφύλιος της Δυτικής Στερεάς θα έχει απόνερα. Την άνοιξη του 1826, και ενώ στο Μεσολόγγι επικρατεί το «λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί και η μάνα το ζηλεύει» μέχρι τη στιγμή της απεγνωσμένης Εξόδου, ο Καραϊσκάκης θα έχει την αρχηγία των στρατευμάτων που παρενοχλούν τις εφοδιοπομπές και τα μετόπισθεν του Κιουταχή και του Ιμπραήμ. Όμως, το βράδυ της Εξόδου και ενώ έχουν σταλεί μηνύματα για να χτυπήσει ο γιός της καλογριάς τους Τούρκους στα νώτα, προκειμένου να αποπροσανατολιστούν οι τουρκοαιγύπτιοι πολιορκητές και να διευκολυνθεί η Έξοδος των απελπισμένων πολιορκημένων, εκείνος δεν θα το πράξει, καθώς όσοι Σουλιώτες και Μεσολογγίτες θα κατορθώσουν να διασωθούν, θα τον βρουν στη σκηνή του, κλινήρη και εμπύρετο, εξαιτίας του χτικιού (φυματίωσης) που τον ταλαιπωρεί από τα παιδικάτα του. Το στίγμα και η βαριά σκιά των υποψιών πως ο γύφτος είχε αδρανήσει εσκεμμένα, θα ακολουθούν τον σεϊτανόμουλο στρατηλάτη της Αράχωβας και του Διστόμου, έως τη δολοφονία του στο Φάληρο, τον Απρίλη του 1827, όταν η «φίλια» βολή, που θα τον στείλει μέρες μετά, στον τάφο, θα τον βρει ανάμεσα στους ιππείς του, ακριβώς στο σημείο που σήμερα βρίσκεται το έφιππο άγαλμα του, έξω από το ομώνυμο γήπεδο, έδρα του ΟΣΦΠ.

Με τον Καραϊσκάκη νεκρό, Κόχραν (ο... Σκόμπυ της επανάστασης!) και Μαυροκορδάτος εφαρμόζουν το αυτοκτονικό σχέδιο απόβασης και εφόρμησης προς τη Ακρόπολη, το οποίο οδηγεί στην καταστροφή του Ανάλατου και τη σφαγή χιλιάδων επαναστατών που έτρεχαν να ανέβουν στην Ακρόπολη, δελεασμένοι από τις λίρες που είχε τάξει ο άγγλος τυχοδιώκτης, σε εκείνους που θα έσπαγαν πρώτοι τον τουρκικό κλοιό της πολιορκίας και τελικά βρέθηκαν διαλυμένοι και αποκεφαλισμένοι από τους σπαχήδες του Κιουταχή.

Ο δεύτερος εμφύλιος πόλεμος και ο ουσιαστικός ενταφιασμός της επανάστασης.

Στα 1824, το βαθύ πολιτικό ρήγμα ανάμεσα στην κυβερνητική πλευρά και τους Μοραΐτες που έχουν τεθεί εκτός των πολιτικών και στρατιωτικών σχημάτων εξουσίας παίρνει πολεμικές και αιματηρές διαστάσεις. Η «συναστρία» Μαυροκορδάτου, Κουντουριώτηδων και Κωλέττη εξαπολύει τα ρουμελιώτικα τάγματα εναντίον των Πελοποννήσιων, στρατός που καθοδηγείται πολιτικά από τον αληπασαλή Κωλέττη και στρατιωτικά από τον Γκούρα, τον Μακρυγιάννη και τον Καραϊσκάκη. Οκτώ χιλιάδες Ρουμελιώτες, νησιώτες, Θεσσαλοί και Μακεδόνες κυβερνητικοί ένοπλοι, ο μεγαλύτερος στρατιωτικός σχηματισμός που έχει συγκεντρωθεί έως εκείνη τη στιγμή, όχι για να αντιμετωπίσει τους Τούρκους, αλλά τους Πελοποννήσιους, στο σύνολό τους.

Αυτό που συντελείται στην Πελοπόννησο από το καλοκαίρι του 1824 έως τον Φλεβάρη του 1825, όταν κατά τα άλλα αποβιβάζεται και ο Ιμπραήμ στη Μεθώνη, δεν έχει προηγούμενο ούτε επόμενο.

Ο σύγχρονος των γεγονότων Κασομούλης γράφει... αποσιωπώντας : «Ο κάλαμος του ιστορικού ας μη γράψει τα περί του πολέμου τούτου συμβεβηκότα και ας παραδοθεί εις την λήθιν η αναμέτρησις αύτη».

Το αίμα, όμως βοά.

Η Βοστίτσα, έδρα του Λόντου, ισοπεδώνεται. Η Κερπινή, έδρα του Ζαΐμη, παραδίδεται στις φλόγες. Η Γαστούνη, έδρα του Σισίνη, ξεθεμελιώνεται στην κυριολεξία. Οι Ρουμελιώτες δεν αφήνουν πέτρα πάνω στην πέτρα. Τα «σκουτιά και τα τζιβαερικά της Ζαΐμαινας» καταλήγουν θησαυρός της Γκούραινας στην Ακρόπολη, όπου λίγους μήνες μετά θα εκτελεστεί και ο Ανδρούτσος από το παλιό του πρωτοπαλίκαρο που έχει γίνει πρόσκαιρα ο αγαπημένος οπλαρχηγός του Μαυροκορδάτου.

Στη Γαστούνη, οι πιστοί στον Σισίνη χωρικοί δέρνονται ανηλεώς έως ότου φανερώσουν το... χαβιάρι και τις... αηδονόγλωσσες που υποτίθεται ότι τρώνε οι πλούσιοι Μοραΐτες ανεξαρτήτως κοινωνικής τάξης. Εκεί επίσης θα αποκαλυφθεί και η βασική πηγή πλούτου του ηλείου προεστού - ένα παραχαρακτήριο ευρωπαϊκών νομισμάτων, κρυμμένο στο ιπποφορβείο που διατηρούσε.

Οι νεκροί και οι τραυματίες από τη ρουμελιώτικη λαίλαπα ξεπερνούν τους 15.000 και άλλοι τόσοι είναι οι αιχμάλωτοι και οι κρατούμενοι, ενώ υπερδιπλάσιοι είναι οι καταδιωκόμενοι σε έναν Μοριά που προεπαναστατικά είχε περίπου 400.000 χριστιανικό πληθυσμό.

Ο Μακρυγιάννης διασχίζει την Ηλεία με 3.000 κυβερνητικούς και πολιορκεί και καταλαμβάνει διαδοχικά τη Ζούρτσα (Φιγαλεία) και την Αρκαδιά (Κυπαρισσία). Εκεί και ενώ το στράτευμα ξεκουράζεται λεηλατώντας το βιός των κατοίκων της Τριφυλλίας, θα καταφθάσουν τα πρώτα μαντάτα πως ένας συνασπισμένος τουρκοαιγυπτιακός στόλος επιχειρεί να κάνει το μέχρι τότε αδιανόητο : Να αποβιβάσει μέσα σε έντονη θαλασσοταραχή στρατό στη Μεθώνη, κάστρο που ελέγχουν ακόμη οι Οθωμανοί. Ο Μακρυγιάννης θα αγνοήσει επιδεικτικά τις εκκλήσεις των Μεσσήνιων και της φρουράς στο Νιόκαστρο, υποστηρίζοντας ότι σε δυο μέρες θα έριχνε στη θάλασσα τους «στραβαράπηδες». Όταν όμως οι... στραβαράπηδες απέκτησαν προγεφύρωμα και ο Ιμπραήμ διέταξε τη γοργή προέλασή τους προς το Νιόκαστρο και τη Σφακτηρία, ο Μακρυγιάννης θα χάσει τα αβγά και τα καλάθια μπροστά στις ξιφολόγχες του τακτικού στρατού των Αιγυπτίων που έχει εκπαιδευτεί και καθοδηγείται από Γάλλους, Ιταλούς και Πολωνούς εξωμότες αξιωματικούς, βετεράνους των ναπολεόντειων πολέμων. Θα ακολουθήσουν οι σφαγές, οι διώξεις και οι διαδοχικές και συντριπτικές ήττες στο Νιόκαστρο, το Κρεμμύδι και το Μανιάκι, όπου ο Παπαφλέσσας θα καθαγιάσει το όνομά του, αν και κατά τα άλλα υπήρξε ο γραμματέας (υπουργός) Εσωτερικών του Κουντουριώτη και ο δεσμοφύλακας του Κολοκοτρώνη, του Πλαπούτα και του Δεληγιάννη.

Στο πλαίσιο του δεύτερου, γενικευμένου εμφυλίου πολέμου εντάσσεται και η δολοφονία του Πάνου Κολοκοτρώνη, μια τραγωδία που συνέτριψε ψυχολογικά τον Γέρο, ο οποίος στην πραγματικότητα δεν συνήλθε ποτέ από αυτό το χτύπημα των αντιπάλων του. Ένας από τους συνωμότες της, ο Θοδωράκης Γρίβας θα αναλάβει όχι μόνο φρούραρχος στο Ανάπλι αλλά θα πάρει γυναίκα του τη χήρα του Πάνου και θα βάλει χέρι και στην προίκα της Μπουμπουλίνας, πρωταγωνιστώντας από αυτή την κομβική πολιτικοστρατιωτική θέση σε έναν τοπικό εμφύλιο που θα ακολουθήσει στα 1826.

Ο δεύτερος εμφύλιος πόλεμος σε συνδυασμό με την πλήρη στρατιωτική αδυναμία πρώτα των κυβερνητικών και έπειτα των Πελοποννησίων να αντιμετωπίσουν το τακτικό και... γαλλοκίνητο στράτευμα του Ιμπραήμ οδηγεί στον ουσιαστικό ενταφιασμό της επανάστασης, στην κατάπτυστη Πράξη Υποτέλειας του Ιουλίου του 1825 που θέτει τον αγώνα «υπό την προστασίαν της μεγάλης δυνάμεως της Μεγάλης Βρετανίας» και στη συνακόλουθη (με σημαντική και ουσιώδη χρονοκαθυστέρηση) νεκρανάσταση της επανάστασης με τα κανόνια του Κόδριγκτον, του Δεριγνύ και του Χέυδεν στο Ναυαρίνο, τον Οκτώβρη του 1827.

Ο κορινθιακός πόλεμος της σταφίδας. 

Το καλοκαίρι του 1826 το Μεσολόγγι έχει πέσει, η επανάσταση καρκινοβατεί και ο Ιμπραήμ λεηλατεί και καταστρέφει τη Δυτική και Νότια Πελοπόννησο σχεδόν ανενόχλητος. Τότε, ξεσπά ο πλέον απίθανος εμφύλιος ο οποίος χωρίζει στα δύο την Κορινθία και την οικογένεια Νοταρά, τους πλέον προβεβλημένους κοτζαμπάσηδες της περιοχής. Αφορμή στέκεται η καταπάτηση και η διανομή της περιουσίας του Κιαμήλμπεη της Ακροκορίνθου,τα αμπέλια, τις ελιές και τη σταφίδα, που κατά τα άλλα έχουν χαρακτηριστεί εθνικές γαίες και έχουν υποθηκευτεί έναντι των αγγλικών δανείων, εξού και ο ολιγόμηνος αυτός πόλεμος θα μείνει στην ιστορία ως σταφιδοπόλεμος. Ο πατριάρχης της οικογένειας, Πανούτσος στρέφεται ενάντια στους γιους του, Γιάννη και Παναγιώτη και εκείνοι με τη σειρά τους στρέφονται ο ένας εναντίον του άλλου. Μάχες διεξάγονται σε όλη σχεδόν την Κορινθία και κυρίως έξω από το κάστρο της Ακροκορίνθου, μάχες στις οποίες παίρνει μέρος με τους δικούς τους στρατιώτες και ο Θοδωράκης Γρίβας από το Ανάπλι, στέλνοντας μαχητές πότε στον έναν Νοταρά και πότε στον άλλο, υποδαυλίζοντας το μίσος και παίρνοντας ως αντάλλαγμα διάφορα κτήματα. Δεν χρειάζεται ίσως να πούμε ότι στο τέλος του πολέμου, ο Γρίβας βρέθηκε με σημαντική, ακίνητη περιουσία στην Κορινθία, αποσπώντας τη μερίδα του λέοντος και από τα...εθνικά κτήματα του Κιαμήλμπεη.

«Συνταγματικοί» εναντίον «Δημοκρατικών» πάνω από τη σορό του Καποδίστρια.

Η νεκρανάσταση της επανάστασης στο Ναυαρίνο και η έλευση του Καποδίστρια δεν τερματίζουν την εμφύλια σύρραξη. Η πυρπόληση του επαναστατικού στόλου από τον Μιαούλη επειδή ο Καποδίστριας δεν τον ανακήρυξε ναύαρχο και η δολοφονία του ίδιου του κυβερνήτη από τους Μαυρομιχαλαίους είναι τα κορυφαία επεισόδια της σκληρής αντιπαράθεσης για την εξουσία που διεξάγεται πάνω στο φλέγον ζήτημα της λεγόμενης «αποκαταστάσεως»-δηλαδή της συγκρότησης και κυρίως της ένταξης σε εθνικό, τακτικό στράτευμα των επαναστατημένων ατάκτων. Το καυτό ερώτημα είναι πόσοι και κυρίως ποιοί θα αποκτήσουν το... προνόμιο της στρατιωτικής «αποκαταστάσεως» κάτω από τη βαριά σκιά των τριών Προστάτιδων Δυνάμεων που επεμβαίνουν παρασκηνιακά για το ζήτημα, με πρώτη τη Γαλλία των Βουρβόνων που έχει στείλει αξιωματικούς εκπαιδευτές για την ίδρυση του εθνικού, τακτικού στρατού, έπειτα και από τη σχετική πρόσκληση του Καποδίστρια.

Ας σημειωθεί ότι όταν έφτασε ο κυβερνήτης στο Ναύπλιο, βρήκε 12.124 αξιωματικούς με βαθμό τουλάχιστον εκατόνταρχου (ανάμεσά τους, 367 στρατηγούς!) και μόνο 11.560 απλούς στρατιώτες! Φυσικά, τα περισσότερα διπλώματα είχαν χορηγηθεί στη διάρκεια του δεύτερου, εμφυλίου πολέμου στην προσπάθεια του Κωλέττη και του Κουντουριώτη να προσεταιριστούν όσους περισσότερους οπλαρχηγούς μπορούσαν.

Μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια, και προτού παγώσει το πτώμα του, η διαμάχη αποκτά ένοπλη και αιματοβαμμένη μορφή. Ο Κωλέττης που κατά τα άλλα είχε διατελέσει σύμβουλος του κυβερνήτη, αποσπά το μεγαλύτερο μέρος των απλών στρατιωτών και καταλαμβάνει το Άργος σηκώνοντας πολεμική σημαία με τη λέξη Σύνταγμα-εξού και οι μαχητές του, αποκαλούνται Συνταγματικοί. Στο Ναύπλιο τα αδέρφια του Καποδίστρια, Βιάρρος και Αυγουστίνος, δύο υποψήφιοι τυραννίσκοι που δεν έχουν τη μόρφωση, το εκτόπισμα και το κύρος του αδερφού τους, ηγούνται του τακτικού στρατού που σηκώνει σημαία με τη λέξη Δημοκρατία, με αποτέλεσμα να ονομαστούν Δημοκρατικοί-το πόση σχέση είχαν οι μεν και οι δε με το... σύνταγμα και τη... δημοκρατία δεν χρειάζεται να το αναλύσουμε.

Για περίπου δυο μήνες, ο αργολικός κάμπος γίνεται θέατρο επιδρομών και πολεμικών επιχειρήσεων με εκατοντάδες θύματα ακόμη και ανάμεσα στους αμάχους, που υποχρεώνονται διά της βίας, να σιτίζουν πότε το ένα και πότε το άλλο στράτευμα. Αυτός ο εμφύλιος πόλεμος οριστικοποιεί την επιβολή ξένης μοναρχίας στο υπό σύσταση νεοελληνικό κράτος, η οποία, παρά τις επίσημες, ιστοριογραφικές μπουρδες, δεν ήταν έργο και επιλογή αποκλειστικά των τριών Προστάτιδων Δυνάμεων-και οι διάφορες «ηγεσίες» του αγώνα είχαν κουραστεί από τις μεταξύ τους διαμάχες και είχαν προσανατολιστεί σε μια επιλογή ξενόφερτου ανώτατου άρχοντα, ως διέξοδο πρόσκαιρης ομόνοιας και ειρήνευσης.

Η ανταρσία των ατάκτων μπροστά στα βαυαρικά κανόνια και η έναρξη της λεγόμενης «ληστοκρατίας».

Όταν καταφτάνει ο Όθωνας, τον χειμώνα του 1833, το θέμα της «αποκαταστάσεως» αποκτά εκ νέου εκρηκτικές διαστάσεις, καθώς η Αντιβασιλεία (Άρμανσμπεργκ, Μάουρερ, Χάιντεκ) επιδιώκει έναν αμιγώς βαυαρικό τακτικό στρατό με ελάχιστα, γηγενή σώματα. Στις 15 του Μάρτη του 1833 ξεσπά ανταρσία στους στρατώνες του Ναυπλίου και περίπου εννιά χιλιάδες βετεράνοι της επανάστασης και των εμφυλίων πολέμων παίρνουν πεζή τον δρόμο για το Άργος, όπου οχυρώνονται μαζί με τις οικογένειές τους, σκοτώνοντας όσους Βαυαρούς χωροφύλακες και στρατιώτες συναντούν στον δρόμο τους. Δεν υπάρχει «ηγεσία» αν και οι περισσότεροι στοιχίζονται πίσω από τον ρουμελιώτη κλέφτη και πολεμιστή, Λουκά Δαδιώτη, που θα εκτελεστεί αργότερα από τους Βαυαρούς στη γκιλοτίνα. Ο Άρμανσμπεργκ διατάζει τον βαυαρό συνταγματάρχη του ιππικού Νέζερ (προπάππους του μεγάλου ηθοποιού) να πατάξει την ανταρσία και εκείνος βγάζει το σύνολο των βαυαρών λογχοφόρων ιππέων, το εναπομείναν τακτικό στράτευμα και όλο το πεδινό πυροβολικό, σύνολο κοντά 12.000 στρατό, που πολιορκεί το Άργος και φονεύει αδιακρίτως όσους βρίσκονται έξω από τα τείχη της πόλης.

Οι έγκλειστοι επαναστάτες συνειδητοποιούν ότι έχουν ελάχιστα εφόδια και κινδυνεύουν από την πείνα και τη δίψα σε μια ενδεχόμενη, παρατεταμένη πολιορκία, ενώ βομβαρδίζονται συνεχώς από το βαυαρικό πυροβολικό. Στις 26 Μαρτίου, περίπου 3.000 προσπαθούν να διαφύγουν προς τον Ισθμό και τη Στερεά, καταδιωκόμενοι από το βαυαρικό ιππικό που σκοτώνει όσους βρίσκει μπόσικους. Περίπου 1.500 θα είναι εκείνοι, οι οποίοι θα καταφύγουν στον Δομοκό και θα ενωθούν με τους ενόπλους του αλβανού κλέφτη, Ταφίλ Μπούζη, εγκαινιάζοντας τη λεγόμενη «περίοδο της ληστοκρατίας». Λίγες μέρες μετά, στις 29 Μαρτίου, οι υπόλοιποι παραδίδονται στους Βαυαρούς που με συνοπτικές διαδικασίες εκτελούν όσους θεωρούν πρωτεργάτες της ανταρσίας και εξαναγκάζουν όσους απομένουν να παραδώσουν τα όπλα τους. Λίγες μέρες μετά, ο Χάιντεκ θα διαλύσει και το τακτικό στράτευμα με τον φόβο μιας νέας ανταρσίας.

Στα απομνημονεύματά του, ο Νέζερ περιγράφει τις σκηνές που διαδραματίστηκαν στο Άργος κατά την παράδοση των επαναστατικών όπλων στους Βαυαρούς (λες και βγήκαν από την παράδοση των όπλων του ΕΛΑΣ): «Ο αφοπλισμός έγινε. Συνεκεντρώθησαν δέκα χιλιάδες πολεμιστές. Η παράδοσις των όπλων τους επότισεν πικρίαν διότι εχωρίζοντο από τας αγαπητάς των πανοπλίας με τας οποίας είχαν πολεμήσει υπέρ της εθνικής τους ανεξαρτησίας εν τούτοις δεν έγινεν καμία αταξίαν κατά την παράδοσιν. Μόνο συγκινητικαί σκηναί ετάραξαν την καρδίαν μας. Είδομεν ηλικιωμένους άνδρας και σχεδόν με λευκάς τρίχας που είχαν αρειμάνιον ήθος να κλαίνε ως παιδιά και να χύνουν δάκρυα διά των ηλιοκαών παρειών. Η παράδοσις των όπλων έφερε εις άλλους απελπισίαν και μη θέλοντας να παραδώσουν εις ξένας χείρας τον πολύτιμον θησαυρόν των, έρριψαν εις τους κρημνούς τα ξίφη των και τα άλλα των όπλα».

Ετικέτες