Για ακόµη µία χρονιά ξεδιπλώθηκε ένα ευρύ φάσµα δράσεων µε αφορµή την 21η Μάρτη, την Παγκόσµια Ηµέρα Ενάντια στο Ρατσισµό.

Πορείες, συνέδρια, συζητήσεις, συναυλίες, έκαναν την Αθήνα ένα µεγάλο κοινωνικό εργαστήρι ενάντια στη ρητορική του µίσους και το ρατσιστικό δηλητήριο. Σε όλες τις αντιρατσιστικές πρωτοβουλίες δράσης, υπήρξε σύνδεση µε αιτήµατα γύρω από τις τρέχουσες πολιτικές εξελίξεις και ο κόσµος έδειξε διάθεση ενεργής συµµετοχής. Δυστυχώς όµως, για ακόµη µια φορά δεν επιτεύχθηκε το αυτονόητο: µια ενιαία δράση από όλες τις συλλογικότητες και τους φορείς που παλεύουν για µια κοινωνία χωρίς διακρίσεις.

Βορίδης

Η φετινή 21η Μάρτη, δεν ήταν αδιάφορη. Έγινε στη σκιά της υπουργοποίησης του Μάκη Βορίδη, έπειτα από έναν ανασχηµατισµό φιάσκο του Μητσοτάκη. Η επιλογή Βορίδη στο υπουργείο Μετανάστευσης ήταν ίσως η πιο ηχηρή παρέµβαση στέλνοντας πολλά µηνύµατα σε πολλούς αποδέκτες. Η κυβέρνηση της ΝΔ σε µια κρισιακή φάση, επέλεξε να βάλει στην εµπροσθοφυλακή τα πιο σκληρά σκυλιά της. Το πολιτικό παιδί της ΕΠΕΝ και του Λεπέν, ο άλλοτε τσεκουροφόρος και νυν «σοβαρός αστός» πολιτικός, θα αναλάβει να διαχειριστεί τις ζωές χιλιάδων προσφύγων και µεταναστών που είτε βρίσκονται ήδη στα στρατόπεδα της ντροπής στην ελληνική επικράτεια, είτε θα επιχειρήσουν να µπουν στην Ευρώπη αναζητώντας µια καλύτερη ζωή. Ακούγεται εφιαλτικό το γεγονός ότι ο συγκεκριµένος άνθρωπος µε το συγκεκριµένο πολιτικό ιστορικό ανέλαβε αυτό το πόστο.

Το µήνυµα της κυβέρνησης ήταν διπλό. Αφενός η συσπείρωση του ακροδεξιού ακροατηρίου της σε µια περίοδο καταγεγραµµένων δηµοσκοπικών διαρροών, αφετέρου η επίθεση στα κινήµατα και στην Αριστερά στη ρίζα τους. Τα πρώτα δείγµατα Βορίδη είναι ήδη ανησυχητικά, περιλαµβάνοντας κλεισίµατα δοµών φιλοξενίας και την απόσυρση της διάταξης για την παράταση αδειών διαµονής νέου τύπου σε µετανάστες. Όλα αυτά τη στιγµή που ο ίδιος σε τηλεοπτικές συνεντεύξεις του χρησιµοποιούσε ρατσιστικό λόγο και προτάσεις που θα ζήλευε και ο πιο σκληρός ακροδεξιός του αντίπαλος, θέτοντας βασική του προτεραιότητα τις επαναπροωθήσεις και την αυστηρότερη φύλαξη των συνόρων. Αν µέχρι τώρα τα παράνοµα push backs, οι καθυστερήσεις χορήγησης ασύλου και οι εκατόµβες νεκρών στο Αιγαίο, ήταν µια κανονικότητα, αντιλαµβανόµαστε τι φρίκη αναµένεται να γεννηθεί στα σύνορα επί υπουργίας Βορίδη.

Αντιρατσιστικό κίνηµα

Εντός αυτού του ζοφερού πλαισίου, οργανώθηκαν οι φετινές δράσεις της 21ης Μάρτη. Στις ξεχωριστές πορείες της Παρασκευής και του Σαββάτου 21-22.03 πλήθος κόσµου είχε την ευκαιρία να εκφράσει την αλληλεγγύη του σε πρόσφυγες και µετανάστες, απαιτώντας καλύτερες συνθήκες φιλοξενίας, ανοιχτά σύνορα, χορήγηση εγγράφων, σταµάτηµα των επαναπροωθήσεων και απονοµή δικαιοσύνης για τα θύµατα των ρατσιστικών πολιτικών. Οι διαδηλώσεις και των δύο ηµερών δεν ήταν µονοθεµατικές, αλλά µε τη ζωντάνια και τη δυναµική τους, έθεσαν ξανά στο επίκεντρο το ναυάγιο της Πύλου, το έγκληµα των Τεµπών και τη γενοκτονία στην Παλαιστίνη. Πανό αντιρατσιστικών πρωτοβουλιών, µεταναστευτικών συλλογικοτήτων και αριστερών οργανώσεων, γέµισαν τους δρόµους της Αθήνας, καθιστώντας σαφές στην κυβέρνηση Μηστοτάκη ότι οι πολιτικές της βίας και της εξαθλίωσης απέναντι στα πιο αδύναµα και ευάλωτα τµήµατα της τάξης µας δεν θα περάσουν.

Έχει µεγάλη σηµασία ότι το αντιρατσιστικό κίνηµα στην Ελλάδα, αναπτύσσεται σε πολλαπλά επίπεδα, διεισδύει στους κοινωνικούς χώρους και συνδέει επιµέρους αιτήµατα.  Το προβληµατικό όµως είναι ότι αυτή η δυναµική δεν εκφράζεται ενιαία. Οι ξεχωριστές διαδηλώσεις, η πολυδιάσπαση της κινηµατικής δράσης και τα διαφορετικά καλέσµατα, µόνο σύγχυση δηµιουργούν σε ένα υπαρκτό κοινωνικό δυναµικό που θέλει να εµπλακεί, θέλει να ενεργοποιηθεί, θέλει να γίνει δραστήριο κοµµάτι του αντιρατσιστικού κινήµατος. Οι πολύ σηµαντικές πρωτοβουλίες για το τραγικό ναυάγιο της Πύλου, θα είχαν πολύ µεγαλύτερη απήχηση και δυναµική, αν συνδέονταν µε όλο το φάσµα των αντιρατσιστικών δυνάµεων σε µια κοινή δράση αποφασισµένη µε διάλογο και συντροφικότητα. Είναι ένα ανοιχτό στοίχηµα κάθε χρόνο αυτή η συγκέντρωση δύναµης στο όνοµα του πιο σηµαντικού σκοπού, της υπεράσπισης των συµφερόντων των προσφύγων και µεταναστών. Δυστυχώς µέχρι τώρα δεν έχει κερδηθεί.

AntifaCon

Στις κινητοποιήσεις της 21ης Μάρτη δόθηκε ένα πρώτο δείγµα της επαγρύπνησης του αντιρατσιστικού κινήµατος. Σηµαντικό σηµείο αναφοράς σε αυτό το δείγµα υπήρξε και το 1ο AntifaCon που διοργανώθηκε στην Τεχνόπολη του Δήµου Αθηναίων στις 22-23 Μαρτίου. Πρόκειται για µια Αντιφασιστική Συνάντηση στην Αθήνα που στόχο είχε τη ζύµωση και την ανταλλαγή απόψεων γύρω από το ζήτηµα της αντιµετώπισης της ακροδεξιάς απειλής και των φασιστικών φαινοµένων. Το πρόγραµµά του περιλάµβανε πλήθος workshop, µικρών και µεγαλύτερων συζητήσεων γύρω από πληθώρα ζητηµάτων που απασχολούν το αντιφασιστικό κίνηµα και την Αριστερά. Στα πάνελς των συζητήσεων υπήρχε πληθώρα προσώπων από τα κινήµατα, την πολιτική και τον πολιτισµό, ενώ στο χώρο έγινε και συναυλία µε τη συµµετοχή σηµαντικών καλλιτεχνών. Πιστεύουµε ακράδαντα ότι αν δεν υπήρχε κατακερµατισµός δυνάµεων στο πλήθος των διαφορετικών καλεσµάτων εκείνες τις ηµέρες, η Συνάντηση αυτή θα είχε ακόµη µεγαλύτερη επιτυχία και θα είχε παράξει ακόµη περισσότερο πολιτικό περιεχόµενο.

Να οργανώσουµε τα Αντιρατσιστικά Φεστιβάλ

Στο δρόµο προς τα µεγάλα Αντιρατσιστικά Φεστιβάλ σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη το φετινό καλοκαίρι, οφείλουµε να συγκεντρώσουµε όσο το δυνατόν περισσότερες δυνάµεις. Ήδη έχουν ξεκινήσει οι οργανωτικές συνελεύσεις, προκειµένου, όπως κάθε χρόνο, αλλά φέτος ακόµη περισσότερο, να βουλιάξουν από µαζικότητα, να στείλουν το µήνυµα της ενότητας στη δράση και να εκφράσουν τον ριζοσπαστισµό και την αλληλεγγύη που είναι διάχυτες στην κοινωνία. Τα Αντιρατσιστικά Φεστιβάλ σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη, αλλά και σε όλη τη χώρα έχουν γίνει ένα πολιτικός σταθµός οξυγόνου και ζωντάνιας, τροφοδοτώντας πολιτικά και κινηµατικά τους αγώνες κάθε νέας χρονιάς. Είναι ζωτικής σηµασίας ανάγκη, να βοηθήσει ο καθένας από το µετερίζι του ώστε η φετινή διεξαγωγή τους να στείλει ένα ηχηρό µήνυµα στην κυβέρνηση Μητσοτάκη. Ένα µήνυµα που ακούστηκε στις διαδηλώσεις της 21ης Μάρτη, αλλά το επόµενο διάστηµα πρέπει να ακουστεί ακόµη πιο δυνατά.

*Αναδημοσίευση από την Εργατική Αριστερά

Ετικέτες