Σχόλιο με αφορμή την προβολή της χολυγουντιανής υπερπαραγωγής «Οι τελευταίοι Τζεντάϊ» της σειράς «Πόλεμος των Άστρων»

[Προ­σο­χή, λά­τρεις της ται­νί­ας: Πα­ρό­λο που ξε­κι­νά­με το άρθρο με την πε­ρι­γρα­φή του τε­λευ­ταί­ου λε­πτού των «Τε­λευ­ταί­ων Τζε­ντάϊ», απο­φύ­γα­με να απο­κα­λύ­ψου­με οποια­δή­πο­τε από τις πολ­λές ανα­τρο­πές και μυ­στι­κά της ται­νί­ας. Δια­βά­στε την πα­ρου­σί­α­ση αυτή άφοβα!]

Η νέα - 8η- ται­νία της σει­ράς «Πό­λε­μος των Άστρων» παί­ζε­ται ήδη για δεύ­τε­ρη εβδο­μά­δα σε πάνω από 200 αί­θου­σες ταυ­τό­χρο­να σε όλη την Ελ­λά­δα. Είναι τόσο ση­μα­ντι­κό και ξε­χω­ρι­στό όσο λέ­γε­ται, το συ­γκε­κρι­μέ­νο φιλμ; Όποιος και όποια αμ­φι­βάλ­λει, αξί­ζει να πα­ρα­κο­λου­θή­σει το εν­θου­σια­στι­κό χει­ρο­κρό­τη­μα των θε­α­τών όταν τε­λειώ­νει η ται­νία.

Ο κό­σμος δεν χει­ρο­κρο­τά απλώς επει­δή πέ­ρα­σε καλά, ούτε επει­δή στο τέλος χά­σα­νε οι κακοί ή το καλό πα­λι­κά­ρι κέρ­δι­σε την κο­πέ­λα. Η ται­νία μας δεν έχει διό­λου τέ­τοιο πε­ριε­χό­με­νο. Αντί­θε­τα, επί δυό­μι­ση ώρες βλέ­που­με στο πανί τον επα­να­στα­τι­κό στρα­τό της Δη­μο­κρα­τί­ας να βα­δί­ζει συ­νε­χώς από ήττα σε ήττα. Στο τε­λευ­ταίο λεπτό πριν πέ­σουν τα γράμ­μα­τα, οι επι­ζώ­ντες των επα­να­στα­τι­κών δυ­νά­με­ων στρι­μώ­χνο­νται όπως - όπως στο σα­ρα­βα­λια­σμέ­νο πει­ρα­τι­κό αστρό­πλοιο του μα­κα­ρί­τη Χαν Σόλο για να δια­φύ­γουν.

Σε τι δια­φέ­ρει ο ηγέ­της από τον ήρωα:

Εκεί, η ηρω­ί­δα της ται­νί­ας, η Ρέι, που μόλις έχει σώσει από βέ­βαιο αφα­νι­σμό τα τε­λευ­ταία απο­μει­νά­ρια των επα­να­στα­τών, ανταλ­λά­σει λίγες κου­βέ­ντες με την ηγέ­τι­δα, τη Λέϊα Ορ­γκά­να:

«Τι θα απο­γί­νει η επα­νά­στα­ση; Έχου­με μεί­νει πια τόσο λίγοι...». Και η ηγέ­τι­δα (η υπέ­ρο­χη  Κάρι Φίσερ που πέ­θα­νε μόλις πέ­ρυ­σι, στα τε­λειώ­μα­τα της ται­νί­ας) ανα­με­τρά τους ελά­χι­στους και τα­λαι­πω­ρη­μέ­νους μα­χη­τές και μα­χή­τριες και απα­ντά με λάμψη στο βλέμ­μα: «Έχου­με εδώ ό,τι μας χρειά­ζε­ται».

Κι αμέ­σως βλέ­που­με, στο επό­με­νο και τε­λευ­ταίο πλάνο, τρία μικρά σκλα­βά­κια που δου­λεύ­ουν στον ιπ­πό­δρο­μο της Ξι­πα­σμέ­νης πόλης με την απί­στευ­τη χλιδή. Τα μικρά παι­διά μι­λούν με­τα­ξύ τους με εν­θου­σια­σμό για την Επα­νά­στα­ση, τους ήρωες και τις ηρω­ί­δες της. Κι εκεί πέ­φτουν τα γράμ­μα­τα της ται­νί­ας…

Ο Ράϊαν Τζόν­σον, σκη­νο­θέ­της των «Τε­λευ­ταί­ων Τζε­ντάϊ» που τον εί­χα­με λα­τρέ­ψει στο φου­του­ρι­στι­κό «Looper», εδώ δεί­χνει πως μπο­ρεί όχι μόνο να μας μα­γέ­ψει, αλλά και να μας δι­δά­ξει. Με μια λιτή κι απέ­ριτ­τη σκηνή μάς τυ­πώ­νει στο μυαλό πως για να γί­νεις ήρω­ας-ίδα χρειά­ζε­σαι χα­ρα­κτή­ρα: να ξε­περ­νάς κάθε όριο στην αυ­το­θυ­σία για τον κοινό σκοπό. Αλλά για να γί­νεις ηγέ­της και ηγέ­τι­δα έχεις ανά­γκη επι­πλέ­ον τη στρα­τη­γι­κή. Πρέ­πει τη στιγ­μή του από­λυ­του θριάμ­βου να προ­σπα­θείς κα­χύ­πο­πτα να δια­κρί­νεις την πα­γί­δα της Ιστο­ρί­ας. Και τη στιγ­μή της γε­νι­κής απελ­πι­σί­ας να μπο­ρείς να εμπι­στεύ­ε­σαι πως θα ξα­να­νοί­ξουν οι προ­ο­πτι­κές και να ορ­γα­νώ­νε­σαι για τις επό­με­νες μάχες, ακού­ρα­στα και από την αρχή.

Επα­νά­λη­ψη του «Η αυ­το­κρα­το­ρία αντε­πι­τί­θε­ται»;

Υπάρ­χει μια συ­ζή­τη­ση με­τα­ξύ των κρι­τι­κών, αλλά και του κοι­νού στο δια­δί­κτυο, για το αν οι «Τε­λευ­ταί­οι Τζε­ντάϊ» είναι όντως η κα­λύ­τε­ρη ται­νία της σει­ράς. Εδώ συχνά οι κρι­τι­κοί απα­ντούν όχι, ενώ με­γά­λο κομ­μά­τι του κοι­νού υπο­στη­ρί­ζει με φα­να­τι­σμό το ναι. Το κυ­ριό­τε­ρο αντε­πι­χεί­ρη­μα απέ­να­ντι στους «Τε­λευ­ταί­ους Τζε­ντάϊ» είναι πως πρό­κει­ται για ξα­να­ζε­στα­μέ­νο φα­γη­τό, αφού το στόρι της ται­νί­ας θυ­μί­ζει πάρα πολύ το 2ο επει­σό­διο της σει­ράς, το «Η Αυ­το­κρα­το­ρία Αντε­πι­τί­θε­ται». Μά­λι­στα, όσοι υπο­στη­ρί­ζουν αυτή την άποψη, ψη­φί­ζουν με εν­θου­σια­σμό πως η «Αυ­το­κρα­το­ρία» είναι αξε­πέ­ρα­στα το κα­λύ­τε­ρο επει­σό­διο με με­γά­λη δια­φο­ρά.

Θα προ­σπα­θή­σου­με να δεί­ξου­με πως εδώ δεν υπάρ­χει τόσο δι­χο­γνω­μία καλ­λι­τε­χνι­κού γού­στου όσο σύ­γκρου­ση δια­φο­ρε­τι­κών πο­λι­τι­κών από­ψε­ων και στά­σε­ων. Οι γνώ­μες και τα γού­στα απέ­να­ντι σε μια ται­νία επι­στη­μο­νι­κής φα­ντα­σί­ας κα­θο­ρί­ζο­νται εν πολ­λοίς από τη στάση που κρατά ο κα­θέ­νας και η κα­θε­μιά μας στις πο­λι­τι­κές δια­μά­χες της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας που βιώ­νου­με στο σή­με­ρα. Και οι εν­θου­σιώ­δεις θαυ­μα­στές της «Αυ­το­κρα­το­ρί­ας» γοη­τεύ­ο­νται από ιδέες που ται­ριά­ζουν πιο πολύ στο νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρο στρα­τό­πε­δο και εν πάση πε­ρι­πτώ­σει είναι αντί­πα­λες ή αδιά­φο­ρες απέ­να­ντι στα κι­νή­μα­τα, ιδιαί­τε­ρα αυτά που έκα­ναν την εμ­φά­νι­σή τους στις ΗΠΑ με την εκλο­γή του ακρο­δε­ξιού Τραμπ. Αντί­θε­τα, ο κό­σμος που νιώ­θει να ται­ριά­ζει η κο­σμο­α­ντί­λη­ψή του με τις ιδέες των «Τε­λευ­ταί­ων Τζε­ντάι» είναι εν­δε­χο­μέ­νως πολύ πιο κοντά σε μια στάση αντι­πα­λό­τη­τας με τον προ­ε­λαύ­νο­ντα νε­ο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμό, και ακόμη συ­μπά­θειας ή και ενερ­γής συμ­με­το­χής στα κι­νή­μα­τα.

Πρώτα από όλα όμως θα χρεια­στεί να κά­νου­με δύο πα­ρα­δο­χές:

α) Το έργο «Η Αυ­το­κρα­το­ρία αντε­πι­τί­θε­ται» του 1980, είναι μια πα­νέ­μορ­φη ται­νία, που μπο­ρεί και σε μα­γεύ­ει ακρι­βώς τη στιγ­μή που περνά τις πιο αντι­δρα­στι­κές πο­λι­τι­κά θέ­σεις της. Είναι μια δου­λειά που θα αντέ­ξει ακόμα στον χρόνο, παρά τον συ­ντη­ρη­τι­σμό και τις προ­βλη­μα­τι­κές από­ψεις που προ­βά­λει. 

β) Οι «Τε­λευ­ταί­οι Τζε­ντάι» του 2017 έχουν όντως πάρα πολ­λές ομοιό­τη­τες με την «Αυ­το­κρα­το­ρία» τόσο στην πλοκή όσο και στη μορφή. Την ίδια στιγ­μή, όμως, δια­θέ­τουν ένα εντε­λώς δια­φο­ρε­τι­κό φορ­τίο ιδεών. Και αυτό είναι που έχει ση­μα­σία.

Στο «Η Αυ­το­κρα­το­ρία Αντε­πι­τί­θε­ται» ο ήρωας Λουκ Σκάϊ­γουώ­κερ, ο «οδοι­πό­ρος του Ου­ρα­νού», βιώ­νει την πιο κρί­σι­μη καμπή της σύ­γκρου­σης με τις δυ­νά­μεις της Αυ­το­κρα­το­ρί­ας στον πα­γω­μέ­νο πλα­νή­τη Χοθ. Όμως υπο­χρε­ώ­νε­ται από το φά­ντα­σμα του Όμπιουαν Κε­νό­μπι να εγκα­τα­λεί­ψει τη μάχη και τους συ­ντρό­φους του για να φύγει στο μα­κρι­νό πλα­νή­τη Ντά­κο­μπα. Εκεί εκ­παι­δεύ­ε­ται ως Ιπ­πό­της Τζε­ντάϊ από τον Γιό­ντα, τον δά­σκα­λο των Τζε­ντάϊ. Μα­θαί­νει τις αρ­χαί­ες δι­δα­χές και τον δια­λο­γι­σμό που με­τα­κι­νεί βρά­χους και εξε­ρευ­νά τον εαυτό του, την ώρα που, πολύ μα­κριά, κα­τα­σφά­ζο­νται οι σύ­ντρο­φοί του από την προ­ε­λαύ­νου­σα Αυ­το­κρα­το­ρία.   

Ο Λουκ φεύ­γει κά­ποια στιγ­μή από το ησυ­χα­στή­ριό του και συ­να­ντιέ­ται με τους φί­λους του στη «Συν­νε­φια­σμέ­νη Πόλη», μια αποι­κία που πλέει σε αέριο και θυ­μί­ζει πολύ στους κι­νη­μα­το­γρα­φό­φι­λους μια εκ­δο­χή των ανέ­με­λων στρω­μά­των της πλου­το­κρα­τί­ας της «Μη­τρό­πο­λης» του Φριτς Λανγκ. Οι άρ­χο­ντες της πόλης στην αρχή δί­νουν άσυλο στους επα­να­στά­τες, μετά όμως τους πα­ρα­δί­δουν στον διώ­κτη τους τον Σκο­τει­νό Άρ­χο­ντα Νταρθ Βέϊ­ντερ από την Αυ­το­κρα­το­ρία, για να μην κιν­δυ­νέ­ψει η πόλη τους. Αλλά η «Συν­νε­φια­σμέ­νη Πόλη» κα­τα­κτιέ­ται αιφ­νι­δια­στι­κά από τον στρα­τό της Αυ­το­κρα­το­ρί­ας και ο επι­κε­φα­λής των αρ­χό­ντων της, ο Λάντο, ανα­γκά­ζε­ται να συμ­μα­χή­σει με την Επα­νά­στα­ση για να την ελευ­θε­ρώ­σει πάλι.

Εν τω με­τα­ξύ, εν μέσω μαχών, μο­νο­μα­χιών με φω­τό­σπα­θα και άγριων κυ­νη­γη­τών, ο Λουκ μα­θαί­νει πως η πρι­γκί­πισ­σα Λέϊα που αγαπά είναι η αδελ­φή του, ενώ ο Νταρθ Βέϊ­ντερ δεν είναι άλλος από τον βιο­λο­γι­κό του πα­τέ­ρα.

Στην «Αυ­το­κρα­το­ρία» οι συ­νή­θειες και οι συ­μπε­ρι­φο­ρές των πρω­τα­γω­νι­στών της θυ­μί­ζουν τους νέους των ανώ­τε­ρων στρω­μά­των, που κα­τα­δέ­χο­νται να ασχο­λη­θούν με την «υψηλή πο­λι­τι­κή» μόνο εν μέσω εσω­τε­ρι­κών ανα­ζη­τή­σε­ων και προ­σω­πι­κών δια­δρο­μών. Εδώ, με­τρά­νε μόνο οι τα­κτι­κές και οι συ­ζη­τή­σεις στα «λόμπι», οι συμ­μα­χί­ες γί­νο­νται ανά­με­σα σε πρω­το­κλα­σά­τους και λύ­ο­νται όσο εύ­κο­λα συ­νο­μο­λο­γού­νται. Τα πάντα τα απο­φα­σί­ζουν οι «ση­μα­ντι­κοί» παί­κτες, οι άρ­χο­ντες του κό­σμου, ενώ οι τα­πει­νοί είναι απλώς τα πιό­νια της Ιστο­ρί­ας που προ­σφέ­ρουν τις ζωές τους και δια­κο­σμούν με το άφθο­νο αίμα τους τις σκη­νές των μαχών.

Εδώ η αξία της κα­θε­μιάς και του κα­θε­νός πάει μαζί με το αίμα, την κα­τα­γω­γή, και η επι­τυ­χία κρύ­βει τα μυ­στι­κά της στα πέπλα του μυ­στι­κι­σμού.

Το ιδε­ο­λο­γι­κό στίγ­μα της ται­νί­ας βρί­σκε­ται στη συ­νά­ντη­ση των αξιών του νε­ο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμού με τα μυ­στή­ρια του τα­οϊ­σμού. Κα­θό­λου τυ­χαία, η εμ­βλη­μα­τι­κή μορφή του Δά­σκα­λου Γιό­ντα, του εκ­παι­δευ­τή των Τζε­ντάϊ, πα­ρέ­πε­μπε στη φι­γού­ρα του Λάο - Τσε και στην από­μα­κρη φι­λο­σο­φία του.

Κάθε καρέ του έπους της «Αυ­το­κρα­το­ρί­ας» είναι ένας εξαι­ρε­τι­κός ζω­γρα­φι­κός πί­να­κας. Και η διά­δο­ση των τα­οϊ­στι­κών δο­ξα­σιών στη Δύση οφεί­λει πολλά στη σειρά «Πό­λε­μος των Άστρων» και ιδιαί­τε­ρα στο «Η Αυ­το­κρα­το­ρία αντε­πι­τί­θε­ται».

Όμως, παρά την όποια αίγλη του στα υψηλά μορ­φω­μέ­να με­σο­α­στι­κά στρώ­μα­τα στη Δύση, ο Τα­οϊ­σμός είναι μια από τις πιο κα­θυ­στε­ρη­μέ­νες θρη­σκεί­ες πα­γκό­σμια. Έχει ξε­πέ­σει σε ένα σύ­νο­λο προ­λή­ψε­ων και μαγ­γα­νειών, σαφώς πιο σάπιο και κα­θυ­στε­ρη­μέ­νο από τον Βου­δι­σμό και τον Κομ­φου­κια­νι­σμό. Ο Τα­οϊ­σμός είναι, εδώ και αιώ­νες, συ­νώ­νυ­μο του πιο βρω­με­ρού σκο­τα­δι­σμού και οι τα­οϊ­στές κα­λό­γε­ροι είναι κατά κα­νό­να αγράμ­μα­τοι, γλοιώ­δεις και φι­λο­χρή­μα­τοι όσο και τα πιο ελε­ει­νά πα­ρα­δείγ­μα­τα των λι­γδιά­ρι­δων θε­ο­μπαι­χτών της χρι­στια­νι­κής ορ­θο­δο­ξί­ας.

Η και­νούρ­για ται­νία, «Οι τε­λευ­ταί­οι Τζε­ντάϊ», ακο­λου­θεί πιστά την ιστο­ρία της «Αυ­το­κρα­το­ρί­ας», μόνο για να της ανα­τρέ­ψει ολο­κλη­ρω­τι­κά το ιδε­ο­λο­γι­κό φορ­τίο.

Στην υπό­θε­ση του έργου η τω­ρι­νή ηρω­ί­δα Ρέι εγκα­τα­λεί­πει τη σύ­γκρου­ση με τις δυ­νά­μεις του Σκο­τει­νού «Πρώ­του Τάγ­μα­τος» για να πάει να μα­θη­τεύ­σει εξα­να­γκα­στι­κά δίπλα στον γε­ρα­σμέ­νο πια, Λουκ Σκάϊ­γουώ­κερ. Όμως εδώ σκο­πός δεν είναι η μα­θη­τεία, αλλά η προ­σπά­θεια της Ρέι να επα­να­φέ­ρει τον δά­σκα­λο Λουκ στους ενερ­γούς επα­να­στά­τες, βγά­ζο­ντάς τον από την ησυ­χία της απο­μό­νω­σης. Αυτός θα προ­σπα­θή­σει να της δι­δά­ξει τη μα­ταιό­τη­τα των πραγ­μά­των, αλλά εδώ η προ­σε­κτι­κή μα­θή­τρια θα ανα­τρέ­ψει όλες τις βε­βαιό­τη­τες και τις θέ­σεις του με­λαγ­χο­λι­κού και απο­τρα­βηγ­μέ­νου δα­σκά­λου και θα τον κάνει να με­τα­βάλ­λει τη στάση του.

Σ’ αυτήν την ται­νία, όπως και στην προη­γού­με­νη «Η Δύ­να­μη Ξυπνά», πρω­τα­γω­νι­στές είναι άν­θρω­ποι τα­πει­νής κα­τα­γω­γής: Η κε­ντρι­κή ηρω­ί­δα, η Ρέι, είναι μια πρώην ρα­κο­συλ­λέ­κτρια που ανα­κα­λύ­πτει τον πλού­το των ικα­νο­τή­των της δου­λεύ­ο­ντας για τις δυ­νά­μεις της Αντί­στα­σης. Ο Φιν (πρώην FN 2187) είναι ένας μαύ­ρος, στρα­τιώ­της του εχθρού που αυ­το­μό­λη­σε στην Επα­νά­στα­ση, ενώ η νε­ο­εμ­φα­νι­ζό­με­νη Ρόουζ είναι μια απλή στρα­τιω­τί­να των Επα­να­στα­τι­κών δυ­νά­με­ων, κόρη με­ταλ­λω­ρύ­χων ασια­τι­κής κα­τα­γω­γής.

Στους «τε­λευ­ταί­ους Τζε­ντάϊ» δεν λεί­πουν οι ίντρι­γκες και η προ­σπά­θεια των επα­να­στα­τών να κά­νουν συμ­μα­χί­ες με ύπο­πτης φήμης υπο­κεί­με­να. Αλλά εδώ αυτές οι ενέρ­γειες δεν τους βγαί­νουν σε καλό. Αντί­θε­τα, ακόμη και στις πιο απελ­πι­στι­κές στιγ­μές κυ­νη­γη­τού από τους διώ­κτες τους, οι επα­να­στά­τες όπως ο Φιν και η Ρόουζ, βρί­σκουν υπο­στή­ρι­ξη και αλ­λη­λεγ­γύη από τους υπό­λοι­πους κα­τα­πιε­σμέ­νους. Στην «Ξι­πα­σμέ­νη Πόλη» του τζό­γου και του εμπο­ρί­ου όπλων, έχου­με και πάλι  ανα­φο­ρά στο αρ­χέ­τυ­πο της «Μη­τρό­πο­λης», μόνο που εδώ ο φακός δεν στα­μα­τά στις αί­θου­σες απί­στευ­της χλι­δής των πλού­σιων, όπως στο «Η Αυ­το­κρα­το­ρία αντε­πι­τί­θε­ται». Αντί­θε­τα, κα­τε­βαί­νει στην κοι­λιά του κτή­νους, εκεί που σκλά­βοι ερ­γά­τες και βα­σα­νι­σμέ­να ζώα συ­ντη­ρούν τον μη­χα­νι­σμό της σά­πιας πόλης των κη­φή­νων. Είναι συ­γκι­νη­τι­κό πως όχι μόνο οι τσα­κι­σμέ­νοι σκλά­βοι, αλλά ακόμα και το ζωικό βα­σί­λειο θα βοη­θή­σει τους επα­να­στά­τες που τους κυ­νη­γά η αστυ­νο­μία και θα συ­νε­γερ­θεί μαζί τους.

Σε τούτη την ται­νία, οι προη­γού­με­νοι «ήρωες από σόι» δυ­σκο­λεύ­ο­νται να βρουν τη θέση τους, ενώ προ­λε­τά­ριοι έχουν πάρει σε ση­μα­ντι­κό βαθμό την υπό­θε­ση στα χέρια τους. Και η ίδια η «Δύ­να­μη» απο­δει­κνύ­ε­ται ένα σκο­τει­νό παι­γνί­δι του μυα­λού, μπρο­στά στην πραγ­μα­τι­κά κα­θη­λω­τι­κή ενέρ­γεια των κα­τα­πιε­σμέ­νων που ση­κώ­νουν κε­φά­λι και απο­φα­σί­ζουν να πά­ρουν τη μοίρα τους στα χέρια τους.

Όσο για τον δά­σκα­λο Γιό­ντα και την εκ­πλη­κτι­κή εμ­φά­νι­σή του σ’ αυτό το φιλμ: εδώ δεν είναι σε καμιά πε­ρί­πτω­ση ο Λάο Τσε, ο γε­νάρ­χης του τα­οϊ­σμού. Αντί­θε­τα είναι μια εκρη­κτι­κά χα­ρού­με­νη φι­γού­ρα, εμπρη­στής συμ­βό­λων αντί για άγιο ει­κό­νι­σμα, ένας ρι­ζο­σπά­στης που θυ­μί­ζει φα­νε­ρά τον σοφό δά­σκα­λο Ριν­τζάι του Ζεν Βου­δι­σμού, το δη­μιουρ­γό του πε­ρί­φη­μου ποι­ή­μα­τος «Σκό­τω­σε μέσα σου τον δά­σκα­λο». Και ο Λουκ Σκάϊ­γουώ­κερ, με­τα­μορ­φώ­νε­ται κι αυτός σε Ρι­τζάι, σε «τρελό που τρα­βά­ει τα μου­στά­κια της τί­γρης», και κα­τε­βαί­νει να πο­λε­μή­σει δίπλα στους επα­να­στά­τες στο πιο κρί­σι­μο ση­μείο της μάχης στην τε­λι­κή σύ­γκρου­ση.

Οι επιρ­ρο­ές του σκη­νο­θέ­τη:

Είναι φα­νε­ρό για κα­θέ­να και κα­θε­μιά που αγαπά το σι­νε­μά πως ο σκη­νο­θέ­της των «Τε­λευ­ταί­ων Τζε­ντάι» βρί­σκει την ευ­και­ρία σε πολ­λές σκη­νές να απο­δώ­σει τιμές στους δι­κούς του με­γά­λους Δα­σκά­λους.

Ανα­φέ­ρα­με ήδη τον Φριτς Λανγκ και τη «Μη­τρό­πο­λη». Ση­μειώ­νου­με ακόμα την αφή­γη­ση του Λουκ Σκαϊ­γουώ­κερ για τον Κάϊλο Ρεν, τον μα­θη­τή του που πέ­ρα­σε στη Σκο­τει­νή πλευ­ρά της Δύ­να­μης, αφή­γη­ση που είναι ύμνος και σπου­δή πάνω στο «Ρα­σο­μόν» του Κου­ρο­σά­βα. Να ση­μειώ­σου­με ακόμα τη μάχη μέσα στο Αρ­χη­γείο του Πρώ­του Τάγ­μα­τος που είναι φόρος τιμής στο ια­πω­νι­κό σι­νε­μά της Εκ­δί­κη­σης, και ιδιαί­τε­ρα στο «Σε­πού­κου» του Κο­μπα­γιά­σι. Κάθε καρέ αυτής της σκη­νής κο­λυ­μπά στο κόκ­κι­νο χρώμα, που εδώ συμ­βο­λί­ζει, κατά τη γνώμη μας, την Κά­θαρ­ση μέσα από τη σφαγή.

Το κόκ­κι­νο χρώμα κυ­ριαρ­χεί και στην τε­λι­κή μάχη στο αλα­τω­ρυ­χείο του πλα­νή­τη Χοθ. Όμως εδώ το κόκ­κι­νο είναι το χρώμα του αλα­τιού, ο κόπος και ο ιδρώ­τας των τα­πει­νών που γί­νε­ται συ­νεί­δη­ση και από­φα­ση για μάχη.

Τα παι­γνί­δια που κάνει η φω­το­γρα­φία της ται­νί­ας με το κόκ­κι­νο, ενώ οι ελά­χι­στοι επα­να­στά­τες και επα­να­στά­τριες αντι­με­τω­πί­ζουν στα ίσα την κα­τα­θλι­πτι­κή υπε­ρο­χή του εχθρού σε όπλα και στρα­τιώ­τες, πα­ρα­πέ­μπουν στο εν­θου­σια­στι­κό κόκ­κι­νο χρώμα της ση­μαί­ας του «Θω­ρη­κτού Πο­τέμ­κιν». Η αφο­βιά και η από­φα­ση για μάχη μέχρι το τέλος με­τα­τρέ­πο­νται σε χρώμα και ση­μαία, και ο «Πό­λε­μος των Άστρων» με­τα­μορ­φώ­νε­ται στο 8ο επει­σό­διό του σε μα­νι­φέ­στο ιδεών, εντε­λώς αντί­θε­των με αυτές που είχε εν­στερ­νι­στεί στα πρώτα επει­σό­δια.

Όμως ίσως η πιο δυ­να­τή επα­να­στα­τι­κή ανα­φο­ρά είναι το σύν­θη­μα «εί­μα­στε η σπίθα που θα ανά­ψει τη φλόγα» που επα­να­λαμ­βά­νε­ται κά­ποιες φορές στην ται­νία. Πρό­κει­ται για στίχο του εμ­βλη­μα­τι­κού «Δαί­μο­να» που έγρα­ψε ο δο­λο­φο­νη­μέ­νος ποι­η­τής Λέρ­μο­ντοφ, τον 19ο αιώνα. Εμπνε­ό­με­νος από αυτό το στίχο ο ρο­μα­ντι­κός επα­να­στά­της Λένιν ονό­μα­σε την πρώτη εφη­με­ρί­δα του ως «Σπίθα» («Ίσκρα»). Το να ακούς ξανά και ξανά τον αγα­πη­μέ­νο στίχο του Λένιν ως εν­θου­σια­στι­κή ατάκα από το στόμα ηθο­ποιών ται­νί­ας του Χόλ­λυ­γουντ, είναι σχε­δόν σαν όνει­ρο.

Δεν ξέ­ρου­με για πόσο ακόμη το Χόλ­λυ­γουντ θα υπο­θάλ­πει και θα ανα­δει­κνύ­ει ται­νί­ες που προ­κα­λούν στα ίσα τον Τραμπ και κη­ρύτ­τουν τον πό­λε­μο στον ρα­τσι­σμό και στη συ­ντή­ρη­ση. Αλλά, αυτή τη στιγ­μή, μια σειρά ται­νί­ες που προ­έρ­χο­νται από τα στού­ντιό του εμπνέ­ο­νται από τα κι­νή­μα­τα στις ΗΠΑ και στέ­κο­νται φι­λι­κά στον αγώνα των κα­τα­πιε­σμέ­νων για τα δι­καιώ­μα­τά τους. Δεν αμ­φι­βάλ­λου­με πως αυτό δεν μπο­ρεί να κρα­τή­σει για καιρό. 

Όμως τώρα που αυτό συμ­βαί­νει, τέ­τοια έργα τα κα­λω­σο­ρί­ζου­με ως προ­μή­νυ­μα νέων σκιρ­τη­μά­των από τα κάτω, που εν μέρει τα βιώ­νουν και εν μέρει τα προ­αι­σθά­νο­νται οι ευαί­σθη­τοι καλ­λι­τέ­χνες και τα ανα­δεί­χνουν μέσα από τα έργα τους. Και τα χρη­σι­μο­ποιού­με αυτά τα έργα, για να ανοί­ξου­με την κου­βέ­ντα για το ότι ο κό­σμος αλ­λά­ζει με ορ­γα­νω­μέ­νη δράση από τα κάτω. Κι ακόμα, τα απο­λαμ­βά­νου­με τούτα τα καλ­λι­τε­χνι­κά δη­μιουρ­γή­μα­τα, γιατί μας βοη­θούν να συ­ντη­ρή­σου­με μέσα μας τη μου­σι­κή του μέλ­λο­ντος και τη στα­θε­ρή από­φα­ση να τον αλ­λά­ξου­με τον κόσμο με Επα­νά­στα­ση.  

Ετικέτες