Εβδομήντα πέντε χρόνια ζωής συμπληρώνει ο Οργανισμός Βορειοατλαντικού Συμφώνου, γνωστός σε όλους μας ως ΝΑΤΟ.

Εβδομήντα πέντε χρόνια πολέμων, δικτατοριών, στρατιωτικών παρεμβάσεων, γεωπολιτικών εντάσεων και καταπίεσης λαών. Σήμερα το ΝΑΤΟ, παρά την κρισιακή του κατάσταση τα προηγούμενα χρόνια, επανέρχεται δυναμικά στο προσκήνιο επανακαθορίζοντας την αιμοσταγή του ταυτότητα. Ο πόλεμος στην Ουκρανία και η εθνοκάθαρση στην Παλαιστίνη, αποτελούν εύφορο έδαφος ανάπτυξης του πιο δολοφονικού διεθνούς οργανισμού στον μεταπολεμικό κόσμο.

Ίδρυση και σκοπός

Το ΝΑΤΟ ιδρύθηκε στις 4 Απριλίου του 1949 από 12 κράτη: Βέλγιο, Βρετανία, Γαλλία, Δανία, ΗΠΑ, Ισλανδία, Ιταλία, Καναδάς, Λουξεμβούργο, Νορβηγία, Ολλανδία, Πορτογαλία. Με τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, οι κυρίαρχες δυνάμεις του αμερικάνικου και ευρωπαϊκού καπιταλισμού επιχείρησαν να οικοδομήσουν μια κραταιά συμμαχία σε στρατιωτικό και οικονομικό επίπεδο που θα αποτελούσε ανάχωμα στην τότε σοβιετική επιρροή και θα εγγυούνταν την ανόρθωση της πληγωμένης από τον πόλεμο Ευρώπης. Στην πραγματικότητα επρόκειτο για μια νέα ιμπεριαλιστική μηχανή έτοιμη να κατασπαράξει οποιονδήποτε αμφισβητήσει την παγκόσμια κυριαρχία της. Αυτός είναι και ο λόγος που η ΕΣΣΔ, έχοντας εγκαταλείψει της επαναστατικές παραδόσεις της 3ης Διεθνούς, επιχείρησε λίγα χρόνια αργότερα να οικοδομήσει το αντίπαλο δέος στο ΝΑΤΟ υπογράφοντας το 1955 το Σύμφωνο της Βαρσοβίας. 

Οι νικητές και ωφελημένοι του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου μοίραζαν τον κόσμο σε σφαίρες επιρροής σαν να κόβουν σε κομμάτια μια φρατζόλα ψωμί. Είναι κυνικός ο τρόπος με τον οποίο ο πρώτος γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ, ο Βρετανός Λόρδος Ίσμεϊ, δήλωνε ότι η Βορειοατλαντική Συμμαχία φτιάχτηκε για να κρατά στην Ευρώπη «τους Αμερικανούς μέσα, τους Ρώσους έξω και τους Γερμανούς κάτω». Βέβαια ο συσχετισμός δύναμης, η οικονομική ανάπτυξη και η γεωπολιτική ρευστότητα, δε δίσταζε να αλλάζει τις προτεραιότητες μιας τέτοιας συμμαχίας. Δεν είναι τυχαίο ότι τη χρονιά της υπογραφής του Συμφώνου της Βαρσοβίας, η αναστηλωμένη και πολλά υποσχόμενη Δυτική Γερμανία εντάχθηκε με κάθε επισημότητα στο ΝΑΤΟ. Άλλωστε διακηρυγμένος σκοπός του ΝΑΤΟ ήταν -θεωρητικά- η υπεράσπιση της δημοκρατίας στα κράτη μέλη του. Βέβαια, αυτό δεν εμπόδισε τη συμπερίληψη της υπό στρατιωτική δικτατορία Πορτογαλίας, στα ιδρυτικά κράτη μέλη του. Πρόκειται για ωμή υποκρισία.

ΝΑΤΟ και Ελλάδα  

Η σχέση της Ελλάδας με το ΝΑΤΟ διαπνέεται διαχρονικά από πολύ παρασκήνιο, μεγαλοϊδεατισμό, γεωπολιτικές εντάσεις και εξωφρενικές πολεμικές δαπάνες. Η Ελλάδα εντάχθηκε στο ΝΑΤΟ το 1952 μαζί με την Τουρκία. Τα δύο θεωρητικά ανταγωνιστικά κράτη στη νοτιοανατολική Μεσόγειο θα συγκροτούσαν τη διαβόητη «Νοτιοανατολική πτέρυγα» του ΝΑΤΟ, με κύριο μέλημα τον έλεγχο των ανατολικών προσβάσεων στη Μεσόγειο και την πλευροκόπηση των χερσαίων διόδων της Ρωσίας προς τη Μέση Ανατολή. Στην πραγματικότητα, όμως τα δύο κράτη τις επόμενες δεκαετίες ανέπτυξαν έναν εξωφρενικό ανταγωνισμό για το ποιος θα είναι το καλύτερο μαντρόσκυλο της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας στην περιοχή. Αυτό οδήγησε σε αύξηση της έντασης σε πληθώρα περιπτώσεων, έντασης που έφτασε στα όρια πολεμικής σύρραξης.

Ο ρόλος του ΝΑΤΟ σε αυτή την εθνικιστική και μιλιταριστική παράκρουση μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας υπήρξε σημαντικός. Τα δύο κράτη προχώρησαν σε τεράστιες πολεμικές δαπάνες, παραχώρησαν τεράστιες εκτάσεις για δημιουργία στρατιωτικών βάσεων και διευκόλυναν φονικές στρατιωτικές επιχειρήσεις. Στο ελληνικό έδαφος αναπτύχθηκαν ΝΑΤΟϊκές στρατιωτικές βάσεις με καθεστώς πλήρως αδιαφανές και ανεξέλεγκτο. Καμία κυβέρνηση δεν δίστασε να αμφισβητήσει την παρουσία του ΝΑΤΟ στην Ελλάδα, ή έστω να περιορίσει τα εφαρμοζόμενα σχέδιά του. 

Ακόμη και η πρώτη κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου που είχε ως προμετωπίδα τα συνθήματα «Έξω οι βάσεις του θανάτου» και «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο», όχι μόνο ανέχτηκε το ΝΑΤΟ, αλλά συνέβαλε καθοριστικά στην εδραίωσή του στην ελληνική επικράτεια εκσυγχρονίζοντας το πλαίσιο λειτουργίας των βάσεων. Η δε κατ’ όνομα «αριστερή κυβέρνηση» του Αλέξη Τσίπρα υπήρξε η πιο ΝΑΤΟϊκή κυβέρνηση μεταπολιτευτικά, μετατρέποντας το ελληνικό έδαφος σε ένα απέραντο αμερικανονατοϊκό εργοτάξιο, μεγεθύνοντας παλιότερες βάσεις (Σούδα) και δημιουργώντας νέες και εξαιρετικά επικίνδυνες (Αλεξανδρούπολη). Την ίδια στιγμή αξιοποίησε το ΝΑΤΟ στο Αιγαίο για την ανακοπή των προσφυγικών κυμάτων από τη Μέση Ανατολή και υπέγραψε τη Συμφωνία των Πρεσπών, προκειμένου να εξυπηρετηθεί το σχέδιο του ΝΑΤΟ για ένταξη της Βόρειας Μακεδονίας στη Συμμαχία.

Το ΝΑΤΟ έχει επιδείξει μεγάλη ανθεκτικότητα στις εκάστοτε πολιτικές μετατοπίσεις και τα καθεστώτα που άσκησαν εξουσία στην Ελλάδα. Από την κεντρώα κυβέρνηση των Πλαστήρα-Σοφ. Βενιζέλου μέχρι τους χουνταίους συνταγματάρχες και από τις πιο ριζοσπαστικές μέχρι τις πιο συντηρητικές κυβερνητικές εκφάνσεις της μεταπολίτευσης, η παρουσία του δεν αμφισβητήθηκε ούτε στιγμή. Αντίθετα ξοδεύτηκαν απίστευτα ποσά σε πολεμικές δαπάνες και στρατιωτικούς εξοπλισμούς. Η Ελλάδα βρίσκεται διαχρονικά ανάμεσα στις χώρες που μόλις μετά τις ΗΠΑ ξοδεύουν το μεγαλύτερο ποσοστό σε πολεμικές δαπάνες συγκριτικά με το ΑΕΠ τους. Ακόμη και την περιβόητη εποχή των μνημονίων και της λιτότητας που τσακίστηκε το κοινωνικό κράτος και το βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων, οι πολεμικές δαπάνες παρέμειναν σε δυσθεώρητα επίπεδα. Επί κυβέρνησης Τσίπρα το 2018, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του ΝΑΤΟ, η Ελλάδα ήταν η 2η στην κατάταξη των χωρών-μελών της Συμμαχίας ως προς τις αναλογικές πολεμικές δαπάνες (2,23% του ΑΕΠ), πίσω μόνο από τις ΗΠΑ που διέθεταν το 3,39% του ΑΕΠ. Τη σκυτάλη πήρε περήφανα ο Κυριάκος Μητσοτάκης θέτοντας σε εφαρμογή κολοσσιαία εξοπλιστικά προγράμματα, αξίας πολλών δισεκατομμυρίων ευρώ.

ΝΑΤΟ και Πόλεμος

«Τόσα χρόνια ΝΑΤΟ η ίδια ιστορία, Χούντες-Πόλεμοι-Τρομοκρατία» λέει ένα διαχρονικό αντιπολεμικό σύνθημα της Αριστεράς, και περιγράφει με μεγάλη ακρίβεια τη δραστηριότητα της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας σε διεθνές επίπεδο. Η λεγόμενη «ανθρωπιστική δράση» του ΝΑΤΟ έχει αποδειχθεί πολλάκις αιματοβαμμένη. Δεν μπορούμε να συμπεριλάβουμε σε ένα μόνο άρθρο την πολυετή δολοφονική δράση του. Θα αναφέρουμε μόνο ενδεικτικά τις πιο μεγάλες εγκληματικές παρεμβάσεις της ηγετικής του δύναμης (ΗΠΑ) ή/και των συμμαχικών κρατών, στις οποίες υπήρξε ξεκάθαρη παραβίαση του διεθνούς δικαίου, όπως στις περιπτώσεις της Κούβας, της Κορέας, του Βιετνάμ, της Ινδοκίνας, της Χιλής, της Αλγερίας, της Παλαιστίνης, του Παναμά, της Λιβύης, του Λιβάνου, της Δομινικανής Δημοκρατίας, της Νικαράγουας, του Σαλβαντόρ, της Βοσνίας, της Γιουγκοσλαβίας, του Αφγανιστάν και του Ιράκ. Βομβαρδισμοί αμάχων, βασανιστήρια απλών πολιτών, εκτοπίσεις πληθυσμών και στήριξη των πιο σκληρών καθεστώτων στο όνομα της διασφάλισης της ειρήνης και της δημοκρατίας, είναι λίγα από τα πεπραγμένα των μελών αυτού του Οργανισμού που καμώνεται ότι συνενώνει τους «δημοκράτες». 

Η Ελλάδα έχει υπάρξει κι αυτή συνένοχη σε πολλά από αυτά τα εγκλήματα. Τη δεκαετία του '50 η επέμβαση κρατών-μελών του ΝΑΤΟ στην Κορέα βάφτηκε και με ελληνικό αίμα, με απολογισμό 195 νεκρούς στρατιώτες, 610 τραυματίες και 4 χαμένα αεροσκάφη. Το στρατιωτικό πραξικόπημα του 1967 βασίστηκε σε μεγάλο βαθμό σε αντικομμουνιστικά δίκτυα (ΙΔΕΑ), υπό την καθοδήγηση των ΝΑΤΟϊκών αξιωματούχων και των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών, μπροστά στην ανασύνταξη του μαζικού κινήματος και της Αριστεράς. Στους ΝΑΤΟϊκούς βομβαρδισμούς της Γιουγκοσλαβίας το 1999 χρησιμοποιήθηκαν ελληνικές στρατιωτικές βάσεις, λιμάνια, αεροδρόμια, ολόκληρο το ελληνικό έδαφος παραδόθηκε στη ΝΑΤΟική πολεμική μηχανή. Το 2003 η Ελλάδα συμμετείχε στο έγκλημα των ΗΠΑ στο Ιράκ. Το κρίσιμο διάστημα της επίθεσης στο Ιράκ (20 Μάρτη - 30 Απρίλη 2003), 5.270 αεροσκάφη των ΗΠΑ και των τότε «πρόθυμων» συμμάχων τους με κατεύθυνση το Ιράκ προσγειώθηκαν ή περνώντας από τον εθνικό εναέριο χώρο της Ελλάδας, έδωσαν αναφορά πορείας στη Σούδα. Σήμερα η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη δηλώνει πρόθυμη να στηρίξει επιχειρησιακά και πολιτικά οποιαδήποτε ενέργεια του ΝΑΤΟ είτε στα Βαλκάνια, είτε στη Μέση Ανατολή.

Αντιπολεμικό κίνημα και Αριστερά

Παρά την έντονη δραστηριοποίηση και εμπλοκή του ΝΑΤΟ στα ελληνικά πράγματα, η πλειοψηφία του κόσμου της εργασίας ποτέ δεν ταυτίστηκε με τις επιδιώξεις του στην περιοχή. Τις δεκαετίες του ’70 και του ’80 υπήρξαν δυναμικές κινητοποιήσεις ενάντια στις περίφημες «βάσεις του θανάτου». Τη δεκαετία του ’90, σε μια περίοδο που είχε καταρρεύσει το «αντίπαλο δέος» της ΕΣΣΔ και οι όποιες αυταπάτες δημιουργούσε αυτή σε μια μερίδα της εργατικής τάξης για έναν καλύτερο κόσμο, το εργατικό κίνημα και η ριζοσπαστική Αριστερά, δεν άλλαξαν τις αναλύσεις τους γύρω από το ρόλο και τη δράση του ΝΑΤΟ. Η κρίση των Ιμίων απέδειξε με τον πιο περίτρανο τρόπο το πώς ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός αξιοποιεί, αλλά και επιβάλλεται στους ελληνοτουρκικούς εθνικισμούς και ανταγωνισμούς προκειμένου να εξυπηρετεί τα δικά του συμφέροντα. Το αντιπολεμικό κίνημα ενάντια στην επέμβαση στο Ιράκ, υπήρξε επίσης μια δυναμική δήλωση αντίθεσης στα ιμπεριαλιστικά δολοφονικά σχέδια στη Μέση Ανατολή. 

Μέχρι σήμερα, τα ταξικά και αντιμπεριαλιστικά αντανακλαστικά της εργατικής τάξης αποτυπώνονται με τον πιο δυναμικό τρόπο στις διαδηλώσεις αλληλεγγύης στον παλαιστινιακό λαό και στις μεγάλες κινητοποιήσεις που οργανώνονται όταν κάποιος κορυφαίος πολιτικός ηγέτης ή αξιωματούχος του ΝΑΤΟ επισκέπτεται την Ελλάδα. Είναι πολύ σημαντικό ότι χάρη στην διαρκή επαγρύπνηση της Αριστεράς, είναι βαθιά εγγεγραμμένη στη συλλογική συνείδηση η σημασία της πάλης ενάντια στον πόλεμο, το μιλιταρισμό και τον εθνικισμό. Όμως εδώ χρειάζεται μια σημαντική επισήμανση: Η αντίθεση στον ιμπεριαλισμό είναι διαφορετικό πράγμα από τον τυφλό αντιαμερικανισμό. Η πρώτη είναι μια στάση αγώνα ενάντια στη δική μας αστική τάξη που συνεργάζεται με τα ΝΑΤΟϊκά συμφέροντα, η δεύτερη είναι μια στάση ξεπλύματος της ελληνικής αστικής τάξης που «αναγκάζεται» να σέρνεται πίσω από τα αμερικάνικα συμφέροντα. 

Το αντικαπιταλιστικό κίνημα και η Αριστερά, ειδικά σήμερα, έχουν χρέος να στέκονται απέναντι στο ΝΑΤΟ που αποτελεί τον πολεμικό βραχίονα των ισχυρών κρατών του δυτικού κόσμου, όσο και σε οποιαδήποτε άλλη ιμπεριαλιστική συμμαχία, επιχειρήσει να ηγεμονεύσει σε διεθνές επίπεδο. Στην Ελλάδα, η καλύτερη προσπάθεια σε αυτή την κατεύθυνση είναι η μαζική, ριζοσπαστική και ενωτική αντιπολίτευση της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς απέναντι στις δολοφονικές πολιτικές με τις οποίες συντάσσεται αυτή τη στιγμή η κυβέρνηση Μητσοτάκη. Σε μια περίοδο που οξύνονται οι οικονομικοί ανταγωνισμοί και εντείνονται οι πολεμικές συρράξεις, το αντιπολεμικό κίνημα οφείλει να υψώσει ψηλά τη σημαία της αλληλεγγύης και της εναντίωσης στα πολεμικά σχέδια των από πάνω. Μόνο έτσι θα καταφέρουμε να επαναφέρουμε στο προσκήνιο τη συζήτηση για μια άλλη κοινωνία, χωρίς βάσεις θανάτου, εξωφρενικά εξοπλιστικά προγράμματα, γεωπολιτικές συγκρούσεις και χιλιάδες νεκρούς στο όνομα της «ειρήνης» και της «δημοκρατίας».

*Αναδημοσίευση από την Εργατική Αριστερά

Ετικέτες