Η έντιμη συζήτηση που υπάρχει μέσα στη ριζοσπαστική Αριστερά και ιδιαίτερα στον μαζικότερο μετωπικό σχηματισμό της, τη Λαϊκή Ενότητα, πιστεύω ότι βαθαίνει με τα «διά ταύτα». Για να καταλαβαίνουμε και οι «κοινοί θνητοί» περί τίνος πρόκειται, για να μπορεί να πάρει κάποια στιγμή θέση και η «μάζα» των αγωνιστών/αγωνιστριών του κινήματος και της Αριστεράς. Με αφορμή την πρόσφατη αρθρογραφία των σ. Λαπαβίτσα - Μάρταλη - Μπελαντή, περί του πολιτικού προγράμματος της ριζοσπαστικής Αριστεράς, λοιπόν, το κείμενο αυτό.

Από τη μια υπάρχουν οι ισχυρισμοί με τους πολύπλοκους ή αμφίσημους όρους. Όλοι -ακόμη κι αυτοί που δεν θα θέλαμε!- αναφέρονται στο «σοσιαλιστικό ορίζοντα». Ή στις ανισότιμες -ταυτοχρόνως «συνεταιρικές» και ανταγωνιστικές- σχέσεις μεταξύ των κρατών, ή στην υποτιθέμενη υποτέλεια του ελληνικού καπιταλισμού στο τρίτο ή τέταρτο ιμπεριαλιστικό μπλοκ ή στο «μεταβατικό πρόγραμμα» κ.ο.κ. Μπορεί κανείς να απαντήσει αναλυτικά, λογικά, θεωρητικά, με ιστορικά παραδείγματα για το ένα ή για το άλλο. Μπορεί κανείς να απαντήσει και με ερωτήσεις. Για παράδειγμα, αν η ελληνική -ή οποιαδήποτε- αστική τάξη κλείνει τις διεθνείς συμφωνίες της όχι κατά τον προσφορότερο για τα συμφέροντά της τρόπο αλλά κατά τον «υποτακτικότερο». Αν η μετονομασία της αντικειμενικής ανισοτιμίας σε υποκειμενική υποταγή/υποτέλεια σημαίνει ότι η Αριστερά διαθέτει καλύτερες προτάσεις ανάπτυξης για τη «χώρα» ή αν πρόκειται για απλή παρεξήγηση όρων. Μπορεί κανείς επίσης να επικρίνει για ιδεαλισμό τις θεωρίες της υποταγής ή όσους θεωρούν (;) ότι χωρίς το ευρώ δεν θα υπήρχε υποβάθμιση του πιο αδύναμου καπιταλισμού, ούτε και κρίση και πολιτικές λιτότητας.

Ωστόσο, πιστεύω ότι είναι πιο χρήσιμο να εισαχθεί άλλος τρόπος, άλλες ερωτήσεις στη συζήτηση για το πολιτικό πρόγραμμα και τον προσανατολισμό της ριζοσπαστικής Αριστεράς στην κρίση - και σε κρίση.

Πατριωτισμός, αντι-ιμπεριαλισμός, αντικαπιταλισμός, διεθνισμός κ.λπ.: καταλήγουν σε ποια πρακτικά μέτρα; Η παράθεση των εφαρμοστέων πολιτικών, των χειροπιαστών μέτρων που θα συνεπαγόταν η ηγεμόνευση της α' ή β' θεωρητικής άποψης, ξεμπερδεύουν νομίζω το κουβάρι γύρω από έννοιες που χρησιμοποιούν πολλοί συστηματικοί αρθρογράφοι και δημοσιολόγοι της Αριστεράς.

Όραμα για το σοσιαλισμό, όχι για την αποφυγή του

Έχουμε λοιπόν από τη μία μεριά, αδρά τοποθετημένο, το εξής σύνολο, θεωρητικών προκείμενων και πρακτικού διαταύτα. Η αναγνώριση ότι η πολιτική εξαθλίωσης που ακολουθείται είναι μονόδρομος για την ελληνική μεγαλοαστική τάξη, μέσα σε συνθήκες κρίσης και διαρκώς απειλούμενης υποβάθμισής της· μαζί με τη «διεθνιστική» αντίληψη ότι ελληνικό και ξένο κεφάλαιο συνεργάζονται γι’ αυτήν την πολιτική -ασχέτως αν μαλώνουν κάποιες φορές για τη μοιρασιά- και άρα μπορούν να αντιμετωπιστούν ως ενιαίος αντίπαλος, με το εγχώριο όμως μέρος να αποτελεί το «εντός βεληνεκούς μας» μέρος κι άρα τον κύριο κατ’ αρχάς εχθρό· αυτές οι περίπλοκες προκείμενες καταλήγουν αναγκαστικά σε μέτρα που τείνουν να αφαιρέσουν απ' αυτήν την ελληνική αστική τάξη κάθε πολιτική και οικονομική εξουσία. Για να αντιστραφούν τα «Μνημόνια» εις βάρος της και να δοθούν αυτές οι εξουσίες στους εργαζόμενους. Παρωθώντας ταυτόχρονα τους τελευταίους να οργανωθούν καλύτερα ως τάξη, γιατί έτσι θα έχουν άμεσα και ορατά οφέλη στη ζωή τους. Πρόκειται για μέτρα-συνθήματα που μπορούν ίσως να κατηγοριοποιηθούν έτσι:

1. Περιορισμός της οικονομικής επιφάνειας του κεφαλαίου, ώστε να αντιστραφεί το Μνημόνιο: η αύξηση των μισθών, η διαγραφή του χρέους και η βαριά φορολογία, όλα εις βάρος των κερδών, των υψηλών εισοδημάτων και του συσσωρευμένου πλούτου.

2. Αλληλένδετος ο περιορισμός της οικονομικής εξουσίας του κεφαλαίου: η απαλλοτρίωση (κοινωνικοποίηση με εργατικό έλεγχο) των βασικών τομέων της οικονομίας (και της μαζικής «ενημέρωσης»), για να αντιμετωπιστεί πρώτα-πρώτα το οικονομικό σαμποτάζ.

3. Περιορισμός της πολιτικής εξουσίας του κεφαλαίου: η παραπάνω απαλλοτρίωση πρέπει να αφορά και τα ΜΜΕ, η παράκαμψη/συντριβή όλων των θεσμικών εμποδίων στην πορεία αυτής της συνολικής πολιτικής (π.χ. παρεμβάσεις ανωτάτων δικαστηρίων υπέρ του δικαιώματος στην «περιουσία»).1

4. Αλληλένδετη η παραβίαση όλων των διεθνών συμφωνιών που έχει συνάψει η άρχουσα τάξη στο βαθμό που αυτές εμποδίζουν όλα τα προηγούμενα, δηλαδή την ανατροπή υπέρ των κατώτερων τάξεων.

5. Αλληλένδετη με όλα τα παραπάνω η επέκταση των οικονομικών και πολιτικών εξουσιών όχι απλά του τάχα ουδέτερου κράτους, αλλά των εργαζομένων: η θεσμοθέτηση του εργατικού ελέγχου σε μεγάλες και μεσαίες επιχειρήσεις που θα παραβιάζουν τον κορσέ μιας σκληρά φιλεργατικής νομοθεσίας, η συνδιοίκηση σε όλες τις ιδιωτικές επιχειρήσεις και τομείς του κράτους που αυτή θα είναι δυνατή (δηλ. όχι στις μικρές επιχειρήσεις όπου δεν υπάρχουν καν σωματεία).

Άρα η κεντρική οργάνωση της οικονομίας, από το εξωτερικό εμπόριο μέχρι τις τράπεζες κι από το νόμισμα μέχρι τη διανομή φαρμάκων, με τρόπο όμως που αρχίζει να θεσμοθετεί πρακτικά και να υπενθυμίζει μαζικά την εργατική και λαϊκή εξουσία.

Ασχέτως αν συμφωνεί κανείς πλήρως με αυτές τις αδρές κατευθύνσεις κι αν υπάρχουν ασάφειες ή ανακρίβειες, από τις δύο «θεωρητικές» προκείμενες προκύπτει ένα μεταβατικό πρόγραμμα που υπόσχεται όχι ομαλότητα, αλλά επίταση της ταξικής πάλης. Που μεταβαίνει στο σοσιαλισμό κι όχι σε μια άλλη διαχείριση του υπάρχοντος αποτυχημένου μοντέλου. Που δείχνει κατεύθυνση και στοχοποιεί τον ταξικό εχθρό, όπως μας έχει στοχοποιήσει αυτός. Που δεν αποτελεί τσελεμεντέ με αυστηρά καθορισμένη δοσολογία για «σίγουρη επιτυχία», αλλά που ενθαρρύνει τον κόσμο να παλέψει. Που οπωσδήποτε δεν είναι συμβατό με το... ευρώ, όσο δεν είναι και με τη βάση της Σούδας, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και τη βδελυρή συμμαχία με Ισραήλ και Σίσι. Είναι πράγματα που ξέρουμε, που πρέπει σίγουρα να εξηγούνται και που θα φαίνονται πιο αυτονόητα όσο προχωρά ο αγώνας και η κρίση.

Με μια τέτοια ενότητα θεωρίας-πράξης δένονται πρακτικές πρωτοβουλίες και όχι οι όροι μιας νέας «ανάθεσης». Εν ολίγοις, «Αγώνας να πέσει το Μνημόνιο και όποιος το στηρίζει» και «Μνημόνιο στους πλούσιους». Εν ολίγοις, σύμφωνα με αυτό το πλάνο πρέπει να περιγράψουμε με «απολυτότητα βούλησης», όχι απλά την έξοδο από το ευρώ (επειδή έλαχε το ευρώ να αντιμετωπίσουμε πιο εκκωφαντικά), αλλά την έξοδο από το καθεστώς, τη ρήξη με όσα στηρίζουν τα Μνημόνια, το νεοφιλελευθερισμό - το σημερινό, «υπαρκτό» καπιταλισμό.

Γιατί ακόμη και σε συνθήκες «στενού οικονομικού περιορισμού» αδυνατώ να κατανοήσω πώς θα δικαιολογείται -μάλιστα από τώρα!- οποιαδήποτε «αγωνιστική» λιτότητα όσο εξακολουθεί και υπάρχει στην Ελλάδα έστω και ένας εκατομμυριούχος (τον μετράω σε... ευρώ).

Αυτό το πλάνο ισχυρίζεται ότι μια τέτοια σαφήνεια ήταν που έλειψε από την εναλλακτική μας λύση. Αυτή χάθηκε σε θεωρίες... εξαγωγών και τουρισμού και συχνά δεν υπονοούσε καν μια οποιαδήποτε «ζημιά για το κεφάλαιο». Όμως αυτά έχουν αναπτυχθεί αρκετά από άλλους συντρόφους.

Μετάβαση στο σοσιαλισμό - μετάβαση στη δραχμή: υπάρχει διαφορά;

Εκτός από αυτό το σύνολο-προγραμματικό πλάνο, τι άλλο εφαρμοστέο υπάρχει στα βασικά; Ποια μέτρα, διαφορετικά ή έστω ποιοτικά καινούργια στα προηγούμενα, εκπορεύονται από τις θεωρίες υποτέλειας/υποταγής στην Eυρωζώνη; Ποια μέτρα εννοούνται διαφορετικά μεταξύ «λύσης στα προβλήματα της Ελλάδος» και λύσης στα προβλήματα των κατώτερων στρωμάτων; Προφανώς δεν αποτελούν ποιοτικά διαφορετικά μέτρα οι ταξικά άχρωμες τεχνοκρατικές προτάσεις τύπου «ομόλογα εσωτερικού δανεισμού» (που μπορεί να χρειαστούν ή όχι, να έχουν ένα αποτέλεσμα ή και κανένα). Ούτε καν οι «νέες θέσεις εργασίας», ειδικά αν δεν λέγεται από πού θα βρεθούν τα λεφτά. (Η... «ΔΕΘ» μιλούσε για ΕΣΠΑ και είδαμε τα ολέθρια αποτελέσματα.) Τα «συσσίτια για την ακραία φτώχεια» και την καταπολέμηση της... διαφθοράς, μάλλον δεν θέλω να τα αγγίξω. Μήπως τότε η υποτίμηση του νομίσματος για χάρη της ανταγωνιστικότητας; Αλλά και αυτό έχει απαντηθεί ικανοποιητικά από άλλους.

Μια άλλη ερώτηση είναι, ποια μέτρα από τα προηγούμενα αποσιωπώνται από τις θεωρίες υποτέλειας.2

Ιδέα που αξίζει να εμβαθυνθεί με συγκεκριμένα μέτρα είναι ο «διακριτός» καπιταλιστικός τομέας που πρέπει να στηρίξει την ανάπτυξη, όπως αναφέρει απαιτητικά ο σ. Μπελαντής. Ας μας ειπωθεί όμως, «με κάπως συγκεκριμένο τρόπο», ποιοι καπιταλιστές και γιατί, με τι κέρδη και με τι συνθήκες εργασίας θα δεχτούν να στηρίξουν αυτό τον «τομέα», έμμεσα να στηρίξουν μια «ανάπτυξη με σοσιαλιστικά στοιχεία»! Τι είδους σοσιαλιστικά στοιχεία είναι αυτά -πάλι «συγκεκριμένα»;3 Από πού κι ως πού μπορεί κανείς να ισχυρίζεται ότι εκτιμά π.χ. τον πληθωρισμό σε ορισμένο ύψος ή το μεσοδιάστημα πριν την «ανάκαμψη» (σε συνθήκες ρήξης και ανατροπής, εξ ορισμού ασταθείς και απρόβλεπτες!), αλλά να μην μπορεί να «προβλέψει» αν θα ανέβουν ή θα κατέβουν (ούτε καν ποιοτικά!) η αγοραστική δύναμη και η φτώχεια του πληθυσμού; Άραγε, για ποιο από τα δύο έχει νόημα να δεσμευτεί η Αριστερά σήμερα; Και για να μην είναι στον αέρα, με εγγύηση ποια πολιτική στρατηγική; Εννοώ, εάν προσπαθεί να κάνει μαζική πολιτική και όχι προφητείες.4 Νομίζω, όλοι κατανοούν ότι ούτε με ευρώ ούτε με δραχμή δεν θα... βρέξει χρήμα, ότι η χρηματοδότηση των αναγκών μας από κάπου πρέπει να προκύψει, από κάποια πραγματική αξία, κάποιον πραγματικό συσσωρευμένο πλούτο: εξ ου ως βάση του προγράμματος το αντι-Μνημόνιο, με κάθε αναγκαίο μέσο. Και αν αναγκαία μέσα είναι η «στοχοποίηση» και η αφαίρεση κάθε εξουσίας του κεφαλαίου, η έκδοση νομίσματος ανήκει εκεί, έχει αναχθεί (όχι κυρίως από την Αριστερά) ως η «συμβολικότερη», αλλά δεν είναι ούτε κατά διάνοια η σημαντικότερη πλευρά.

Ενώ ο καλόπιστος διάλογος είναι πάνω από όλα, παροτρύνουμε προφανώς τους συντρόφους που κινούνται στην κατεύθυνση εξεύρεσης τέτοιου τύπου συγκεκριμένων και ρεαλιστικών λύσεων να μη βαδίσουν την ατραπό που δίνει λαβές στους πολιτικούς αντιπάλους της Αριστεράς. Αυτούς που θέλουν να της προσάψουν ότι ευαγγελίζεται μια λιτότητα με δραχμή. Πιστεύω ότι μπορούμε να απαλλαγούμε από τη ρετσινιά της λιτότητας -είτε περήφανης είτε αριστερής είτε κακής πλην τίμιας- με έναν καθαρό τρόπο.

Εν τω μεταξύ, ερωτήματα υπάρχουν πολλά και θα γεννιούνται και διαφορετικά, καθόσον αυτή η κουβέντα προχωρά γειωμένη σε όλο και ευρύτερο κόσμο. Για όλα έχει να πει, όλα μπορεί να τα απαντήσει πειστικά η ριζοσπαστική Αριστερά.5 Αρκεί αυτή, ασχέτως των ενδιάμεσων διευκρινίσεων και των επικαιροποιημένων/συγκεκριμένων συνθημάτων, να ξεκινά και να τελειώνει με μια ταξική πολιτική ανάλογης σκληρότητας με αυτή που εφαρμόζεται τώρα, αλλά αντίθετης κατεύθυνσης. Χωρίς αυτό, θα 'ταν σαν να υποτάσσεται στην ηττοπάθεια, στην παντοδυναμία του ταξικού αντιπάλου, όσα σύμβολά του και αν σκίσει.

Το ευρώ έχει μετατραπεί όντως σε σύμβολο της ταξικής πολιτικής που ακολουθείται, σύμβολο που θα πρέπει να αποσυντεθεί, να καταργηθεί. Αλλά με την τάξη που υπαγορεύει την πολιτική, με την ουσία παρά με τη μορφή, με το ελληνικό κεφάλαιο παρά με τα σύμβολά του - θα καταπιαστούμε;

Θα σχεδιάσουν οι ποικιλόχρωμοι γάτοι πώς θα φάνε τα ποντίκια που μας κατασπαράζουν; Και πώς δεν θα μείνουν στα σχέδια;

Σημειώσεις

1. Π.χ. με νέο Σύνταγμα με δημοψήφισμα, με «μη καθωσπρέπει μεθόδους» ή κάθε άλλο πρόσφορο μέσο. Είναι συζήτηση που ακούγεται ουρανοκατέβατη, αλλά θα τείνει να αποδειχθεί απαραίτητη με το που ανακοινωθούν τα i) και ii) από μια Αριστερά αρκετά μαζική για να είναι «ενοχλητική».

2. Αυτά είναι κάποια από τα μέτρα που προτείνει ο σ. Κ. Λαπαβίτσας.

3. Στο άρθρο του σ. Μπελαντή («Άσπρος γάτος, μαύρος γάτος;»), υπάρχει θέμα μεθοδολογικής ισονομίας. Ένα η «συγκεκριμενοποίηση». Άλλο, ως λεπτομέρεια, αλλά χτυπητή στην αρχή-αρχή, η σημασία των «αποχρώσεων». Όποιος δίνει μεγάλο βάρος στις αποχρώσεις και τις οικογένειες της Αριστεράς, πρέπει να το κάνει για όλους. Έτσι, θα μπορεί να καταλάβει το λόγο που δεν χρησιμοποιείται συχνά πια ο όρος «τροτσκισμός», όπως και ο όρος «σταλινισμός» άλλωστε: επειδή αναφορά στην ίδια -τη μία ή την άλλη- παράδοση, ακόμη και στον υποτιθέμενο κοινό τόπο του «μαρξισμού» ή του «κομμουνισμού», έχουν οργανώσεις και ομάδες της Αριστεράς και της «Αριστεράς» με τις πιο διαφορετικές και αντικρουόμενες πολιτικές πρακτικές. Οι ετικέτες των παραδόσεων, επομένως, δεν λένε και πολλά και χρήζουν ανανοηματοδότησης. Αυτή δεν γίνεται από τα λόγια, αλλά από τη σημερινή ιστορία. Άρα πολύ καλώς που δεν πολυχρησιμοποιούνται αυτοί οι όροι. Το λοιπόν, η ετικετολογία δεν βοηθά να καταλάβει κανείς τις πραγματικές διαφορές, τις αιτίες τους και το πώς μπορεί να συνεχιστεί μια καλόπιστη συζήτηση για την εύρεση της καλύτερης λύσης στα προβλήματα.

4. Είναι αξεκαθάριστο σε μεγάλο βαθμό μέσα σε αυτή τη συζήτηση το πού αρχίζουν και πού τελειώνουν οι αναγκαίες συγκεκριμενοποιήσεις ενός πολιτικού προγράμματος-προτάγματος. Το τι πρέπει να πεις στον κόσμο, όχι γιατί θέλει να ακούσει «ένα ψέμα ν' αποκοιμηθεί», αλλά γιατί θέλει να αποκρυσταλλώσει τις αλήθειες που υποψιάζεται ή ήδη ξέρει. Αυτού του είδους οι «τεχνικές» συγκεκριμενοποιήσεις-συνθήματα, νομίζω, πρέπει να είναι πολιτικές, να είναι ελέγξιμες από μη τεχνοκράτες, από τον κόσμο της εργασίας, από όλους μας. Αλλιώς, είναι απατηλές και μη-δημοκρατικές. Π.χ. από την κοινή πείρα των capital controls για τους φτωχούς, μπορεί να προκύπτει ως σύνθημα η κρατικοποίηση όλων των τραπεζών και της ΤτΕ, σε κόντρα με την Ευρωζώνη, παρόλο που σε άλλη εποχή θα θεωρούνταν και θα ήταν για το ευρύ κοινό «ψιλά τεχνικά γράμματα».

Όταν οι τεχνικές αναλύσεις προηγούνται των πολιτικών αποφάσεων και προσπαθούν οι πρώτες να χαράξουν πολιτική, είναι πιθανό να δημιουργούνται και οξύμωρα. Όπως με τη μάλλον ατυχή διατύπωση του Κ. Λαπαβίτσα ότι «φυσικά, δεν πρέπει να υπάρχει εκ

 των προτέρων προειδοποίηση για την υιοθέτηση της νέας δραχμής» για να... προειδοποιήσει ο ίδιος στην αμέσως επόμενη γραμμή, δίνοντας τις καταζητούμενες (;) λεπτομέρειες που (δεν) συνιστούν «γραμμή μαζών» (;!), ότι «όλες οι σημαντικές αποφάσεις θα πρέπει να ληφθούν μέσα στο πρώτο Σαββατοκύριακο».

Αυτή η παρατήρηση πραγματικά δεν αφορά τον σ. Κ. Λαπαβίτσα, αλλά την πολιτική Αριστερά που πρέπει να αποφασίσει τι στ' αλήθεια αποζητά ο κόσμος μας και να προσανατολίσει το δημόσιο λόγο της, για να τον υπηρετήσουν μετά οι ειδικοί της με σχεδιασμούς, «προειδοποιημένους» ή μη.

Στις συνθήκες που είμαστε, εκατό φορές περισσότερη αξία έχει τόσο η σαφής πολιτική κατεύθυνση για το ποιος θα πρέπει να πληρώσει και με ποια διαδικασία, όσο και η αναζωογόνηση των αντιστάσεων. Όχι η τεχνοκρατική αφήγηση μιας ολοκληρωμένης αλληλουχίας, που θα ανατρέπεται αναπόφευκτα σε κάθε στροφή της ταξικής πάλης. Πέρα από την κατεύθυνση, για χάρη της πολιτικής σαφήνειας, να συζητήσουμε και για βασικά «μέτρα» και προτάγματα. Να σκεφτούμε όμως ότι αφενός δεν θα... αναλάβουμε την κυβέρνηση σύντομα, αφετέρου για το αν είναι ντε και καλά αναγκαίο «πρώτα» να την αναλάβουμε και «μετά» να αρχίσουμε να υλοποιούμε ένα τέτοιο πρόγραμμα. Αναλογιζόμενοι και την ιστορική πείρα που δεν προαπαιτεί πάντα κυβερνητική εξουσία για να συντελεστούν τεκτονικές ιστορικές ανατροπές.

5. Υπάρχει όντως θέμα συζήτησης για το αν μπορούν να είναι ραχοκοκαλιά των ελπίδων μας οι σημερινές ατομικές/μικρές επιχειρήσεις. Όμως, ναι, σύντροφε Μπελαντή, ούτε κατά το μεταβατικό πρόγραμμα ούτε κατά τη σοσιαλιστική οικοδόμηση φαίνεται πιθανό ότι θα «εθνικοποιήσουμε» μέχρι και τους κρεοπώλες. Φτάνει αυτό για την ώρα ως καπιταλιστικός τομέας ή χρειάζεται και κάτι παραπάνω; Επίσης ναι, «έχει ζητήματα οικονομικής ανταγωνιστικότητας, παραγωγικότητας και σύγκρουσης στη διεθνή αγορά» μια οποιαδήποτε χώρα υπό μετάβαση, αλλά λύνονται σε μια διεθνή πολιτική δυναμική, δεν λύνονται με «ΝΕΠ», κι ούτε βοηθάς τη διεκδίκηση καν να τα λύσεις εισηγούμενος «οπισθοδρόμηση» (και αυτό είναι λόγος του Λένιν...) κιόλας πριν ξεκινήσεις. Τέλος, ναι, μάλλον υπάρχει διαφωνία για το τι και πώς ήταν η “ΝΕΠ”. Μα μπορούμε να συμφωνήσουμε ότι η Οκτωβριανή δεν έγινε έχοντας ως σύνθημα τη ΝΕΠ αλλά τα ακριβώς αντίθετα; Που τα πρώτα χρόνια τα υλοποίησε κιόλας;