Η σχέση μεταξύ της αυτοοργάνωσης της εργατικής τάξης και της πρωτοπόρας οργάνωσης είναι ένα από τα πιο δύσκολα προβλήματα του μαρξισμού. Μέχρι τώρα, το πρόβλημα αυτό δεν έχει αντιμετωπιστεί συστηματικά, ούτε υπό το πρίσμα της θεωρίας ούτε υπό το πρίσμα των εμπειρικών δεδομένων για την πάλη των εργατών, που συσσωρεύτηκαν τα τελευταία εκατόν πενήντα χρόνια. Παρόλο που ο Ένγκελς (1) (αλλά και ο Μαρξ, αν και λιγότερο) ασχολήθηκε με το πρόβλημα αυτό σε πολυάριθμες επιστολές και άρθρα, αυτό ισχύει και για τους θεμελιωτές του επιστημονικού σοσιαλισμού.

Μια επισκόπηση των πιο γνωστών έργων που είναι αφιερωμένα σε αυτό το πρόβλημα - το "Τι να κάνουμε;" του Λένιν, το "Οργανωτικά προβλήματα της ρωσικής σοσιαλδημοκρατίας" της Ρόζα Λούξεμπουργκ, τα γραπτά του Κάουτσκι κατά του Μπερνστάιν, της Ρόζα Λούξεμπουργκ και των Μπολσεβίκων, το "Παιδική ασθένεια" του Λένιν και το "Παράνομο κόμμα" του Ότο Μπάουερ - αποκαλύπτει ότι είναι όλα πολεμικής φύσης και επομένως αποσπασματικά και περιστασιακά. Τα πρώιμα έργα του Λούκατς, “Ιστορία και ταξική συνείδηση” και Λένιν, έχουν τόσο υψηλό επίπεδο αφαίρεσης που δεν μπορούν να περιέχουν συστηματική επεξεργασία του θέματος. Τα γραπτά του Γκράμσι στις αρχές της δεκαετίας του 1920 πλησιάζουν στην αντιμετώπιση του προβλήματος. Πρόκειται όμως κυρίως για ανομοιογενή άρθρα εφημερίδων και όχι για μια συστηματική περιγραφή (2).

TrotskiΣκίτσo: Σόνια ΜητραλιάΩστόσο, όταν εξετάζουμε το συνολικό έργο ορισμένων κλασικών μαρξιστών, έχουμε διαφορετική εντύπωση. Για περισσότερο από ένα τέταρτο του αιώνα, ο Λένιν και η Ρόζα Λούξεμπουργκ ασχολήθηκαν με αυτό το κεντρικό πρόβλημα της μαρξιστικής θεωρίας και πρακτικής. Τα διαδοχικά γραπτά τους δεν αντανακλούν μια αμετάβλητη άποψη, αλλά δίνουν την εικόνα μιας διαδικασίας ωρίμανσης, που τρέφεται από την εμπειρία. Είναι γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο που είναι δυνατόν να οικοδομηθεί μια ολοκληρωμένη θεωρία με βάση το έργο τους, έστω και αν παραμένει ανοιχτό το ερώτημα αν οι αναφερόμενοι συγγραφείς -που δεν επεξεργάστηκαν οι ίδιοι αυτή τη σύνθεση- θα αναλάμβαναν μια τέτοια προσπάθεια εξ ολοκλήρου για λογαριασμό τους.

Ο Τρότσκι διαφέρει από αυτούς στο ότι, έχοντας ζήσει περισσότερο από τον Λένιν και τη Ρόζα Λούξεμπουργκ, μπόρεσε να προσεγγίσει το πρόβλημα τάξη/κόμμα, αυτοοργάνωση/πρωτοποριακό κόμμα επί σαράντα χρόνια στη βάση μιας πιο διαφοροποιημένης και πλουσιότερης εμπειρίας του εργατικού κινήματος σε μια ολόκληρη σειρά χωρών. Αφομοίωσε τα νέα φαινόμενα του φασισμού και του σταλινισμού και τα προβλήματα που προέκυπταν από την πάλη εναντίον τους.

Ταυτόχρονα - και ίσως ακριβώς γι' αυτόν τον λόγο - οι διαδοχικές συμβολές του στο ζήτημα τάξη/κόμμα, αυτοοργάνωση/πρωτοποριακή οργάνωση, είναι πιο ετερογενείς από εκείνες του Λένιν και της Ρόζας Λούξεμπουργκ. Ο Τρότσκι τροποποίησε τη θεμελιώδη θέση του πάνω σε αυτή την προβληματική τουλάχιστον πέντε φορές, αν και υπάρχει αναμφίβολα μια κοινή "κόκκινη κλωστή" που διαπερνά αυτές τις διαδοχικές θέσεις. Ενώ μπορούμε να προσπαθήσουμε να σκιαγραφήσουμε μια σύνθεση των αντιλήψεων του Λένιν και της Λούξεμπουργκ, στην περίπτωση του Τρότσκι θα πρέπει μάλλον να προσπαθήσουμε να κάνουμε έναν απολογισμό της εξέλιξής του. Αυτό καταλήγει στη σκιαγράφηση της απάντησης στην εν λόγω προβληματική, την οποία πρότεινε στο τέλος της ζωής του.

Οι κίνδυνοι ενός συγκεντρωτικού πρωτοποριακού κόμματος στην περίπτωση που απουσιάζει η αυτοοργάνωση της τάξης (1902-1905)

Όπως γνωρίζουμε, ο Τρότσκι ήταν απερίφραστα στο πλευρό του Λένιν, του Πλεχάνοφ και του Μαρτόφ στον αγώνα τους ενάντια στους "οικονομολόγους" την εποχή της πρώτης Ίσκρα (3). Ο Λένιν εκτίμησε ιδιαίτερα τη συμβολή του και τον αποκάλεσε "η [ή η δική μας] πένα". Ήταν ο Λένιν που τον έκανε να γίνει δεκτός ως το νεότερο μέλος της συντακτικής ομάδας της Ίσκρα.

Όταν, στο Δεύτερο Συνέδριο του Ρωσικού Εργατικού Σοσιαλδημοκρατικού κόμματος (POSDR), υπήρξε χωρισμός και προσωρινή διάσπαση (4) μεταξύ της πλειοψηφίας του συνεδρίου (Μπολσεβίκοι) και της μειοψηφίας (Μενσεβίκοι), ο Τρότσκι τάχθηκε με τη μειοψηφία. Η πολεμική του εναντίον του Λένιν οδήγησε στη μπροσούρα Τα πολιτικά μας καθήκοντα (1904), που είναι περισσότερο γνωστή για το απόσπασμα που απέκτησε δραματικό και προφητικό χαρακτήρα υπό το φως της μετέπειτα εξέλιξης του ΚΚΣΕ (Κομμουνιστικό Κόμμα της Σοβιετικής Ένωσης) και της ιστορίας της ΕΣΣΔ:

"Όσον αφορά την εσωτερική πολιτική του κόμματος, αυτές οι μέθοδοι οδηγούν, όπως θα το δούμε αργότερα, στην αντικατάσταση του κόμματος από την κομματική οργάνωση, στην αντικατάσταση της κομματικής οργάνωσης από την κεντρική επιτροπή και, τελικά, στην αντικατάσταση της κεντρικής επιτροπής από έναν δικτάτορα. Επιπλέον, οδηγούν τις επιτροπές να επεξεργαστούν και να καταργήσουν τις “ντιρεκτίβες”, ενώ "ο λαός παραμένει βουβός " “(5).

2023 07 27 03 oloi maziΣκίτσo του Wiaz

Πολλοί από τους αντιπάλους του Λένιν καθώς και ιστορικοί καταλήγουν στο συμπέρασμα βασιζόμενοι στην πορεία των γεγονότων ότι, σε αυτό το ζήτημα, η ιστορία απέδειξε ότι ο Τρότσκι είχε δίκιο και ο Λένιν άδικο (6). Επικρίνουν τον Τρότσκι επειδή αναθεώρησε τη θέση του από το 1917 και μετά και επειδή χαρακτήρισε λάθος την στάση του στη διάρκεια και μετά το Δεύτερο Συνέδριο του Κόμματος (7).

Στην πραγματικότητα, πρέπει να διαπιστώσουμε ότι ο Τρότσκι, όπως και οι μενσεβίκοι και η Ρόζα Λούξεμπουργκ, διαστρέβλωσαν σε μεγάλο βαθμό τον Λένιν. Έβγαλαν τις θέσεις του "Τι να κάνουμε;" από το συγκεκριμένο -περιορισμένο χρονικά- πλαίσιο τους για να τις προσδώσουν έναν οικουμενικό χαρακτήρα (8).

Για τον Λένιν, το ζητούμενο ήταν να αποσαφηνίσει τα άμεσα καθήκοντα ενός παράνομου κόμματος προκειμένου να προετοιμάσει ένα ευρύ και αυτόνομο πολιτικό μαζικό κίνημα της εργατικής τάξης. Η μπροσούρα δεν είχε κανέναν άλλο στόχο. Σίγουρα δεν είχε για στόχο να αναπτύξει μια γενική θεωρία της σχέσης τάξης/κόμματος, στην οποία η πρώτη θα έπρεπε μακροπρόθεσμα να υποταχθεί στη δεύτερη και να τεθεί υπό τον πατερναλιστικό έλεγχό της.

Στην ίδια μπροσούρα, ο Λένιν έγραψε αυτές τις γραμμές με έναν καθαρά λουξεμβουργίστικο-τροτσκιστικό πνεύμα:

"Η οργάνωση των επαγγελματιών επαναστατών δεν έχει νόημα παρά μόνο σε σχέση με την αληθινά επαναστατική τάξη που μπαίνει αυθόρμητα στον αγώνα (...).Η "αρχή της ευρείας δημοκρατίας" συνεπάγεται, όπως όλοι θα συμφωνήσουν, μάλλον δύο ρητές προϋποθέσεις: πρώτον, πλήρη δημοσιότητα και, δεύτερον, εκλογή σε όλες τις βαθμίδες... Θα αποκαλέσουμε το Γερμανικό Σοσιαλιστικό Κόμμα μια δημοκρατική οργάνωση, γιατί όλα γίνονται ανοιχτά, μέχρι και οι συνεδριάσεις του συνεδρίου του κόμματος " (9).

Μετά την εμπειρία της επανάστασης του 1905, ενίσχυσε αυτό το σημείο, εν μέρει με αυτοκριτικό τρόπο, σε σχέση με την πολεμική γύρω από το "ραβδί που παραέχει στραβώσει προς μια κατεύθυνση":

"Φυσικά, η πρωταρχική αιτία αυτής της επιτυχίας έγκειται στο γεγονός ότι η εργατική τάξη, τα καλύτερα στοιχεία της οποίας συνέστησαν τη σοσιαλδημοκρατία, διακρίνεται, για αντικειμενικούς οικονομικούς λόγους, από όλες τις τάξεις της καπιταλιστικής κοινωνίας για τη μεγαλύτερη ικανότητα να οργανώνεται. Αν δεν υπήρχε αυτή η συνθήκη, η οργάνωση των επαγγελματιών επαναστατών θα ήταν ένα παιχνιδάκι, μια περιπέτεια, μια πρόσοψη χωρίς τίποτα από πίσω".

Και στο ίδιο μέρος:

"Από το 1903 έως το 1907... παρά τη διάσπαση, η Σοσιαλδημοκρατία έδωσε στο κοινό τις ευρύτερες πληροφορίες για την εσωτερική της κατάσταση (πρακτικά του Δεύτερου Κοινού Συνεδρίου, του Τρίτου Μπολσεβίκικου Συνεδρίου, του Τέταρτου Συνεδρίου ή του Κοινού Συνεδρίου της Στοκχόλμης). Παρά τη διάσπαση αυτή, το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα, πριν από όλα τα άλλα κόμματα, μπόρεσε να εκμεταλλευτεί την προσωρινή περίοδο ελευθερίας για να δημιουργήσει μια νόμιμη οργάνωση με ιδανικό δημοκρατικό σύστημα, εκλογικό σύστημα και εκπροσώπηση στο Συνέδριο σε συνάρτηση με τον αριθμό των οργανωμένων μελών του κόμματος " (10).

Η μενσεβίκικη εναλλακτική υποτιμούσε τους καταναγκασμούς της παρανομίας, την απειλή για τη συνέχεια της ταξικής δραστηριότητας, την αναγκαία αλλά δύσκολη συγκέντρωση της εμπειρίας των κατακερματισμένων αγώνων και κυρίως, τη ζωτική σημασία του αγώνα για πολιτική αυτονομία, και αργότερα για την ηγεμονία της εργατικής τάξης στην επανάσταση. Η διάσπαση στο Δεύτερο Συνέδριο του κόμματος περιείχε ήδη λανθάνοντα τα σπέρματα της μετέπειτα κεντρικής πολιτικής διαφοροποίησης μεταξύ των Μπολσεβίκων και των Μενσεβίκων σχετικά με το ρόλο της ρωσικής αστικής τάξης στην επικείμενη επανάσταση.

Αυτό προφανώς δεν ίσχυε για τη Ρόζα Λούξεμπουργκ και σίγουρα όχι για τον Τρότσκι, ο οποίος, στο ζήτημα της πολιτικής αυτονομίας του προλεταριάτου στη ρωσική επανάσταση, δεν είχε καθόλου μενσεβίκικη θέση, αλλά έπαιρνε μια θέση στα αριστερά των Μπολσεβίκων. Η θέση αυτή συνοψίζεται στη φόρμουλα "διαρκής επανάσταση " (11). Επιβεβαιώθηκε πλήρως από την πορεία της επανάστασης του 1917. Αναπτύχθηκε με τρόπο πρακτικά ταυτόσημο από τον Λένιν στις « Θέσεις του Απρίλη », πιθανότατα χωρίς να έχει διαβάσει τα δύο εν λόγω γραπτά του Τρότσκι από το 1904-1906 (12).

Παρόλα αυτά, είναι αλήθεια ότι, ενώ ο Λένιν κατάφερε να απαλλαγεί από κάθε τάση προς τον "υποκαταστατισμό" στη διάρκεια των διαφόρων φάσεων της ανόδου της δραστηριότητας των μαζών, αυτό δεν συνέβη στην πλειοψηφία των "παλαιών μπολσεβίκων". Αυτό εξηγεί γιατί κρατούσαν στάση αναμονής, για να μην πούμε εντελώς κριτική στάση, απέναντι στη συγκρότηση του Σοβιέτ της Πετρούπολης το 1905 και γιατί αποφάσισαν μόνο καθυστερημένα να γίνουν μέλη του και να του δώσουν την πλήρη υποστήριξή τους.

Είναι σίγουρα προς τιμήν του Τρότσκι ότι ήταν ο πρώτος που αναγνώρισε στο σοβιέτ την πιο ευρεία μορφή ταξικής αυτοοργάνωσης, που παρήγαγε η ίδια η ιστορία, καθώς και τη μορφή της μελλοντικής εργατικής εξουσίας. Αυτό που ο Λένιν εκφράζει με κλασικό τρόπο στο « Κράτος και Επανάσταση », και αυτό στο οποίο ο Γκράμσι και αργότερα η Κομιντέρν δίνουν μια κοινωνιολογική-θεωρητική βάση (13), είχε ήδη προβλεφθεί από τον Τρότσκι το 1906 στη μπροσούρα του « Απολογισμός και προοπτικές » (14).

Τα εργατικά συμβούλια είναι όργανα της προλεταριακής επανάστασης. Δεν μπορούν να συνεχίσουν να υπάρχουν σε μη επαναστατικές περιόδους. Οι προσπάθειες προς αυτή την κατεύθυνση των Ολλανδών αριστερών κομμουνιστών Gorter και Pannekoek, καθώς και του γερμανικού KAPD (15) έχουν καταρριφθεί από την ιστορική εμπειρία. Είναι δυνατόν για τα μαζικά συνδικάτα να επεκταθούν και να ευημερήσουν σε συνθήκες προσωρινής σταθεροποίησης του καπιταλισμού. Αυτό δεν ισχύει για τα συμβούλια. Επιπλέον, μετά την κατάκτηση της κρατικής εξουσίας από την εργατική τάξη, μια ορισμένη υποχώρηση της δραστηριότητας της τάξης μπορεί να περιορίσει ή και να καταργήσει τη λειτουργία των συμβουλίων ως οργάνων άμεσης άσκησης της εξουσίας από το προλεταριάτο.

Οι κίνδυνοι της φθίνουσας μαζικής δραστηριότητας ελλείψει μιας αυτόνομης πρωτοποριακής οργάνωσης (1907-1914)

Προκύπτει λοιπόν η ανάγκη για μια διαλεκτική αλληλεπίδραση μεταξύ της αυτοοργάνωσης της τάξης - η οποία υπόκειται σε σημαντικές διακυμάνσεις - και ενός μόνιμου κόμματος πρωτοπορίας, του οποίου το εύρος και η μαζική επιρροή υπόκεινται επίσης στα σκαμπανεβάσματα της συγκυρίας, αλλά που είναι ωστόσο πιο σταθερό, που μπορεί να λειτουργεί με συνεχή τρόπο και που μπορεί επομένως να αντισταθεί καλύτερα στην πίεση των δυσμενών συσχετισμών δύναμης. Η διάλυση αυτού του κεκτημένου, δηλαδή της οργάνωσης και των στελεχών της που έχουν εμφυτευτεί στην τάξη, μπορεί να εμποδίσει την επακόλουθη ανάκαμψη της μαζικής πάλης.

MarxΣκίτσo: Σόνια ΜητραλιάΑντίθετα, η ύπαρξη μιας πρωτοποριακής οργάνωσης διευκολύνει αυτή την ανάκαμψη (16). Ο Τρότσκι δεν αντιλήφθηκε αυτόν τον κίνδυνο μετά το συνέδριο της Στοκχόλμης του POSDR. Η υποτίμηση του κινδύνου της διαλυτικής θέσης, η άνευ αρχών συμπαράταξη του με τους μενσεβίκους, παρά τις βαθιές πολιτικές διαφωνίες που τον χώριζαν από αυτούς, η συμφιλιωτική του στάση που αποσυνέδεε το οργανωτικό και πρακτικό ζήτημα από κάθε πολιτικό περιεχόμενο - εν μέρει υπό την επίδραση του γερμανικού "κεντρισμού", δηλαδή του Κάουτσκι, του οποίου τα πολιτικά όρια αντιλαμβανόταν ωστόσο πιο σωστά από τον Λένιν – κάνουν ώστε τα λάθη του στην περίοδο 1907 - 1914 να είναι πιο σοβαρά από εκείνα της περιόδου της πρώτης διάσπασης. Επιπλέον, είχαν μια ιδιαίτερα αρνητική επίδραση στη μετέπειτα ιστορική εξέλιξη του ΚΚΣΕ, επειδή ήταν στη ρίζα της βαθιά ριζωμένης δυσπιστίας των "παλιών μπολσεβίκων" απέναντι στον Τρότσκι.

1917-1919: η σύνθεση της εξουσίας των συμβουλίων και της πρωτοποριακής οργάνωσης

Αμέσως μετά το ξέσπασμα της επανάστασης του Φλεβάρη του 1917, ο Λένιν και ο Τρότσκι υιοθετούν ταυτόσημη θέση για τα καθήκοντα του προλεταριάτου. Εκφράστηκε στη φόρμουλα "Όλη η εξουσία στα σοβιέτ". Οι « Θέσεις του Απρίλη » του Λένιν αποτελούν σημείο καμπής στο ζήτημα αυτό, που προκαλεί αρχικά την αντίσταση των "παλαιών μπολσεβίκων " (17).

Είναι πολύ σημαντικό ότι είναι πάνω απ' όλα οι "εργάτες μπολσεβίκοι", δηλαδή τα προλεταριακά στελέχη, η εργατική πρωτοπορία, συμπεριλαμβανομένων των μη κομματικών μελών, που υποστηρίζουν τον Λένιν ολοκληρωτικά και του επιτρέπουν να υπερνικήσει γρήγορα την αντίσταση των κομματικών στελεχών. Ταυτόχρονα, ο Τρότσκι διορθώνει την λαθεμένη του θεώρηση του Μπολσεβίκικου Κόμματος ως "απομονωμένης σέχτας". Αναγνωρίζει πλήρως τον πρωτοποριακό ρόλο που είχαν ήδη διαδραματίσει οι εκπαιδευμένοι από το κόμμα εργάτες στη διάρκεια της επανάστασης του Φλεβάρη (18).

Αυτό τον οδηγεί να εγκαταλείψει κάθε συμφιλιωτική στάση στο ζήτημα της ενότητας με τους μενσεβίκους, καθώς μάλιστα το πρόβλημα των στρατηγικών διαφωνιών σχετικά με την παραπέρα πορεία της επανάστασης είναι για τον Τρότσκι και τον Λένιν ζήτημα ζωής και θανάτου, νίκης και ήττας, και όχι δευτερεύον πρόβλημα.

Παραδόξως, είναι τώρα κάποιοι από τους "παλιούς μπολσεβίκους", όπως ο Κάμενεφ, ο Στάλιν και ο Μόλοτοφ, που υπερασπίζονται μια συμφιλιωτική στάση απέναντι στους μενσεβίκους (19). Έτσι, επιτυγχάνεται μια γρήγορη συγχώνευση των "interrayontsi", που εμπνέονται από τον Τρότσκι, και των Μπολσεβίκων. Ο Λένιν εκφράζει την οριστική του άποψη για το θέμα αυτό, που δεν θα αλλάξει μέχρι το θάνατό του:

"Ο Τρότσκι κατάλαβε ότι η ενότητα με τους μενσεβίκους είναι αδύνατη, και από εκείνη τη στιγμή δεν υπήρξε καλύτερος μπολσεβίκος από τον Τρότσκι " (20).

Ως πρόεδρος του σοβιέτ της Πετρούπολης, ως ακούραστος μαζικός αγκιτάτορας, ως ηγέτης της Στρατιωτικής Επαναστατικής Επιτροπής των σοβιέτ, που πετυχαίνει τη νίκη της εξέγερσης του Οκτώβρη κυρίως με μέσα πολιτικής αγκιτάτσιας, στο μέτρο που θα πείσει τη φρουρά της Πετρούπολης να υποταχθεί στο σοβιέτ και όχι στο αστικό γενικό επιτελείο, ο Τρότσκι λύνει στην πράξη το πρόβλημα αυτοοργάνωση/πρωτοποριακό κόμμα, πριν το επιλύσει στο θεωρητικό επίπεδο.

Αυτή η λύση βρίσκει τη συμπυκνωμένη έκφρασή της στην ταυτόχρονη πραγματοποίηση της ένοπλης εξέγερσης και του Δεύτερου Συνεδρίου των Συμβουλίων τον Οκτώβρη του 1917. Η εξέγερση δεν είναι ούτε συνωμοσία ούτε πραξικόπημα μιας μειοψηφίας. Είναι η έκφραση της δημοκρατικής απόφασης της μεγάλης πλειοψηφίας της ρωσικής εργατικής τάξης και των φτωχών αγροτών να εγκαθιδρύσουν τη σοβιετική εξουσία, το "Κράτος των εργατών και των αγροτών " (21). Στην πράξη, η κατάκτηση του συνθήματος "όλη η εξουσία στα Σοβιέτ" από την πλειοψηφία της εργατικής τάξης δεν έγινε δυνατή παρά μόνο χάρη στη διαρκή, εντυπωσιακή δέσμευση του Μπολσεβίκικου Κόμματος. Ακόμη και μη μπολσεβίκοι μάρτυρες το επιβεβαίωναν αυτό χωρίς επιφυλάξεις (22). Η διαλεκτική ενότητα της αυτοοργάνωσης της τάξης και του πρωτοποριακού κόμματος φτάνει εδώ στην κλασική της ωριμότητα. Αντί να αλληλοεξουδετερώνονται με οποιονδήποτε τρόπο, αλληλοκεντρίζονται αμοιβαία.

Στην « Ιστορία της Ρωσικής Επανάστασης » του, ο Τρότσκι το συνοψίζει επιγραμματικά:

"Η δυναμική των επαναστατικών γεγονότων καθορίζεται άμεσα από τις γρήγορες, έντονες και παθιασμένες ψυχολογικές μεταστροφές των τάξεων που έχουν συγκροτηθεί πριν από την επανάσταση (...).

Οι μάζες δεν ξεκινούν την επανάσταση με ένα έτοιμο σχέδιο κοινωνικού μετασχηματισμού, αλλά με το έντονο συναίσθημα ότι δεν μπορούν πια να ανεχθούν το παλιό καθεστώς. Είναι μόνον ο ηγετικός κύκλος της τάξης τους που διαθέτει ένα πολιτικό πρόγραμμα, το οποίο όμως πρέπει να επαληθευτεί από τα γεγονότα και να εγκριθεί από τις μάζες. Η ουσιαστική πολιτική διαδικασία μιας επανάστασης έγκειται ακριβώς στο γεγονός ότι η τάξη αποκτά συνείδηση των προβλημάτων που βάζει η κοινωνική κρίση και στο ότι οι μάζες προσανατολίζονται ενεργά σύμφωνα με τη μέθοδο των διαδοχικών προσεγγίσεων. (…)

Είναι μόνο μελετώντας τις πολιτικές διαδικασίες των μαζών που μπορούμε να κατανοήσουμε το ρόλο των κομμάτων και των ηγετών, τον οποίο δεν έχουμε την παραμικρή διάθεση να αγνοήσουμε. Αποτελούν ένα μη αυτόνομο αλλά πολύ σημαντικό μέρος της διαδικασίας. Χωρίς μια οργάνωση που καθοδηγεί, η ενέργεια των μαζών θα εξατμιζόταν όπως ο ατμός που δεν κλείνεται σε έναν εμβολοφόρο κύλινδρο. Ωστόσο, η κίνηση δεν προέρχεται ούτε από τον κύλινδρο ούτε από το έμβολο, αλλά από τον ατμό " (23).

Αυτή η διαλεκτική ενότητα και η αμοιβαία γονιμοποίηση της αυτοοργάνωσης της τάξης και της δραστηριότητας του πρωτοποριακού κόμματος, που χαρακτηρίζει το 1917, θα συνεχιστεί στη διάρκεια της οικοδόμησης του νεαρού σοβιετικού κράτους και του Κόκκινου Στρατού. Σε αντίθεση με έναν μύθο που γίνεται όλο και πιο διαδεδομένος και στη Σοβιετική Ένωση, τα έτη 1918 και 1919 αποτέλεσαν την κορύφωση της αυτόνομης αυτενέργειας της ρωσικής εργατικής τάξης, εξίσου ή και περισσότερο από το 1917. Σχετικά με αυτό υπάρχουν αμέτρητες πηγές στο πεδίο των ντοκουμέντων, των δημοσιογραφικών ρεπορτάζ και της λογοτεχνίας (24).

Μια ακούσια μαρτυρία για αυτό το ζήτημα προσφέρει μάλιστα ο αντιδραστικός συγγραφέας Σολζενίτσιν, και τώρα ένθερμος εχθρός της Οκτωβριανής Επανάστασης. Γράφει ότι μετά την άδικη θανατική καταδίκη ενός ανυπότακτου κρατουμένου από το επαναστατικό δικαστήριο, το σοβιέτ των δεσμοφυλάκων τάσσεται υπέρ του κατάδικου και αποσπά την αναθεώρηση της απόφασης (25). Πού στην ιστορία των σύγχρονων χωρών γνωρίσαμε μια τέτοια δημοκρατία στη βάση; Σε ποια καπιταλιστική χώρα τη συναντάμε σήμερα;

TrotskiΣτο απόσπασμα του Τρότσκι που αναφέρθηκε παραπάνω, η προβληματική του "καθοδηγητικού ρόλου του κόμματος" ορίζεται με κλασικό μαρξιστικό τρόπο. Χωρίς αυτόν τον καθοδηγητικό ρόλο, όλο το τεράστιο δυναμικό του μαζικού κινήματος κινδυνεύει να εξατμιστεί. Αλλά αυτός ο καθοδηγητικός ρόλος δεν είναι, όπως λαθεμέμένα το έθεσε ο Πλεχάνοφ στο δεύτερο συνέδριο του POSDR (Ρωσικό Σοσιαλδημοκρατικό Εργατικό Κόμμα), ένα "δικαίωμα πρωτότοκου". Αυτός ο ρόλος πρέπει συνεχώς να κερδίζεται και να ξανακερδίζεται πολιτικά, δηλαδή δημοκρατικά. Η πλειοψηφία των μαζών πρέπει να εκφράζει τη συμφωνία της. Δεν μπορεί να καθιερωθεί παρά μόνο στον αγώνα για την κατάκτηση της πλειοψηφίας. Και οι πεποιθήσεις του κόμματος, ακόμη και το πρόγραμμά του, δεν είναι ούτε αλάνθαστες ούτε αμετακίνητες. Αλλάζουν στη βάση του τεστ της πρακτικής. Επομένως, δεν μπορεί παρά να συνοδεύει την αυτενέργεια των μαζών.

Όταν η φόρμουλα του "καθοδηγητικού ρόλου του κόμματος" απογυμνώνεται από αυτούς τους τρεις περιορισμούς, γίνεται στην καλύτερη περίπτωση μια σεχταριστική και δογματική καρικατούρα, και στη χειρότερη, όπως στη σταλινική και μετασταλινική δικτατορία, ένα μέσο για να φιμωθούν και να αστυνομευθούν οι μάζες και να καταπνιγεί η αυτένεργεια τους, μέσω και της συστηματικής καταστολής.

Τα "σκοτεινά χρόνια" 1920-1921: Ο ίδιος ο Τρότσκι διολισθαίνει στον « υποκαταστατισμό »

Για να υπάρξει αλληλεπίδραση μεταξύ της αυτοοργάνωσης της τάξης και της καθοδηγητικής πολιτικής δραστηριότητας του πρωτοποριακού επαναστατικού κόμματος, πρέπει να υπάρχει μια ενεργή εργατική τάξη ή τουλάχιστον μια πλατιά ενεργή πρωτοπορία της εργατικής τάξης. Αλλά όπως έχουμε ήδη πει, στον καπιταλισμό αυτό όχι μόνο δεν είναι πάντα εγγυημένο, αλλά είναι πρακτικά αδύνατο ως διαρκές φαινόμενο.

Η εμπειρία της Ρωσικής Επανάστασης και όλων των επακόλουθων νικηφόρων επαναστάσεων έχει δείξει ότι και στις μετακαπιταλιστικές κοινωνίες, αυτή η διαρκής αυτενέργεια δεν είναι αυτόματα δεδομένη. Και εδώ υπόκειται σε συγκυριακά σκαμπανεβάσματα. Κορυφώνεται σε περιόδους μέγιστης επαναστατικής έξαρσης (αυτό είναι σχεδόν ταυτολογία). Μειώνεται όταν η επαναστατική διαδικασία έχει ξεπεράσει την κορύφωσή της. Μια τέτοια μεταστροφή σημειώθηκε στη Ρωσία στο τέλος του εμφυλίου πολέμου, το 1920-1921.

Θα ήταν ενδιαφέρον να εξετάσουμε τις πολιτικο-ψυχολογικές πηγές μιας τέτοιας μεταστροφής. Οι άνθρωποι δεν μπορούν να ζουν για χρόνια σε κατάσταση ακραίας έντασης και δραστηριότητας. Η επιτακτική ανάγκη να ξεκουράζονται κατά διαστήματα είναι σχεδόν φυσιολογική. Αλλά πιο σημαντική από αυτή τη διαπίστωση, που είναι απλώς ένας κοινός τόπος, είναι το βάρος των συγκεκριμένων υλικών και κοινωνικών συνθηκών διαβίωσης, που καθορίζουν την υποχώρηση της μαζικής πολιτικής δραστηριότητας.

Στην περίπτωση της Ρωσίας το 1920-1921, είναι ευρύτατα γνωστές και αναφέρονται συχνά: η αριθμητική αποδυνάμωση του προλεταριάτου από την παρακμή των παραγωγικών δυνάμεων και της βιομηχανίας που προκάλεσε ο εμφύλιος πόλεμος. Η όχι λιγότερο σημαντική ποιοτική αποδυνάμωση του προλεταριάτου από τη μαζική μεταφορά των καλύτερων δυνάμεων στον Κόκκινο Στρατό και το νεαρό μηχανισμό του σοβιετικού Κράτους. Η προοδευτική αλλαγή στα κίνητρα των εργατών προς την άμεση ασφάλεια της ύπαρξης τους, την αναζήτηση τροφής κ.λπ. υπό την επίδραση της πείνας και της εξαθλίωσης. Η αυξανόμενη εγκατάλειψη της ελπίδας για ταχεία βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης μέσω επαναστατικών νικών στο εξωτερικό, ιδιαίτερα στη Γερμανία.

Η αυξανόμενη δυσκολία των εργατών, που εξακολουθούν να χαρακτηρίζονται πάντα από ένα ανεπαρκές πολιτιστικό επίπεδο, να ασκήσουν άμεσα την εξουσία μέσα στα σοβιέτ.

Αυτή η σειρά των αιτιών συνοψίζεται σε δύο φόρμουλες: η καθυστέρηση της χώρας και η απομόνωση της επανάστασης σε έναν εχθρικό καπιταλιστικό κόσμο περιορίζουν, βραχυπρόθεσμα, την ακτίνα δράσης της αυτενέργειας της ρωσικής εργατικής τάξης, και επομένως την κρατική εξουσία που ασκείται πραγματικά από την τάξη. Αντί να καθοδηγεί την τάξη στην άσκηση αυτής της εξουσίας, το κόμμα κυβερνά όλο και περισσότερο αντί και στη θέση της τάξης.

Κατά τη διάρκεια των κρίσιμων μηνών αυτής της μεταστροφής, αυτή η μεταβίβαση ήταν μάλλον αναπόφευκτη. Η εργατική τάξη είχε συρρικνωθεί σε λιγότερο από το 35% του μεγέθους της του 1917. Ακόμα και ο ηγέτης της Εργατικής Αντιπολίτευσης, ο παλιός μπολσεβίκος εργάτης Σλιάπνικοφ, διακόπτοντας τον Λένιν, αναφώνησε μισο-ειρωνικά, μισο-σοβαρά:

"Σε συγχαίρω, σύντροφε Λένιν, για την άσκηση της δικτατορίας του προλεταριάτου στο όνομα ενός ανύπαρκτου προλεταριάτου " (26).

Αλλά σήμερα, όταν κοιτάμε πίσω, μπορούμε να καταλάβουμε πιο καθαρά απ' ό,τι τότε, ότι αυτό ήταν ένα συγκυριακό και όχι δομικό φαινόμενο. Αμέσως μετά την έναρξη της ΝΕΠ (Νέα Οικονομική Πολιτική, που αποφασίστηκε το 1921), η βιομηχανία και η εργατική τάξη άρχισαν να αναπτύσσονται ξανά. Δεν υπήρξε διαρκής υποβάθμιση της ρωσικής εργατικής τάξης. Η επίσημη ιστοριογραφία αναφέρει ότι μέχρι το 1926 η αριθμητική σημασία της εργατικής τάξης είχε φτάσει και ξεπεράσει το επίπεδο του 1917. Η αντιπολίτευση θέτει μια προγενέστερη ημερομηνία. Η ακριβής ημερομηνία δεν έχει σημασία. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι η κύρια τάση δείχνει μια ανασυγκρότηση και διεύρυνση της τάξης.

LeninΣκίτσo: Σόνια ΜητραλιάΤο ερώτημα λοιπόν είναι αν, υπό το πρίσμα της αυξανόμενης ποσοτικής και ποιοτικής δύναμης της ρωσικής εργατικής τάξης από το 1922 και μετά, τα συγκεκριμένα πολιτικά μέτρα των μπολσεβίκων ηγετών και η μεσοπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη στρατηγική τους για την άσκηση της εξουσίας ευνόησαν ή εμπόδισαν την ανάπτυξη της αυτενέργειας της τάξης. Σήμερα, η απάντηση μας φαίνεται ξεκάθαρη: ήδη από το 1920-1921, την εμπόδισαν, δεν την προώθησαν. Ακόμα χειρότερα, η δικαιολόγηση και η θεωρητική γενίκευση της "υποκατάστασης" της εξουσίας της τάξης από την εξουσία του κόμματος κατά τα "σκοτεινά χρόνια" 1920-1921 ενίσχυσε σημαντικά αυτόν τον ρόλο του φρένου. Αυτό ισχύει πάνω απ' όλα για τα πρακτικά μέτρα: απαγόρευση όλων των σοβιετικών κομμάτων εκτός από το ΚΚΣΕ, απαγόρευση των φραξιών μέσα στο ΚΚΣΕ.

Στα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο Τρότσκι επιδόθηκε σε μια ξεκάθαρη αυτοκριτική πάνω σε αυτό το ζήτημα:

"Η απαγόρευση των κομμάτων της αντιπολίτευσης οδήγησε στην απαγόρευση των φραξιών. Η απαγόρευση των φραξιών οδήγησε στην απαγόρευση να σκέφτεσαι διαφορετικά από τον αλάθητο ηγέτη. Ο μονολιθισμός του κόμματος, που επιβλήθηκε με αστυνομικό τρόπο, οδήγησε στην ατιμωρησία της γραφειοκρατίας, ατιμωρησία που γινόταν η πηγή της απεριόριστης αυθαιρεσίας και της διαφθοράς " (27).

Την εποχή που ελήφθησαν αυτά τα μέτρα, ο Τρότσκι καθώς και ολόκληρη η ηγεσία του ΚΚΣΕ τα ενέκριναν και τα υπερασπίζονταν για χρόνια. Και ήταν ακόμη πιο ακατάλληλα επειδή ελήφθησαν μετά το τέλος του εμφυλίου πολέμου.

Η θεωρητική αιτιολόγηση του "υποκαταστατισμού" επρόκειτο να έχει ακόμη πιο καταστροφικές συνέπειες μακροπρόθεσμα, αν και ο Τρότσκι διατύπωσε αυτή τη θέση λιγότερο ριζοσπαστικά από τον Λένιν και δεν έκανε λόγο για διαρκή υποβάθμιση και αδυναμία άσκησης εξουσίας από την εργατική τάξη. Γράφει:

"Σήμερα, υπάρχει μπροστά μας μια πρόταση της πολωνικής κυβέρνησης για τη σύναψη ειρήνης. Ποιος αποφασίζει για αυτό; Έχουμε το Συμβούλιο των Λαϊκών Επιτρόπων, αλλά και αυτό πρέπει να υπόκειται σε έναν ορισμένο έλεγχο. Έλεγχος από ποιον; Έλεγχος από ολόκληρη την εργατική τάξη, ως άμορφη, χαοτική μάζα; Η Κεντρική Επιτροπή του Κόμματος έχει συγκληθεί για να συζητήσει αυτή την πρόταση και να αποφασίσει πώς θα απαντήσει σε αυτήν. Όταν πρέπει να διεξάγουμε πόλεμο, να δημιουργήσουμε νέες μεραρχίες και να βρούμε τους καλύτερους ανθρώπους για να τις επανδρώσουμε, προς ποιον στρεφόμαστε; Στρεφόμαστε προς το κόμμα. Προς την Κεντρική Επιτροπή. Στέλνει ντιρεκτίβες στις τοπικές επιτροπές του κόμματος σχετικά με την πρόσκληση κομμουνιστών για το μέτωπο. Το ίδιο ισχύει για τη γεωργία, τη διανομή και όλα τα άλλα προβλήματα " (28).

Εδώ, η υποκατάσταση της τάξης από το κόμμα και του κόμματος από την κομματική ηγεσία (σε αυτό το πλαίσιο, ο Λένιν μίλησε ακόμη και για "ολιγαρχία") οδηγείται στην έσχατη λογική της, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι πολιτικές και κυρίως οι κοινωνικές συνέπειές της (29). Ούτε λόγος πια για αυτόνομη λειτουργία των σοβιέτ ή για διαχωρισμό μεταξύ κόμματος και κράτους.

Εσωτερική κομματική δημοκρατία, η γέφυρα προς τη σοβιετική δημοκρατία (1923-1929)

Ήδη από το 1923, ο Τρότσκι, ο οποίος το 1921 δικαιολογούσε ακόμα θεωρητικά την αναδυόμενη διαδικασία γραφειοκρατικοποίησης, άρχισε να αναγνωρίζει τους κινδύνους αυτής της διαδικασίας. Αργότερα από τον Λένιν, αλλά πιο συνεπής από αυτόν, άρχισε να την πολεμάει στο μέτωπο όπου, κατά την άποψή του, είχε τη μόνη πιθανότητα επιτυχίας: μέσα στο ίδιο το κόμμα.

Για την Αριστερή Αντιπολίτευση, ο αγώνας για την εσωκομματική δημοκρατία ήταν η γέφυρα προς την ανακατάληψη της σοβιετικής δημοκρατίας. Ο Τρότσκι και οι υποστηρικτές του εξακολουθούσαν να διστάζουν να στραφούν στους εργάτες εκτός κόμματος. Σίγουρα δίσταζαν να στραφούν στους εργάτες περνώντας πάνω από την ηγεσία του κόμματος. Αυτός και οι οπαδοί του δεν θα έκαναν αυτό το βήμα παρά μόνο αργότερα.

Αυτός ο δισταγμός δεν βασιζόταν σε μια "κεντριστική" αναποφασιστικότητα. Απόρρεε από μια θεμελιωδώς απαισιόδοξη εκτίμηση του βαθμού αυτενέργειας της ρωσικής εργατικής τάξης. Απόρρεε από την εκτίμηση ότι η Ρωσική Επανάσταση βρισκόταν σε μια ιστορική διαδικασία πισωγυρίσματος (30). Υπό αυτές τις συνθήκες, η ώθηση για την αναγέννηση της εργατικής δημοκρατίας (σοβιετικής δημοκρατίας) έπρεπε να προέλθει από το ίδιο το κόμμα. Μόνο το κόμμα μπορούσε να δημιουργήσει τις συνθήκες για τη σταδιακή αναγέννηση της σοβιετικής δημοκρατίας.

Η επίθεση του Τρότσκι σε αυτό το ζήτημα, που ξεκίνησε με τον αγώνα των "46", της πρώτης Αριστερής Αντιπολίτευσης του Οκτωβρίου 1923, φαινόταν να στέφεται από επιτυχία. Το Πολιτικό Γραφείο αποδέχτηκε τις προτάσεις του. Αλλά έμειναν κενό γράμμα. Στην πράξη, ο κομματικός μηχανισμός γύρω από τον Στάλιν, υποστηριζόμενος από όλα σχεδόν τα μέλη του Πολιτικού Γραφείου, κυρίως τον Ζινόβιεφ και τον Κάμενεφ, αλλά και τον Μπουχάριν, τον Ρίκοφ, τον Τόμσκι και άλλους, ξεκίνησε μια συστηματική εκστρατεία για να φιμώσει την αντιπολίτευση, να εμποδίσει τη συζήτηση, να καταστείλει την αυτόνομη σκέψη των στελεχών και των μελών, να γενικεύσει τον κομφορμισμό και την υπακοή με την κάλυψη του "δημοκρατικού συγκεντρωτισμού".

Αυτό σήμαινε ολοκληρωτική ρήξη με την παράδοση του Μπολσεβικισμού και του ΚΚΣΕ, που, αντίθετα με το μύθο που διαδίδουν τόσο οι σταλινικοί όσο και οι αντίπαλοι του Λένιν, χαρακτηρίζονταν από ελεύθερη και δημόσια συζήτηση και διαφωνία. Αυτό συνιστούσε τη μετάβαση από τον δημοκρατικό συγκεντρωτισμό στον γραφειοκρατικό συγκεντρωτισμό (31).

Rosa LuxemburgΣκίτσo: Σόνια ΜητραλιάΤο σύστημα των διορισμών των κομματικών υπαλλήλων από την κορυφή (και στην περίπτωση των "ανυπάκουων", η μετάθεση τους σε πόλεις όπου δεν είχαν καμία βάση μεταξύ των μελών) αντί της δημοκρατικής επιλογής τους από τα μέλη, ήταν το κύριο οργανωτικό μέσο για την εφαρμογή αυτής της κατάπνιξης της εσωτερικής δημοκρατίας (32). Η ανάπτυξη ενός τεράστιου μηχανισμού υπαλλήλων ήταν η κοινωνιολογική έκφραση αυτής της διαδικασίας - αμέσως μετά την επανάσταση, υπήρχαν λιγότεροι από 1.000 υπάλληλοι- το 1922-1923, υπήρχαν ήδη δεκαπενταπλάσιοι- λίγο αργότερα, εκατονταπλάσιοι. Αυτός ο μηχανισμός αυτονομήθηκε και σταδιακά έγινε ένα ιδιαίτερο κοινωνικό στρώμα της σοβιετικής κοινωνίας: η σοβιετική γραφειοκρατία (33).

Ήδη από τον Οκτώβριο του 1923, οι "46" ανέλυαν αυτή τη διαδικασία εκφυλισμού με αξιοσημείωτη διορατικότητα. Σήμερα, η διάγνωσή τους έχει προφητικό χαρακτήρα. Επαναλαμβάνεται σχεδόν πανομοιότυπα από τους υποστηρικτές του Γκορμπατσόφ, αν και με 65 χρόνια καθυστέρηση:

"Πίσω από την εξωτερική μορφή της επίσημης ενότητας, [έχουμε] στην πραγματικότητα να κάνουμε με μια μονόπλευρη επιλογή ανθρώπων που προσαρμόζονται στις αντιλήψεις και τις συμπάθειες ενός μικρού κύκλου και που συμπεριφέρονται όπως αναμένεται να συμπεριφερθούν... Αντιμέτωπο με μια κομματική ηγεσία παραμορφωμένη από τέτοιους στενόμυαλους χειρισμούς, το κόμμα παύει σε μεγάλο βαθμό να είναι μια ζωντανή συλλογικότητα, που διαθέτει ατομική πρωτοβουλία και που αισθάνεται σε βάθος τη ζωντανή πραγματικότητα, η οποία συνδέεται με χίλια νήματα με αυτή την πραγματικότητα. Αντ' αυτού, βλέπουμε μια ανοιχτή διαίρεση του κόμματος μεταξύ μιας ιεραρχίας γραμματέων και "ασεβών": μεταξύ επαγγελματιών υπαλλήλων, που επιλέγονται από την κορυφή, και των υπόλοιπων μελών του κόμματος, που δεν έχουν καμία συμμετοχή στη δημόσια ζωή.

Το γεγονός αυτό είναι γνωστό σε όλα τα μέλη του κόμματος. Τα μέλη που δεν συμφωνούν με τη μία ή την άλλη ντιρεκτίβα της Κεντρικής Επιτροπής ή ακόμη και των περιφερειακών επιτροπών, που έχουν οποιαδήποτε αμφιβολία, που βλέπουν "από μόνοι τους" το ένα ή το άλλο λάθος, τη μία ή την άλλη διαφωνία ή τη μία ή την άλλη απαράδεκτη κατάσταση, φοβούνται να μιλήσουν γι' αυτό στις κομματικές συναντήσεις. Ακόμα χειρότερα, φοβούνται να μιλήσουν γι' αυτό μεταξύ τους, εκτός κι αν ο συνομιλητής τους είναι απόλυτα άξιος εμπιστοσύνης. Στην πράξη, η ελεύθερη συζήτηση μέσα στο κόμμα δεν υφίσταται πλέον, και η κοινή γνώμη του κόμματος έχει βουβαθεί. Σήμερα, οι επιτροπές της κυβέρνησης και η Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΣΕ δεν συγκροτούνται και δεν εκλέγονται από τη μάζα των μελών.

Αντ' αυτού, όλο και περισσότερο, η ιεραρχία των γραμματέων του κόμματος επιλέγει τους αντιπροσώπους για τις συνδιασκέψεις και τα συνέδρια, τα οποία μετατρέπονται όλο και περισσότερο σε συνεδριάσεις όπου αυτή η ιεραρχία εξαγγέλλει τις ντιρεκτίβες της. Το καθεστώς που έχει εγκαθιδρυθεί στο εσωτερικό του κόμματος είναι εντελώς αφόρητο. Σκοτώνει την ανεξάρτητη πρωτοβουλία του κόμματος. Αντικαθιστά το κόμμα με έναν μηχανισμό επιλεγμένων υπαλλήλων,που λειτουργεί χωρίς πρόβλημα σε κανονικούς καιρούς, αλλά αναπόφευκτα αποτυγχάνει σε περιόδους κρίσης... " (34)

Η προσπάθεια του Τρότσκι και της Αριστερής Αντιπολίτευσης να αποκαταστήσουν τη δημοκρατία στο κόμμα ήταν λοιπόν μια αυταπάτη, δεδομένης της κατάστασης; Σε κάθε περίπτωση, ήταν λιγότερο απατηλή από την προσπάθεια να επανενεργοποιηθεί μια κι έξω μια απογοητευμένη και σε μεγάλο βαθμό παθητική μάζα της εργατικής τάξης, έστω και αν συμπαθούσε την Αντιπολίτευση.

Σήμερα γνωρίζουμε, με βάση τα αρχεία που έχουν ανοίξει στην ΕΣΣΔ, ότι η Αντιπολίτευση έλαβε αρχικά την πλειοψηφία όχι μόνο στην Κομμουνιστική Νεολαία της Μόσχας αλλά και στο κόμμα της Μόσχας- μια ψηφοφορία που παραποιήθηκε άμεσα και επαίσχυντα από τον Στάλιν και τον μηχανισμό του. Από ιστορική άποψη, επρόκειτο για μια έκκληση στη συνείδηση, στην παράδοση, στην ίδια τη φύση των ηγετικών στελεχών των Μπολσεβίκων, στην πολιτική τους ευαισθησία και στη θεωρητική τους κατανόηση. Η απόπειρα απέτυχε. Η τραγωδία αυτής της αποτυχίας συνίσταται στο ότι, αργά ή γρήγορα, σχεδόν όλα αυτά τα ηγετικά στελέχη κατάλαβαν την κατάσταση, αλλά όχι όλα την ίδια στιγμή, και τις περισσότερες φορές πολύ αργά. Το πλήρωσαν με τη ζωή τους.

Η σοβιετική και διεθνής εργατική τάξη το πλήρωσε με ένα τεράστιο τίμημα σε αχρείαστες θυσίες, πριν απ’όλα σε ανθρώπινα θύματα.

Η τελική σύνθεση: 1930-1940

Για δέκα χρόνια, από το 1923 έως το 1933, ο Τρότσκι αντιμετώπισε το πρόβλημα του σοβιετικού Θερμιδόρ - της πολιτικής αντεπανάστασης στην ΕΣΣΔ. Αυτή η αναλυτική προσπάθεια συνέπεσε με τον αγώνα για τη θεωρητική αποσαφήνιση της σχέσης μεταξύ "αυτοοργάνωσης της τάξης και πρωτοποριακής οργάνωσης", υπό το φως της εμπειρίας του γραφειοκρατικού εκφυλισμού του πρώτου εργατικού κράτους, αλλά όχι μόνον.

TrotskiΣκίτσo του Yury Annenkov (1889-1974)

Το αργότερο, από την ώρα κιόλας που άρχισε να μεγαλώνει ο φασιστικός κίνδυνος στη Γερμανία, και εν μέρει ήδη υπό το φως της εμπειρίας της αγγλικής γενικής απεργίας του 1926, ο Τρότσκι διατύπωσε μια σειρά από συμπεράσματα για τη σχέση τάξης/μαζικών συνδικάτων/συμβουλίων/εργατικών κομμάτων, τα οποία, όσον αφορά τον ίδιο, θα επιβεβαιώνονταν οριστικά από τις τραγικές εμπειρίες της ισπανικής επανάστασης του 1936-1937. Μπορούν να συνοψιστούν με τη μορφή των παρακάτω θέσεων:

α) Η εργατική τάξη δεν είναι ομοιογενής ούτε στο κοινωνικό επίπεδο, ούτε στο επίπεδο της συνείδησης. Η σχετική ετερογένειά της συνεπάγεται τουλάχιστον τη δυνατότητα, αν όχι το αναπόφευκτο, του σχηματισμού διαφόρων πολιτικών ρευμάτων και κομμάτων, τα οποία υποστηρίζονται από τμήματα αυτής της τάξης.

β) Ο νικηφόρος καθημερινός αγώνας της εργατικής τάξης, τόσο για τα άμεσα οικονομικά όσο και για τα πολιτικά αιτήματα (ίσως ενάντια στον κίνδυνο του φασισμού), απαιτεί υψηλό βαθμό ενότητας της ταξικής δράσης. Απαιτεί επομένως οργανώσεις που περιλαμβάνουν εργαζόμενους με διαφορετικές πολιτικές πεποιθήσεις και με διαφορετικές οργανωτικές εντάξεις, δηλαδή οργανώσεις που βασίζονται σε ένα ντε φάκτο ενιαίο μέτωπο διαφορετικών κομμάτων και ρευμάτων. Τα μαζικά συνδικάτα και τα συμβούλια είναι παραδείγματα τέτοιων οργανώσεων. Στην Ισπανική Επανάσταση, οι επιτροπές των πολιτοφυλακών έπαιξαν τον ίδιο ρόλο, ειδικά στην Καταλονία.

γ) Ακόμη και όταν διευθύνονται εν μέρει ή για μια ορισμένη περίοδο ολοκληρωτικά από μηχανισμούς που είναι ισχυρά ενσωματωμένοι στο αστικό κράτος (αστική κοινωνία), οι μαζικές οργανώσεις δεν αντιπροσωπεύουν αποκλειστικά μορφές ενσωμάτωσης και υποταγής. Έχουν πάντα τουλάχιστον ένα διττό χαρακτήρα και παραμένουν τουλάχιστον δυνητικά μέσα ταξικής χειραφέτησης και αυτενέργειας. Είναι "σπέρματα προλεταριακής δημοκρατίας στο εσωτερικό της αστικής δημοκρατίας " (35).

δ) Το επαναστατικό πρωτοποριακό κόμμα διακρίνεται από τα άλλα εργατικά κόμματα ουσιαστικά από το γεγονός ότι, μέσω του προγράμματος, της στρατηγικής και της τρέχουσας πρακτικής του, εκπροσωπεί και υπερασπίζεται πλήρως τα άμεσα και ιστορικά συμφέροντα της εργατικής τάξης, υπεράσπιση προσανατολισμένη προς την ανατροπή του αστικού κράτους και του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και προς την οικοδόμηση μιας αταξικής σοσιαλιστικής κοινωνίας. Για να επιτύχει αυτό τον στόχο, πρέπει να πείσει την πλειοψηφία της εργατικής τάξης για την ορθότητα του προγράμματος, της στρατηγικής και της τρέχουσας πρακτικής τoυ. Αυτό δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο με πολιτικά και όχι με διοικητικά μέσα. Αυτό απαιτεί, μεταξύ άλλων, τη σωστή εφαρμογή της τακτικής του προλεταριακού ενιαίου μετώπου. Απαιτεί το σεβασμό της αυτονομίας και της ελευθερίας δράσης όλων των εργατικών οργανώσεων.

ε) Οι ίδιοι κανόνες συμπεριφοράς ισχύουν τηρουμένων των αναλογιών για την οικοδόμηση του εργατικού κράτους και για τις μορφές άσκησης της πολιτικής εξουσίας (με πιθανή εξαίρεση τον οξύ εμφύλιο πόλεμο). Κατά τη διάρκεια αυτής της διαδικασίας, τον ηγετικό ρόλο του επαναστατικού κόμματος εξασφαλίζει η επιτυχία του να πείθει πολιτικά και όχι με διοικητικά μέτρα, και σίγουρα όχι με την καταστολή τμημάτων της εργατικής τάξης. Δεν μπορεί να επιτευχθεί παρά με την εφαρμογή της αρχής της αποτελεσματικότητας στην πολιτική- με τον αυστηρό διαχωρισμό κράτους και κόμματος, με την άμεση άσκηση της εξουσίας από όργανα του εργαζόμενου πληθυσμού, δημοκρατικά εκλεγμένα και όχι από το ίδιο το πρωτοποριακό κόμμα, με τον πολυκομματισμό. Οι εργάτες και οι αγρότες πρέπει να είναι ελεύθεροι να εκλέγουν όποιους αυτοί θέλουν στα συμβούλια. (36)

στ) Η σοσιαλιστική δημοκρατία, η δημοκρατία στα σοβιέτ και στα συνδικάτα, η δημοκρατία στο κόμμα (δικαίωμα στην τάση, καμία απαγόρευση των φραξιών, ακόμη και αν είναι από μόνες τους ανεπιθύμητες) χρειάζονται η μία την άλλη. Δεν πρόκειται για αφηρημένους κανόνες αλλά για πρακτικές προϋποθέσεις για αποτελεσματικό εργατικό αγώνα και για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού. Χωρίς προλεταριακή δημοκρατία, το προλεταριακό ενιαίο μέτωπο, και άρα ο νικηφόρος εργατικός αγώνας, στην καλύτερη περίπτωση κινδυνεύει και στη χειρότερη περίπτωση καθίσταται αδύνατος. Χωρίς σοσιαλιστική δημοκρατία, γίνεται επίσης αδύνατη η αποτελεσματική σοσιαλιστική σχεδιασμένη οικονομία.

Σημειώσεις

1. Στο πλαίσιο αυτό, τα σημαντικότερα κείμενα του Ένγκελς είναι τα άρθρα του 1890-1895, τα οποία βρίσκονται στον τόμο 22 του MEW, καθώς και η εκτεταμένη αλληλογραφία του με πολλούς εκπροσώπους του ευρωπαϊκού και βορειοαμερικανικού σοσιαλισμού (MEW, τόμοι 35-38).

2. Τα σημαντικότερα κείμενα του Γκράμσι, αφιερωμένα σε αυτό το πρόβλημα, δεν είναι τα σημειωματάρια της φυλακής του, αλλά τα άρθρα του στο περιοδικό Ordine Nuovo, ιδίως εκείνα της περιόδου 1919-1921 (Antonio Gramsci, Scritti Politici, a cura di Paolo Spriano, Editore Riuniti, Ρώμη, 1973, 3 τόμοι).

3. Πρώτη εφημερίδα του Ρωσικού Σοσιαλδημοκρατικού Εργατικού Κόμματος των Λένιν, Πλεχάνοφ κ.λπ.

4. Η διάσπαση του PSODR ήταν προσωρινή, καθώς ξεπεράστηκε στο συνέδριο της Στοκχόλμης το 1906. Οι Μπολσεβίκοι και οι Μενσεβίκοι ήταν μάλλον δύο δημόσιες φράξιες παρά δύο διαφορετικά κόμματα. Δεν έγιναν τέτοιοι μέχρι το 1912.

5. Unsere politische Autgaben, αναφέρεται εδώ από Leon Trotsky, Schritften: Der revolutioniiren Organisation, Rowolution Klassiker, Hamburg, 1970, σ. 73.

6. Βλ. Robert Daniels The Conscience of the Revolution, Isaac Deutscher. The Prophet armed, τόμος Ι της τρίτομης βιογραφίας του Τρότσκι, σσ. 95-97, Oxford University Press, Λονδίνο, 1954.

7. Ρόμπερτ Ντάνιελς, ό.π.

8. Η πολυσυζητημένη φόρμουλα του Λένιν στο "Τι να κάνουμε;" σχετικά με τους επαναστάτες διανοούμενους που πρέπει να εισάγουν τη σοσιαλιστική συνείδηση στην εργατική τάξη "από έξω", προέρχεται από τον Κάουτσκι και τον Βίκτορ Άντλερ στο λεγόμενο πρόγραμμα Χάινσφελντ της αυστριακής σοσιαλδημοκρατίας.

9. Λένιν. Τι να κάνουμε, Oeuvres, τ. 5, σ. 489.

10. Λένιν, πρόλογος στη συλλογή. Στα δώδεκα χρόνια, Oeuvres, τ. 13, σ. 102-103. Είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι κατά τη διάρκεια της προσπάθειάς της να οικοδομήσει ένα παράνομο επαναστατικό κόμμα την περίοδο 1934-1938, η αυστριακή σοσιαλδημοκρατία ανέπτυξε με ανεξάρτητο τρόπο οργανωτικές αρχές παρόμοιες με αυτές του Λένιν (βλ. Buttinger ο οποίος. με το ψευδώνυμο Richter, ηγήθηκε του RSOe, Am Beispiel Oesterreichs).

11. Γνωρίζουμε ότι στη ρωσική σοσιαλδημοκρατία υπήρχαν τρεις αντιλήψεις για τη μορφή του Κράτους (τη μορφή της κυβέρνησης) που θα μπορούσε να φέρει εις πέρας τα αστικοδημοκρατικά καθήκοντα της ρωσικής επανάστασης. Οι μενσεβίκοι πίστευαν ότι αυτό θα μπορούσε να γίνει κάτω από μια αστικοδημοκρατική κυβέρνηση, απέναντι στην οποία η σοσιαλδημοκρατία θα έμπαινε επικεφαλής μιας καλοπροαίρετης αντιπολίτευσης. Αυτή η επιλογή της κριτικής υποστήριξης μετατράπηκε αργότερα σε επιλογή συνασπισμού. Οι μπολσεβίκοι ήταν υπέρ της κατάκτησης της εξουσίας από την εργατική τάξη, συνδεδεμένη με τους αγρότες, στο πλαίσιο ενός αστικού κράτους (δημοκρατική δικτατορία των εργατών και των αγροτών). Ο Τρότσκι υπερασπιζόταν τη δικτατορία του προλεταριάτου, υποστηριζόμενη από τους φτωχούς αγρότες.

12. Στη διαθήκη του, που έγραψε λίγο πριν από την αυτοκτονία του και την οποία απηύθυνε στον Τρότσκι, ο διπλωμάτης Joffe, ηγετικό μέλος του RCP, δήλωσε κατηγορηματικά ότι ο Λένιν του είχε πει ότι, ήδη από το 1906, ο Τρότσκι είχε δίκιο στο ζήτημα της "διαρκούς επανάστασης".

13. Βλ. τις θέσεις για το Δεύτερο Συνέδριο της Κομιντέρν σχετικά με τους όρους υπό τους οποίους θα έπρεπε να σχηματιστούν τα σοβιέτ. Βλέπε επίσης Antonio Gramsci, ό.π. και Karl Korsch, Schriften zur Socialisiemng. Europâische Verlagsanstalt, Φρανκφούρτη, 1969.

14. Μια παράλληλη πρόβλεψη, αν και λιγότερο συστηματική, έγινε από τον Αμερικανό σοσιαλιστή Daniel De Leon.

15. Για το KAPD, την Algemeine Arbeiterunion και τους λεγόμενους Radenkommunisten, βλ. με επιμέλεια και πρόλογο του Fritz Kool: Die Linke gegen die Parteiherrschaft, τόμος 3 του Dokumente der Welte revolution, Walter Verlag. Olten, 1970.

16. Η έξαρση των εργατικών αγώνων στη Ρωσία από το 1912 και μετά βοηθήθηκε αναμφίβολα από τη συνέχεια και τη δραστηριότητα της μπολσεβίκικης (κομματικής) φράξιας.

17. Για την αντίσταση των "παλαιών μπολσεβίκων" στις θέσεις του Λένιν, βλέπε Marcel Liebman, Le Léninisme sous Lénine, τόμος 1.

18. Léon Trotsky, Histoire de la révolution russe, tome I: février, éditions du Seuil, Paris, 1967.

19. Βλέπε Roy Medvedev, Let History Judge, Mac Millan, London, 1972, σ. 8 και Marcel Liebman, op. Cit.

20. Έκθεση της πρώτης νόμιμης συνεδρίασης της Επιτροπής της Πετρούπολης του Μπολσεβίκικου Κόμματος, l Νοεμβρίου 1917, αναπαράγεται facsimile στο The Stalin School of Falsification, Leon Trotsky, Pathfinder Press, New York, 1971, σελ. 103.104.

21. Αυτό επιβεβαιώνεται όχι μόνο από τα αποτελέσματα των εντελώς ελεύθερων εκλογών για το Δεύτερο και το Τρίτο Συνέδριο των Σοβιέτ, αλλά και από τα αποτελέσματα των εκλογών για τη Συντακτική Συνέλευση, τα οποία στις πόλεις έδωσαν μια πλειοψηφία άνω του 60% των ψήφων στα κόμματα που ζητούσαν τη σοβιετική εξουσία.

22. Για παράδειγμα, N. N. Sukhanov: The Russian Revolution 1917, Volume 2, Harper Torchbook, New York, 1962, σ. 529.

23. L. Τρότσκι, Ιστορία της Ρωσικής Επανάστασης, τόμος 1, σελ. 34,35.

24. Βλέπε, μεταξύ άλλων, Victor Serge, L'An I de la révolution και Alfred Rosmer, Moscow under Lenin.

25. Alexander Solzhenitsyn, Der Archipel Gulag, Scherz-Verlag, Bern, 1973, σ. 194.

26. Για τον Σλιάπνικοφ και τη λεγόμενη εργατική αντιπολίτευση στο ΚΚΣΕ, βλέπε Arbeiterdemokratie oder Parteidiktatur, επιμέλεια Fritz Kool-Erwin Oberliinder, Walter-Verlag, Olten, 1967, σ. 158-263.

27. L. Trotsky, The Revolution Betrayed, New Park Publications, Londres, 1967, δική μας η μετάφραση.

28. L. Τρότσκι, ομιλία στο Δεύτερο Συνέδριο της Κομιντέρν, 26 Ιουλίου 1920, στο The First Five Years of the Communist International, New York, Pioneer Publishers, 1945, σελ. 99-100. Δική μας η μετάφραση.

29. Ο Isaac Deutscher (στον τόμο Ι της βιογραφίας του για τον Τρότσκι, κεφάλαιο 14) δίνει μια σειρά από άλλα παραδείγματα της διολίσθησης του Τρότσκι στον "υποκαταστατισμό" στη διάρκεια των ετών 1920-1921, μεταξύ των οποίων η ομιλία του στο Δέκατο Συνέδριο του ΚΚΣΕ.

30. Λίγα χρόνια αργότερα, ο Άουγκουστ Ταλχάιμερ έκανε μια παρόμοια εκτίμηση: "Με την εξασθένηση της επαναστατικής (φλόγας) διέγερσης, αυξάνεται ο αριθμός της γραφειοκρατικής καρβουνόσκονης. Καθώς η άμεση επαναστατική δραστηριότητα της βάσης μειώνεται, αναπτύσσεται η γραφειοκρατική έπαρση στην κορυφή" (Zur Krise in der KPD, 1929, Junius-Verlag, Βερολίνο, σ. 6). Δεν γνωρίζουμε αν ο Μπουχάριν κατέληξε στο ίδιο συμπέρασμα.

31. Λίγοι γνωρίζουν ότι η φόρμουλα "δημοκρατικός συγκεντρωτισμός" είναι στην πραγματικότητα μενσεβίκικης προέλευσης (Raphael Abramovitch: Julius Martow στο Julius Martow: Sein Werk und seine Bedeutungfiirden Sozialismus, Verlag der Sozialistiche Bote, Berlin, 1924, σ. 10). Σε μια ενδιαφέρουσα συνέντευξη που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Moskauer Nachrichten στις 15 Οκτωβρίου 1989, ο Leo Onikov, υπεύθυνος για τον μηχανισμό του ΚΚ του ΚΚΣΕ, παρέχει μια λεπτομερή ανάλυση της γραφειοκρατικής παραμόρφωσης της έννοιας του "δημοκρατικού συγκεντρωτισμού" από τον Στάλιν και της θεσμοθέτησής της στο 17ο και 27ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ. Κατά την άποψή του, η τελική νίκη του γραφειοκρατικού συγκεντρωτισμού επιτεύχθηκε μόνο μετά τις αιματηρές εκκαθαρίσεις του 1937.

32. Ως πρόσθετο μέσο πίεσης προς τους εργαζόμενους, μέλη του RCP, χρησιμοποιήθηκε η απειλή της απόλυσης, δηλαδή της ανεργίας.

33. Ο Κρίστιαν Ρακόφσκι, ηγετικό μέλος της Κεντρικής Επιτροπής, στενός φίλος του Τρότσκι και συναρχηγός της Αριστερής Αντιπολίτευσης, περιέγραψε αριστοτεχνικά αυτή τη διαδικασία στο άρθρο του "Οι επαγγελματικοί κίνδυνοι της εξουσίας". Βλ: Οι Μπολσεβίκοι εναντίον του Στάλιν, 1923-1928, Παρίσι, 1957, εκδόσεις Τέταρτη Διεθνής, σελ. 149-163.

34. Η διακήρυξη των "46" της 15ης Οκτωβρίου 1923 στο Die Linke Opposition in der Sowjet-Union, τόμος 1, 1923-1.924, επιμέλεια UlfWolter, Βερολίνο, Prinkipo Verlag, 1976, σ. 213-214.

35. L. Trotsky, Schriften über Deutschland, τόμος Ι, σ. 198, Europàische Verlags-Anstalt, Φρανκφούρτη, 1971.

36. Στο Μεταβατικό Πρόγραμμα της Τέταρτης Διεθνούς που συνέταξε ο Τρότσκι. 37. Οι θέσεις αυτές αναπτύχθηκαν ιδιαίτερα στο Schriften über Deutschland, L. Trotsky (βλ. σημείωση 35), για τη Γαλλία και την Ισπανία, βλ. L. Trotsky The Spanish Revolution 1931-1939, Pathfinder Press, New York, '1973, Leon Trotsky on France, Monad Press. Νέα Υόρκη, 1973.

37. Στο προγραμματικό κείμενο "Σοσιαλιστική Δημοκρατία και Δικτατορία του Προλεταριάτου", που υιοθετήθηκε στο δωδέκατο συνέδριό της, η Τέταρτη Διεθνής συστηματοποίησε και κωδικοποίησε αυτές τις θέσεις.

Επιμέλεια: Γιώργος Μητραλιάς

Ετικέτες