Στις 28 Ιανουαρίου, το συνεχιζόμενο μαζικό κίνημα διαμαρτυρίας στη Σερβία ανέτρεψε την κυβέρνηση, σηματοδοτώντας τη μεγαλύτερη πρόκληση που έχει αντιμετωπίσει η αυταρχική διακυβέρνηση του Αλεξάνταρ Βούτσιτς, ο οποίος βρίσκεται στην εξουσία για πάνω από μια δεκαετία.
Το χρονολόγιο των γεγονότων είναι πλέον γνωστό στο αναγνωστικό κοινό των δυτικών μέσων ενημέρωσης. Την 1η Νοεμβρίου το στέγαστρο του σιδηροδρομικού σταθμού στο Νόβι Σαντ κατέρρευσε σκοτώνοντας 15 ανθρώπους. Καθώς η χώρα δεν είχε ακόμα συνέλθει από ένα περιστατικό μαζικών πυροβολισμών σε σχολείο τον Μάιο του 2023, πολλοί άνθρωποι περιήλθαν σε κατάσταση σοκ και πένθους μετά την τελευταία αυτή τραγωδία. Κάτι άλλαξε όμως στις 22 Νοεμβρίου, όταν μπράβοι του καθεστώτος επιτέθηκαν σε μια συγκέντρωση φοιτητών και εργαζομένων στη Δραματική Σχολή του Πανεπιστημίου του Βελιγραδίου, που γινόταν στη μνήμη των θυμάτων της κατάρρευσης του στεγάστρου στο Νόβι Σαντ.
Προς ένα μαζικό κίνημα
Τις επόμενες μέρες ο αποκλεισμός των σχολών επεκτάθηκε και σε άλλα ανώτατα και τεχνικά εκπαιδευτικά ιδρύματα. Ο φοιτητόκοσμος διατύπωσε πολλά αιτήματα, μεταξύ των οποίων η δημοσιοποίηση όλων των εγγράφων που σχετίζονται με την ανοικοδόμηση του σιδηροδρομικού σταθμού του Νόβι Σαντ, αλλά και η απόσυρση των κατηγοριών κατά των συλληφθέντων διαδηλωτών, η ποινική δίωξη των χαμηλόβαθμων αξιωματούχων που επιτέθηκαν στους διαδηλωτές και η μείωση των διδάκτρων κατά 20%.
Ένα μήνα μετά την επίθεση της 22ης Νοεμβρίου, το κίνημα είχε αποκτήσει ανοδική δυναμική. Τα τρία τέταρτα των ιδρυμάτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης τελούσαν υπό κατάληψη. Επιπλέον, το πνεύμα της εξέγερσης διαπέρασε και τους μαθητές της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και τους δασκάλους τους. Καθώς βρίσκονταν ήδη σε αντιπαράθεση με το κράτος, οι εκπαιδευτικοί αψήφησαν τους νόμους περί ελάχιστης υπηρεσίας [προσωπικού ασφαλείας] όπως και τις συμβιβασμένες συνδικαλιστικές ηγεσίες τους, προχωρώντας σε πολλές περιπτώσεις σε απεργία διαρκείας.
Οι απεργίες επεκτάθηκαν και σε άλλους κλάδους, αν και άνισα: εργαζόμενοι στα μέσα ενημέρωσης, οδηγοί λεωφορείων, δικηγόροι, ακόμη και ομάδες εργατών σε ορυχεία εξέφρασαν την υποστήριξή τους στα αιτήματα των φοιτητών. Επιπλέον, μια καμπάνια πολιτικής ανυπακοής εξαπλώθηκε σε όλη τη χώρα. Το μπλοκάρισμα δρόμων και εθνικών οδών έγινε η αγαπημένη τακτική του κινήματος, στην οποία συμμετείχαν και οι αγρότες.
Στις 22 Δεκεμβρίου, 100.000 άνθρωποι διαδήλωσαν στο Βελιγράδι στη μεγαλύτερη μαζική διαδήλωση μετά την πτώση του Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς τον Οκτώβριο του 2000. Αν η κυβέρνηση ήλπιζε ότι το κίνημα επρόκειτο να τερματιστεί μετά την περίοδο των γιορτών, έκανε λάθος. Η πρωτοβουλία «Σταμάτα, Σερβία!» –η οποία αποτελούσε απάντηση στο όνομα της κυβερνητικής κοινοβουλευτικής ομάδας «Η Σερβία δεν πρέπει να σταματήσει!»– οδήγησε σε περισσότερες από 231 τοπικές διαδηλώσεις.
Το κίνημα κορυφώθηκε στις 24 Ιανουαρίου με μια δράση που ονομάστηκε «γενική απεργία». Ήταν μια ημέρα απεργιών και διαδηλώσεων που συνέπεσαν με ξεχωριστά, αλλά επίσης μαζικά, καλέσματα για μποϊκοτάζ των αλυσίδων λιανικού εμπορίου όχι μόνο στη Σερβία αλλά και στις γειτονικές χώρες -το Μαυροβούνιο, την Κροατία, τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη και τη Βόρεια Μακεδονία- που ανεξαρτητοποιήθηκαν από τη Γιουγκοσλαβία τη δεκαετία του 1990.
Κυβερνητική κρίση
Λίγες ημέρες αργότερα, κατά τη διάρκεια ενός 24ωρου αποκλεισμού της διασταύρωσης του Βελιγραδίου που έχει τη μεγαλύτερη κίνηση, υποστηρικτές του καθεστώτος ξυλοκόπησαν βάναυσα έναν φοιτητή στο Νόβι Σαντ, κλιμακώνοντας την ένταση. Η κυβέρνηση του Σέρβου πρωθυπουργού Μίλος Βούτσεβιτς παραιτήθηκε την επόμενη μέρα, ενώ ο Πρόεδρος Βούτσιτς απηύθυνε διάγγελμα στο έθνος, ανακοινώνοντας την απονομή χάρης στους διαδηλωτές και τον ανασχηματισμό της κυβέρνησης, εν αναμονή νέων εκλογών.
Ο Βούτσιτς δήλωσε ότι τα αιτήματα για διαφάνεια ικανοποιήθηκαν μετά τη δημοσιοποίηση χιλιάδων σελίδων εγγράφων. Αυτός ο ισχυρισμός διαψεύστηκε από μια μελέτη της Σχολής Πολιτικών Μηχανικών του Πανεπιστημίου του Βελιγραδίου. Ο Βούτσιτς απέρριψε τις εκκλήσεις της αντιπολίτευσης για σχηματισμό μεταβατικής κυβέρνησης τεχνοκρατών εν αναμονή νέων εκλογών, γεγονός που δείχνει την ένταση της πίεσης που δέχεται.
Αντί να εκτονώσουν τις εντάσεις, η παραίτηση της κυβέρνησης και η νευρικότητα του ισχυρού άνδρα του καθεστώτος μάλλον ενθάρρυναν το φοιτητικό κίνημα, το οποίο οργάνωσε μια μαζική πορεία 80 χιλιομέτρων από το Βελιγράδι έως το Νόβι Σαντ, όπου δεκάδες χιλιάδες διαδηλωτές απέκλεισαν τις τρεις γέφυρες του Δούναβη στις 31 Ιανουαρίου.
Όμως αυτή η πρωτοβουλία προκάλεσε βαθύτερη υποστήριξη. Οι κάτοικοι των πόλεων και των χωριών κατά μήκος της διαδρομής της πορείας βγήκαν στους δρόμους για να χαιρετήσουν τον φοιτητόκοσμο και οργάνωναν μπάρμπεκιου υποστήριξης της διαδήλωσης. Οι ενώσεις ταξί δεσμεύτηκαν επίσης να διαθέσουν δεκάδες οχήματα προκειμένου να βοηθήσουν στη μεταφορά των φοιτητών πίσω στο Βελιγράδι μετά τη διαδήλωση στο Νόβι Σαντ.
Από την πλευρά του ο Βούτσιτς περιοδεύει στη χώρα, χαιρετώντας ολοένα και μικρότερα συγκεντρωμένα πλήθη, στα οποία εμφανίζεται και κόσμος που ενθαρρυμένος από την κατάσταση, τον αμφισβητεί ανοιχτά. Περνώντας στην επίθεση, ο Βούτσιτς ισχυρίζεται ότι το κράτος αντιμετωπίζει εξωτερικές κι εσωτερικές απειλές. Λέει ότι οποιαδήποτε αλλαγή κυβέρνησης θα υπονόμευε την επιτυχία του οικονομικού του μοντέλου, το οποίο βασίζεται στις ξένες άμεσες επενδύσεις. Η Σερβία προσέλκυσε πέρυσι το ποσό ρεκόρ των 5 δισεκατομμυρίων ευρώ σε ξένες άμεσες επενδύσεις, καθιστώντας την πρωτοπόρα στην περιοχή και μία από τις ταχύτερα αναπτυσσόμενες ευρωπαϊκές οικονομίες μετά την πανδημία του Covid-19.
Υποστήριξη από το εξωτερικό
Αλλά ποιος θα μπορούσε να θέλει να ανατρέψει μια τόσο επιτυχημένη κυβέρνηση; Τις τελευταίες εβδομάδες οι μεγάλες δυνάμεις έσπευσαν να στηρίξουν τον Βούτσιτς. Ο ορισμένος από την Ευρωπαϊκή Κομισιόν ως γενικός διευθυντής για τη διεύρυνση της ΕΕ, Γκερτ Γιαν Κούπμαν, δήλωσε ότι η ΕΕ «ούτε θα δεχτεί ούτε θα υποστηρίξει μια βίαιη αλλαγή εξουσίας στη Σερβία». Παρόμοιες δηλώσεις έκανε και η επικεφαλής της εξωτερικής πολιτικής της ΕΕ, η Κάγια Κάλλας.
Εν τω μεταξύ, ο ειδικός απεσταλμένος του Ντόναλντ Τραμπ για τις ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις στη Σερβία και το Κόσοβο την περίοδο 2019-21, Ρίτσαρντ Γκρένελ, σημείωσε ότι οι ΗΠΑ δεν υποστηρίζουν «όσους υπονομεύουν το κράτος δικαίου ή καταλαμβάνουν κυβερνητικά κτίρια δια της βίας». Ενώ η Μόσχα κατήγγειλε ότι πρόκειται για «χρωματιστή επανάσταση» [πέρα από τις καταβολές του, ο όρος πλέον χρησιμοποιείται για να δυσφημιστούν κινητοποιήσεις ως ενορχηστρωμένες από ξένες δυνάμεις] και το Πεκίνο τόνισε την ικανότητα του Βελιγραδίου να διατηρεί την ειρήνη και την σταθερότητα.
Όλα αυτά είναι αντανάκλαση της σχετικής επιτυχίας της πολιτικής ισορροπιών που ακολουθεί ο Βούτσιτς στη διεθνή πολιτική σκηνή. Ενώ φλερτάρει με τις κινεζικές επενδύσεις, έχοντας καταστήσει τη Σερβία βασικό εταίρο της Κίνας στην πρωτοβουλία 14+1 για την προώθηση των εμπορικών και επενδυτικών σχέσεων μεταξύ της Κίνας και των χωρών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, έχει επίσης δεσμεύσει τα σερβικά κοιτάσματα λιθίου για την βρετανο-αυστραλιανή πολυεθνική Rio Tinto με στόχο τον εφοδιασμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Τα τελευταία χρόνια, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα έχουν επίσης επενδύσει στο παραποτάμιο μέτωπο του Βελιγραδίου, ενώ ο Τζάρεντ Κούσνερ, γαμπρός του Τραμπ, επιδιώκει την ανέγερση ενός πολυτελούς ξενοδοχείου στο Βελιγράδι, στη θέση του πρώην αρχηγείου του στρατού, το οποίο βομβαρδίστηκε από το ΝΑΤΟ το 1999 και έκτοτε λειτουργεί ανεπίσημα ως μνημείο.
Οι μεγάλες δυνάμεις ανταγωνίζονται για να εξασφαλίσουν τις θέσεις τους στη Σερβία, αλλά δεν έχουν κανέναν λόγο να επισπεύσουν την πτώση του Βούτσιτς. Ωστόσο, δεν έχουν μόνιμους συμμάχους στη χώρα αλλά μόνιμα συμφέροντα -και θα συνεχίσουν να τα υπερασπίζονται είτε ο Βούτσιτς παραμείνει στην εξουσία είτε όχι. Δεδομένου του μεγέθους της γεωπολιτικής αναταραχής γύρω από τη Μαύρη Θάλασσα –με τον πόλεμο της Ρωσίας με την Ουκρανία, με τις εξελίξεις σε Γεωργία, Συρία, Λίβανο, Ρουμανία, Μολδαβία και Βουλγαρία– η οποία απειλεί να επιδεινώσει την περιφερειακή αστάθεια, μια χαοτική αλλαγή κυβέρνησης στη Σερβία δεν θα ωφελούσε κανέναν τους.
Αντιπολίτευση στο εσωτερικό
Ωστόσο, ο σερβικός λαός βρίσκεται σε κατάσταση εξέγερσης. Για να εξηγηθεί αυτό, πρέπει να τονιστεί ότι, παρά την μεγάλη αύξηση του σερβικού ΑΕΠ -κοντά στο 4% τον περασμένο χρόνο-, το βιοτικό επίπεδο επιδεινώνεται. Η χώρα κατατάχθηκε στην 34η θέση ανάμεσα σε 41 ευρωπαϊκές χώρες από την World Population Review τον Απρίλιο του 2024.
Ενώ οι μέσοι μισθοί έχουν αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, το κόστος διαβίωσης έχει επίσης αυξηθεί, λόγω του πληθωρισμού από την πλευρά της ζήτησης, του πληθωρισμού στις τιμές της ενέργειας και εξαιτίας των μονοπωλίων. Ο πληθωρισμός στα τρόφιμα έχει προκαλέσει σχεδόν το διπλασιασμό των τιμών των ειδών πρώτης ανάγκης σε σχέση με το 2021. Οι μισθολογικές ανισότητες μεταξύ περιοχών διευρύνονται ενώ παραμένει ένα υψηλό ποσοστό ανεργίας, άνω του 8%. Δεν είναι σύμπτωση που μεταξύ του 2011 και του 2022, η Σερβία έχασε το 7% του πληθυσμού της, κάτι που αντανακλά μια μαζική έξοδο προς το εξωτερικό.
Αυτά τα στατιστικά στοιχεία δεν αρκούν από μόνα τους για να εξηγήσουν γιατί ο σερβικός λαός έχει εξεγερθεί. Στην πραγματικότητα, όλα τα επενδυτικά έργα που αναφέρθηκαν παραπάνω, τα οποία συνδέονται με την Κίνα, την Rio Tinto, την ΕΕ, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και τις ΗΠΑ, έχουν αντιμετωπίσει διάφορων μορφών μαζικές αντιστάσεις, λόγω των καταστροφικών τους επιπτώσεων στους κοινωνικούς ιστούς, τις περιβαλλοντικές συνθήκες, τις δυναμικές των πόλεων και τις περιφερειακές ισορροπίες.
Από το 2014 και μετά, η διογκούμενη οργή των Σέρβων έχει δημιουργήσει μεγάλα κύματα διαδηλώσεων, αλλά αυτή η οργή δεν έχει εκφραστεί σχεδόν καθόλου πολιτικά. Δυστυχώς, η πολιτική αντιπολίτευση στη Σερβία εξακολουθεί να κυριαρχείται από μια ποικιλία φιλελεύθερων ή συντηρητικών εθνικιστικών δυνάμεων, οι οποίες δεν προσφέρουν τίποτε ιδιαίτερο όσον αφορά ένα πρόγραμμα μετασχηματισμών. Δεν είναι τυχαίο που το κόμμα του Βούτσιτς συνεχίζει να προπορεύεται έναντι όλων των αντιπολιτευτικών δυνάμεων στις δημοσκοπήσεις ή ότι η δοκιμασμένη μέθοδός του προκειμένου να ξεπερνάει τη λαϊκή δυσαρέσκεια είναι να καταφεύγει στις κάλπες.
Η δύναμή του είναι πιο συμπαγής σε αυτό το πεδίο σε σύγκριση με τους δρόμους, εκεί όπου το λαϊκό αίσθημα δεν περιορίζεται στα στενά κανάλια της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Η κυριαρχία του κυβερνώντος κόμματος στις θέσεις εργασίας στο δημόσιο τομέα, στα ΜΜΕ, στο δικαστικό σώμα, στην εκλογική διαδικασία και, τελικά, στον κατασταλτικό μηχανισμό του κράτους, σημαίνει ότι η σταθερότητα του καθεστώτος διασφαλίζεται μέσω της χρήσης των εκλογών, ενώ η δημόσια σφαίρα είναι το προτιμώμενο πεδίο για να εκδηλωθεί η διαμαρτυρία.
Και τώρα;
Το φοιτητικό κίνημα, η αιχμή του δόρατος του λαϊκού κινήματος κατά τους τελευταίους μήνες, έχει επιδείξει μια αξιοσημείωτη ικανότητα να ξεπερνά τους ελιγμούς του καθεστώτος. Η αποφασιστικότητά του να επιμείνει στα αιτήματά του έχει ήδη οδηγήσει σε ήττα αρκετές κυβερνητικές προσπάθειες κατευνασμού του κινήματος διαμαρτυρίας είτε με το καρότο είτε με το μαστίγιο.
Αλλά σύντομα θα έρθει η στιγμή κατά την οποία θα τεθεί το ζήτημα της πολιτικής εξουσίας. Η χώρα γίνεται ολοένα και πιο ακυβέρνητη και ο Βούτσιτς έχει δείξει ότι αντιλαμβάνεται πως απειλείται η θέση του, κάτι που αυξάνει τις πιθανότητες είτε για ένα δημοψήφισμα επί της λαϊκής εντολής του ίδιου είτε για νέες εκλογές.
Το κίνημα δεν έχει την πολυτέλεια να σταματήσει τώρα. Πρέπει να απαλλαγεί από τον Βούτσιτς και να αγωνιστεί για την εξουσία.
Για να επιτευχθεί αυτό, το κίνημα πρέπει να διεκδικήσει την ανεξαρτησία του από τις υπάρχουσες πολιτικές δυνάμεις. Χωρίς ένα εναλλακτικό όραμα για την κοινωνία, αυτό θα αποδειχθεί δύσκολο. Ορισμένα τμήματα του κινήματος έχουν ήδη αρχίσει να αποδέχονται την έκκληση της αντιπολίτευσης για μια κυβέρνηση τεχνοκρατών, εν αναμονή νέων εκλογών. Ωστόσο, ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα άφηνε ανέπαφα πολλά παγιωμένα συμφέροντα και δεν θα αμφισβητούσε τις ταξικές ανισότητες στη Σερβία, για να μην αναφέρουμε τα βαθιά πλοκάμια των μεγάλων δυνάμεων στη σερβική πολιτική.
Όπως έχει δείξει ο Βίνσεντ Μπέβινς στο βιβλίο του «If We Burn: The Mass Protest Decade and the Missing Revolution» [Αν Καούμε Εμείς: Η Δεκαετία των Μαζικών Κινητοποιήσεων Διαμαρτυρίας και η Απούσα Επανάσταση], τα μαζικά κινήματα κυριάρχησαν κατά τη δεκαετία του 2010-2020, αλλά οι προσδοκίες τους σπάνια εκπληρώθηκαν, παγκοσμίως. Ένας από τους βασικούς λόγους είναι η αδυναμία της Αριστεράς και του στρατηγικού της οράματος στο εσωτερικό των ίδιων των κινημάτων. Η Σερβία δεν αποτελεί εξαίρεση και η Αριστερά της είναι αδύναμη και κατακερματισμένη.
Αλλά το μαζικό κίνημα στη Σερβία έχει πετύχει κέρδη που αξίζει να υπερασπιστούμε τις επόμενες εβδομάδες, μήνες και χρόνια. Μέσω των λαϊκών μεθόδων λήψης αποφάσεων που χτίστηκαν μέσα στη φωτιά του αγώνα, όπως οι ολομέλειες και οι γενικές συνελεύσεις, οι φοιτητές έθεσαν τα θεμέλια για τον μελλοντικό εκδημοκρατισμό των ακαδημαϊκών ιδρυμάτων. Οι απεργοί εργάτες αρχίζουν επίσης να αναγνωρίζουν ολοένα και περισσότερο την ανάγκη εκδημοκρατισμού των συνδικάτων, αντικατάστασης των συμβιβασμένων αξιωματούχων τους με πιο μαχητικά στοιχεία και οικοδόμησης δικτύων αγωνιστών βάσης που θα είναι σε θέση να δράσουν ανεξάρτητα από τις ηγεσίες τους.
Επιπλέον, η δημοτικότητα του αιτήματος για γενική απεργία και το μαχητικό πνεύμα ορισμένων τμημάτων της εργατικής τάξης, που είχε να εμφανιστεί με τέτοια ένταση από την εποχή της ανατροπής του καθεστώτος του Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς, αντιπροσωπεύουν ένα άλμα στη λαϊκή συνείδηση. Η προθυμία για πραγματοποίηση δράσεων σε χώρους δουλειάς με πολιτικούς στόχους, συμπληρωματικά και ενισχυτικά σε μορφές μαζικής πολιτικής ανυπακοής, υποδηλώνει ότι διαμορφώνεται μια στοιχειώδης αλλά πραγματική ταξική συνείδηση.
Καθώς η Σερβία εισέρχεται σε μια περίοδο μακροχρόνιας πολιτικής αστάθειας, η οποία αντανακλά την αυξημένη διεθνή αβεβαιότητα, η Αριστερά της χώρας έχει μια άνευ προηγουμένου ευκαιρία να αποκτήσει πιο βαθιές ρίζες στην εργατική τάξη και να αγωνιστεί για μια πιο δημοκρατική και δίκαιη κοινωνία. Συνδέοντας τα πιο προοδευτικά αιτήματα των προηγούμενων κυμάτων διαμαρτυρίας –για δημοκρατικές ελευθερίες, προστασία του περιβάλλοντος και το κοινό καλό– με την σημερινή συλλογική κραυγή για δικαιοσύνη, η Αριστερά μπορεί να δείξει ότι το πρόβλημα είναι πολύ ευρύτερο από τη διαφθορά και να χτίσει οργανώσεις και δομές που θα είναι ικανές να πετύχουν πραγματική αλλαγή.