Ο Σέρβας, ο Παπαϊωάννου, ο Μακάριος, οι δικοινοτικές συγκρούσεις, η δράση των αριστερών, η ΕΣΣΔ, ο ιμπεριαλισμός, οι αντιλήψεις και η νοοτροπία του ΑΚΕΛ, και πολλά άλλα, καταπιάνονται στο καινούργιο βιβλίο του ελληνοκύπριου ιστορικού Μάριου Θρασυβούλου. Το εν λόγω βιβλίο κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις κυπριακές εκδόσεις «Κύτταρο», και βρίσκεται στα βιβλιοπωλεία «Ιανός», «Επί λέξει», «Ναυτίλος», «Πολιτεία», «Free Thinking Zone». Θα μπορούσαμε να πούμε ότι αποτελεί συνέχεια, του προηγούμενου βιβλίου του, «Ο Εθνικισμός των Ελληνοκυπρίων, από την αποικιοκρατία στην ανεξαρτησία» (2016).

Το νέο του πόνημα, είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα εργασία, που βοηθά στην κατανόηση του κυπριακού ζητήματος. Ξέχωρα από την εκτεταμένη και πλούσια βιβλιογραφία (αρχεία, εφημερίδες, περιοδικά, εκπομπές, βιβλία κλπ.), ο συγγραφέας έχει αξιοποιήσει ταυτόχρονα και πρωτογενείς πηγές, όπως είναι η προφορική μαρτυρία 43 ανθρώπων που υπήρξαν στελέχη ή απλά μέλη ή και υποστηρικτές του ΑΚΕΛ, και άρα είχαν άμεση εμπλοκή τόσο στην πολιτική του κόμματος όσο και στη δράση του.

Το βιβλίο είναι βέβαια επικεντρωμένο σε μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο, όπου μέσω αυτής κοιτά την ιστορία του ΑΚΕΛ. Όμως, δεν γίνεται μόνο μια απλή καταγραφή των γεγονότων της περιόδου 1960-1964, όπως ίσως θεωρήσει κάποιος διαβάζοντας τον τίτλο, αλλά δίνονται απαντήσεις για πολλά ζητήματα, σε κάποια από τα οποία υπήρχε και υπάρχει μέχρι σήμερα μια παρεξηγημένη εικόνα. 

Το βιβλίο κάνει μια βαθιά ενδοσκόπηση του ΑΚΕΛ, της νοοτροπίας της ηγεσίας του, της ψυχολογίας του κόσμου του, του εσωκομματικού του καθεστώτος. Αναδεικνύει την καταστροφική εφαρμογή της σταλινικής αντίληψης της Θεωρίας των Σταδίων και των Λαϊκών Μετώπων στην Κύπρο, δηλαδή τη συνεργασία με τον ντόπιο αστισμό, όπου λανθασμένα θεωρούσαν ότι πρώτα έπρεπε να λυθεί το εθνικό ζήτημα, και μετά, σε κάποιο απόμακρο και αόριστο μέλλον, θα ετίθετο το ζήτημα της στρατηγικής της σοσιαλιστικής μετάβασης. Έτσι, το ΑΚΕΛ, δέσμιο της στρατηγικής της Θεωρίας των Σταδίων, αδυνατούσε να δει τον συνδυασμό αυτών των δύο (εθνικού και ταξικού), αποκόβοντας το ένα από το άλλο. 

Η βασική υπόθεση εργασίας του βιβλίου είναι η ταλάντευση του ΑΚΕΛ, εκείνης της περιόδου, ανάμεσα στην ταξική και διεθνιστική ιδεολογία του αφενός και στη συμπόρευσή του με το κυρίαρχο εθνικιστικό ρεύμα μέσα στην ελληνοκυπριακή κοινότητα αφετέρου. Ιδιαίτερα, μετά την άνοδο του Παπαϊωάννου στην ηγεσία του ΑΚΕΛ, παρατηρεί ότι η συμπόρευση με τον εθνικισμό γίνεται ο βασικός άξονας της πολιτικής του, με συνέπεια να το καθιστά ουραγό των εξελίξεων.

Μέσα από την ανάλυση και την ερμηνεία του Μάριου Θρασυβούλου, αναδεικνύεται η φύση του κυπριακού προβλήματος και κυρίως η σύγκρουση των δύο εθνικισμών, που είχε ως τραγικό αποτέλεσμα τον χωρισμό των δύο κοινοτήτων (Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων), καθώς επίσης ο πραγματικός ρόλος του Μακάριου, ο οποίος επί της ουσίας επεδίωκε τον παραμερισμό των Τουρκοκυπρίων (Τ/κ) και τον απόλυτο έλεγχο του κράτους από τους Ελληνοκύπριους (Ε/κ). Οι Συμφωνίες της Ζυρίχης-Λονδίνου, το 1959, ήταν το αποτέλεσμα των αδιεξόδων που δημιούργησαν η αποικιοκρατία, οι Νατοϊκές σχέσεις και κυρίως η σύγκρουση των ντόπιων εθνικισμών. Ο Μακάριος, αν και με δισταγμό, τελικά δέχτηκε τις εν λόγω Συμφωνίες, πιστεύοντας ότι σύντομα θα παραμέριζε τους Τ/κ από το κράτος, όπως και επιχείρησε να κάνει, το 1963, με τις αλλαγές στο Σύνταγμα και τις σφοδρές ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ Ε/κ και Τ/κ που ακολούθησαν, το 1963-64. Για τον ελληνοκυπριακό αστισμό και εθνικισμό, ο «κυπριακός λαός» ισούτο με τους Ελληνοκύπριους. Όμως, ο κυπριακός λαός είναι όλοι οι άνθρωποι στην Κύπρο, μεταξύ των οποίων και οι Τουρκοκύπριοι.

Το ΑΚΕΛ, εγκλωβισμένο στον αγώνα δρόμου μεταξύ των δεξιών εθνικών ελίτ της Κύπρου και προσπαθώντας να ξεπεράσει το σύμπλεγμα αμφισβήτησης του πατριωτισμού του από τη Δεξιά, δεν έκανε αυτό που υπαγόρευε η ιδεολογία του: δηλαδή να δουλέψει εντατικά και συστηματικά προς την κατεύθυνση της εξομάλυνσης των διαφορών και της καχυποψίας μεταξύ των δύο κοινοτήτων, θέτοντας  σε προτεραιότητα τα συμφέροντα των εργαζομένων, Ε/κ και Τ/κ, χωρίς να μετεωρίζεται ή να ταυτίζεται με τον ελληνοκυπριακό εθνικισμό. Έτσι, παρ’ ότι δεν ήταν εχθρικό με τους Τ/κ, αλλά είχε επαφές και συνεργασία μαζί τους, ταυτόχρονα η μεσοβέζικη στάση του δημιουργούσε ένα διχασμό στον χαρακτήρα του. Αυτό είχε ως συνέπεια, να αδυνατεί να κάνει την υπέρβαση και να εμφανιστεί μπροστά στον κυπριακό λαό με τόλμη ως μια δύναμη υπερεθνική και ως κόμμα της «ολικής Κύπρου», ώστε να παίξει ένα ρόλο αυτόνομο και πρωταγωνιστικό στο ζήτημα της εξουσίας. 

Επιπρόσθετα, το βιβλίο του Θρασυβούλου αναδεικνύει την πραγματική διάσταση του ρόλου των Δυτικών, αλλά και τον ρόλο της πρώην ΕΣΣΔ στα (ελληνο)κυπριακά πράγματα, αμφισβητώντας τη συνωμοσιολογική διάσταση της ανάλυσης του ΑΚΕΛ, ότι για όλα φταίει ο ιμπεριαλισμός. Ο Θρασυβούλου τονίζει ότι αυτή η θέση είχε ως συνέπεια, το ΑΚΕΛ, να παραβλέπει ή να υποτιμά τις εσωτερικές διεργασίες και τις σχέσεις των δύο κοινοτήτων ως πραγματικότητες που επηρεάζουν τα πράγματα, καθώς και τις επιδιώξεις του ντόπιου αστισμού. Έτσι, το ΑΚΕΛ, εξαφανίζοντας από τη σφαίρα του προβληματισμού του την εθνικιστική αντιπαράθεση, ερμήνευε την ύπαρξη του κυπριακού προβλήματος στη βάση ότι ο ιμπεριαλισμός δεν θέλει τη λύση και άρα επιδιώκει τη διάλυση του κυπριακού κράτους. 

Όμως, παρά την κριτική προσέγγιση που κάνει ο Θρασυβούλου για τη συμπόρευση του ΑΚΕΛ με τον Μακάριο, ταυτόχρονα αναδεικνύει την ουσιώδη διαφορά του από τη Δεξιά, η οποία συνίστατο στο ότι ποτέ δεν σύρθηκε σε μια ρητορική μίσους, κρατώντας πάντα τις γέφυρες επικοινωνίας με τους Τουρκοκύπριους εργαζομένους, ιδιαίτερα μέσω της συνδικαλιστικής οργάνωσης του ΑΚΕΛ, της ΠΕΟ.

Είναι ένα βιβλίο που ασκεί μια εποικοδομητική κριτική στο ΑΚΕΛ, ενώ ταυτόχρονα δίνει τη δυνατότητα στον αναγνώστη να κατανοήσει τόσο το ΑΚΕΛ όσο και το βάρος του ελληνοκυπριακού εθνικισμού. 

Ετικέτες