Η τοποθέτηση του Τ. Μαστρογιανόπουλου στην εκδήλωση της ΔΕΑ "40 χρόνια από τη Μεταπολίτευση-Η εργατική αντίσταση και η Αριστερά", στην ΕΣΗΕΑ (10/7/14)

Ένα από τα πιο σοβαρά θέματα που έχουμε να συζητήσουμε είναι το θέμα της Μεταπολίτευσης αυτής καθ’ αυτής. Υπάρχει μια αντίληψη που είχε κυριαρχήσει στο παρελθόν και υπάρχει και πάλι, ότι αυτή η Μεταπολίτευση του 1974 ήταν μια υπόθεση των κυρίαρχων τάξεων. Μια τέτοια αντίληψη υποτιμά και τις διεργασίες και τα μεγάλα γεγονότα που συνέβησαν από το 1973. Ακόμα και σήμερα υπάρχει μια τέτοια υποτίμηση, ώστε ακόμα και ορισμένες τάσεις μέσα στην Αριστερά μιλάνε για μια νέα «Μεταπολίτευση του λαού», οπότε συνεπάγεται ότι η προηγούμενη δεν είχε τίποτα να κάνει με την κοινωνία, ήταν περίπου μια αλλαγή των ανώτερων τάξεων, κάτι που είχε κυριαρχήσει και στην Αριστερά αμέσως μετά τη Μεταπολίτευση. Θα θυμάστε ότι ο Ανδρέας Παπανδρέου μιλούσε το 1974 για «αλλαγή φρουράς» και περίπου στον ίδιο τόνο ήταν και τα κόμματα της Αριστεράς.

Ήταν έτσι, όμως; Επρόκειτο δηλαδή για μια αλλαγή σχεδιασμένη από τα πάνω, ή ήταν μια αλλαγή στο πολιτικό και κοινωνικό πλαίσιο που είχε να κάνει κυρίως με τους από κάτω; Εγώ είμαι της άποψης ότι συνέβη ακριβώς αυτό. Ότι δηλαδή η στρατιωτική δικτατορία, γνωρίζοντας μια προϊούσα απομόνωση από την κοινωνία και μια προϊούσα απονομιμοποίηση, έκανε διάφορες προσπάθειες για να επιβιώσει.

Νομίζω ότι το πρώτο που προσπάθησε να κάνει ακριβώς για να εκτονώσει τη λαϊκή δυσαρέσκεια που είχε αρχίσει να μεγαλώνει ήταν να επιχειρήσει το περίφημο «πείραμα Μαρκεζίνη», τη φιλελευθεροποίηση του καθεστώτος. Ήταν μια προσπάθεια να μεταφερθεί σε κοινοβουλευτικό επίπεδο, όσο μπορούσε να είναι κοινοβουλευτικό κάτω από ένα ειδικό στρατιωτικό καθεστώς, η  δυσαρέσκεια της κοινωνίας. Μάλιστα και μια πολιτική δύναμη, το ΚΚΕεσωτερικού, είχε αποδεχτεί αυτή την αλλαγή, πιστεύοντας ότι έτσι θα άνοιγε ο δρόμος για αλλαγές. Στην πραγματικότητα ο διορισμός της κυβέρνησης Μαρκεζίνη έκανε το ακριβώς αντίθετο, άνοιξε το δρόμο στην κοινωνία. Είχαμε μια τεράστια κινητοποίηση της κοινωνίας, που σε πρώτη φάση εκδηλώθηκε με τη νεολαία, με το κίνημα στη Νομική, αλλά και μέσα στο ίδιο το στρατιωτικό καθεστώς με το περίφημο κίνημα του Ναυτικού. Όλο και περισσότερο, διάφορες κοινωνικές ομάδες και διάφορα κοινωνικά στρώματα είχαν αρχίσει να αντιδρούν στο στρατιωτικό καθεστώς. Αποκορύφωμα αυτής της διαδικασίας, όπως όλοι γνωρίζουμε, ήταν η μεγάλη εξέγερση του Πολυτεχνείου. Ο πρωθυπουργός Μαρκεζίνης βγήκε το ίδιο το βράδυ της καταστολής της εξέγερσης να πει ότι «Ημείς θα είμεθα και πάλι οι νικηταί», αλλά πραγματικά αυτό που είχε αρχίσει να διαφαίνεται ήταν η αρχή του τέλους για το στρατιωτικό καθεστώς.

Η προσπάθειά του να εκτονώσει τη λαϊκή δυσαρέσκεια επιχειρώντας το πραξικόπημα στην Κύπρο επέφερε με τη σειρά του την εισβολή του τούρκικου στρατού. Είχε σαν αποτέλεσμα την περιβόητη επιστράτευση, όπου δεκάδες χιλιάδες νέοι πήγαν στο στράτευμα, σε μια προσπάθεια υποτίθεται να αντιμετωπίσουν τον τούρκικο εχθρό και αυτό που στην πραγματικότητα έγινε ήταν να διαλύσει ο ίδιος ο στρατός. Ήταν μια ακόμα ένδειξη της μεγάλης λαϊκής δυσαρέσκειας απέναντι στο στρατιωτικό καθεστώς.

Και το καθεστώς κατέρρευσε. Δεν ανετράπη από κανένα επαναστατικό κόμμα, δεν ανετράπη από καμία επαναστατική οργάνωση, κατέρρευσε στην κυριολεξία στα εξ ων συνετέθη. Αυτό όμως ήταν ένα πάρα πολύ σημαντικό γεγονός γιατί έβαλε την  κοινωνία σε κίνηση. Στη Μεταπολίτευση είχαμε μια σειρά γεγονότα που θέλω να υπενθυμίσω γιατί ορισμένοι, μιλώντας για τη «νέα Μεταπολίτευση» κάνουν ορισμένα υπεριστορικά λάθη.

Είχαμε ένα πολύ σημαντικό γεγονός: με το δημοψήφισμα ανατράπηκε η μοναρχία. Ο βασικός πυλώνας του πολιτεύματος για δεκαετίες ήταν το καθεστώς της βασιλείας, το οποίο με το δημοψήφισμα ανετράπη. Είναι ακόμα μια ένδειξη της μεγάλης κινητικότητας που είχε η κοινωνία.

Το δεύτερο είναι ότι είχαμε πια ένα νέο πολιτικό σύστημα της αστικής δημοκρατίας με τη λειτουργία πια των πολιτικών κομμάτων. Εδώ να κάνω μια παρένθεση και να σημειώσω ότι η συγκρότηση του ΠΑΣΟΚ και η ανασυγκρότηση του ΚΚΕ και του ΚΚΕ εσωτερικού ήταν ένα εκπληκτικό γεγονός από την άποψη της συμμετοχής της κοινωνίας στις γραμμές τους. Δεκάδες, αν όχι εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι προσχώρησαν σε αυτά τα κόμματα. Δεν έχει ξαναγίνει στη σύγχρονη ιστορία της Ελλάδας μια τέτοια στροφή της κοινωνίας στα πολιτικά κόμματα. Είναι ένα γεγονός που πρέπει να το λάβουμε σοβαρά υπόψη, γιατί αυτοί που μιλάνε σήμερα για τη Μεταπολίτευση εγκαλούν τις πολιτικές δυνάμεις ότι δεν έχουν πάρα πολλά μέλη.  Θα επανέλθω στη συνέχεια σε αυτό. Δημιουργήθηκε λοιπόν το ΠΑΣΟΚ, το ΚΚΕ, το ΚΚΕεσωτερικού, κομμάτια της άκρας Αριστεράς. Θυμάμαι ότι στην πρώτη εκδήλωση για το Πολυτεχνείο το ΕΚΚΕ είχε ένα τεράστιο μπλοκ με χιλιάδες νέους ανθρώπους, νέα παιδιά – και βεβαίως και άλλες ομάδες της ριζοσπαστικής αριστεράς.

Είχαμε ακόμα την ενδυνάμωση των συνδικάτων, και κυρίως είχαμε την ίδρυση και τη μαζικοποίηση των εργοστασιακών συνδικάτων. Αυτό κατά την άποψή μου ήταν ένα πολύ σημαντικό γεγονός. Η Μεταπολίτευση του 1974 ήταν μια τρομακτική κίνηση των από κάτω και όχι των από πάνω όπως ορισμένα τμήματα της Αριστεράς ακόμα και σήμερα θέλουν να την εμφανίζουν. Έτσι, την περίοδο 1974-1981, μιας περιόδου οικονομικής ανόδου, είχαμε έκρηξη του εργατικού και συνδικαλιστικού κινήματος. Όλα αυτά, αλλά και μετά όταν ανέλαβε τη διακυβέρνηση το ΠΑΣΟΚ την περίοδο 1981-1989, έλαβαν χώρα σε μια περίοδο μεγάλης οικονομικής ανάπτυξης – οι χρυσές τρεις δεκαετίες του μεταπολεμικού καπιταλισμού, όπου το σύστημα, ο καπιταλισμός, γνώρισε μια τρομακτική οικονομική ανάπτυξη. Υπολογίζεται ότι οι παραγωγικές δυνάμεις σε αυτές τις δεκαετίες αναπτύχθηκαν πολύ περισσότερο απ’ όσο είχαν αναπτυχθεί στην προηγούμενη ιστορία της ανθρωπότητας. Έτσι, ολόκληροι τομείς στην πληροφορική, στη βιοτεχνολογία, στη γενετική, γνώρισαν τρομακτικούς ρυθμούς ανάπτυξης, όπως και το διεθνές εμπόριο και η παραγωγή. Όλα αυτά επέτρεψαν και την πρώτη περίοδο, στην κυβέρνηση Καραμανλή, και στις κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ, να κάνουν ουσιαστικές παραχωρήσεις. Αυτό είναι ένα βασικό στοιχείο που πρέπει να πάρουμε υπόψη μας για την περίοδο 1974-1989.

Και ενώ αυτή ήταν μια περίοδος οικονομικής ανάπτυξης, στο τέλος αυτής της περιόδου άρχισαν να εμφανίζονται οι πρώτες προσπάθειες των μεγάλων βιομηχανικών καπιταλιστικών δυνάμεων της Ευρώπης και της Αμερικής για μια αλλαγή στην πολιτική τους. Είναι η εποχή που εμφανίζεται ο Ρέιγκαν, το 1981-1989 ως κυβέρνηση, η Θάτσερ το 1979-1990, που έβαλαν για πρώτη φορά τις βάσεις για τη νεοφιλελεύθερη πολιτική. Προσεκτικά μεν στην αρχή αλλά αποφασιστικά – η Θάτσερ ήταν η πιο σκληρή απ’ όλους, παράδειγμα η αντιμετώπιση της μεγάλης απεργίας των ανθρακωρύχων, που αποτέλεσε και την αρχή του τέλους για το μεγάλο εργατικό κίνημα στη Βρετανία. 

Η αρχή αυτής της περιόδου συνδυάστηκε με δυο μεγάλα γεγονότα. Πρώτο η περεστρόικα που κατέληξε στην πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού, με όλες τις συνέπειες που είχε στη συνέχεια, και δεύτερο η ελληνική ιδιομορφία του σχηματισμού των κυβερνήσεων Τζανετάκη και Ζολώτα, με τη συμμετοχή και της Αριστεράς. Από το 1990 και μετά βλέπουμε μια μεγάλη στροφή στη μεταπολιτευτική περίοδο, είναι η αργή αλλά σταθερή στροφή προς το νεοφιλελευθερισμό, ένα κύριο χαρακτηριστικό όχι μόνο της Ελλάδας, αλλά και της Ευρώπης.

Το 1993 υπογράφεται η συμφωνία του Μάαστριχτ, που στην πραγματικότητα ήταν η Magna Carta του νεοφιλελευθερισμού, ήταν η συμφωνία που έβαλε τις βάσεις για τη συνταγματοποίηση του νεοφιλελευθερισμού, και με τις άλλες συνθήκες που ακολούθησαν. Από τότε η Ευρώπη αλλά και η Ελλάδα κατ’ επέκταση μπήκε στον αστερισμό του νεοφιλελευθερισμού, με ό,τι συνεπάγεται αυτό για τα λαϊκά στρώματα. Όλοι γνωρίζουμε τη συνέχεια, δηλαδή τον εκσυγχρονισμό της κυβέρνησης Σημίτη, τις κυβερνήσεις Καραμανλή και τελικά την ένταξη της χώρας στο ΔΝΤ και την άφιξη της τρόικας, που σηματοδότησε από το 2010 μια νέα πραγματικότητα για την ελληνική κοινωνία.

Το ερώτημα που τίθεται είναι τι ακριβώς χρειάζεται η χώρα σήμερα. Μερικοί υποστηρίζουν ότι, στη βάση τυπικών αναλογιών, χρειάζεται μια «νέα Μεταπολίτευση». Ασφαλώς και η Αριστερά πάντα γύριζε στο παρελθόν για να βρει την επαναστατική της συνέχεια, αλλά έχω την αίσθηση ότι οι εποχές βρίσκουν η καθεμία τους δικούς της χαρακτηρισμούς γι’ αυτό. Με αυτή την έννοια, δεν μπορούμε να έχουμε μια επανάληψη του παρελθόντος.

Διάβαζα χθες μια συνέντευξη του συντρόφου του Γ. Δραγασάκη που έλεγε το εξής: «Θυμίζω ότι το ΠΑΣΟΚ από 27.000 μέλη που είχε το ’77, το ’81 είχε 110.000 μέλη. Αντίστοιχη ανάπτυξη είχε λίγα χρόνια αργότερα και η Νέα Δημοκρατία υπό την ηγεσία του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη. Οι εποχές έχουν αλλάξει, όμως οι παραπάνω αριθμοί, χωρίς να αποτελούν ένα πρότυπο, δίνουν ένα μέτρο σύγκρισης». Δυστυχώς σύντροφοι δεν δίνουν μέτρο σύγκρισης, γιατί το ΠΑΣΟΚ το ’79-’81 αναπτύχθηκε σε μια περίοδο τρομακτικής οικονομικής ανόδου με διαδικασίες σε όλη την Ευρώπη, ενώ σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ στον οποίο αναφέρεται ο σύντροφος Δραγασάκης και πολλοί άλλοι από άλλους χώρους, οι οποίοι εγκαλούν το ΣΥΡΙΖΑ γιατί δεν έχει τόσα πολλά μέλη όσα θα θέλαμε να έχει, όπως και τα συνδικάτα και οι μαζικοί φορείς, δεν αντιλαμβάνονται ένα πράγμα. Υπάρχει μεγάλος προβληματισμός σχετικά με την ένταξη σε αυτούς. Παραβλέπουν όμως τη βαθύτατη οικονομική κρίση. Πώς ένα άνεργο παιδί, 20-22 χρονών, θα πάει στο συνδικάτο, που είναι ανύπαρκτο στην πραγματικότητα; Ακόμα κι αν πήγαινε πολύ λίγα πράγματα θα έπαιρνε. Με αυτή την έννοια, με αυτή την απαξίωση της πολιτικής ζωής που έχει επέλθει τα τελευταία χρόνια, είναι δύσκολο να πάει και στα κόμματα.

Κατά τη δική μου εκτίμηση βρισκόμαστε σε μια περίοδο που, ξεκινώντας από το παρελθόν, εγκυμονεί πολλά για το μέλλον, αλλά δεν θα είναι επανάληψη του πρόσφατου παρελθόντος. Δεν θα είναι επανάληψη του 1974, δεν θέλει η κοινωνία ένα νέο ΠΑΣΟΚ, δεν θέλει η κοινωνία μια νέα μεταπολίτευση, με τα πολιτικά κόμματα να λειτουργούν όπως λειτούργησαν τα τελευταία 40 χρόνια. Χρειάζεται μια ριζική αλλαγή στην κοινωνία.

Ο ΣΥΡΙΖΑ πιο συγκεκριμένα πρέπει να επιστρέψει στις παραδόσεις της Αριστεράς. Χρειάζεται, πέρα από τη συμμετοχή του στους κοινωνικούς αγώνες, κάποια βασικά πράγματα τα οποία κατά την άποψή μου έχουν υποτιμηθεί ή έχουν εγκαταλειφθεί.

Το βασικό είναι το πρόγραμμα μετάβασης. Χρειαζόμαστε περισσότερο από κάθε άλλη φορά την επεξεργασία ενός προγράμματος μετάβασης, που να αναφέρεται στον ιστορικό στόχο του κινήματος, που είναι ο σοσιαλισμός. Κόμμα της Αριστεράς το οποίο δεν μπορεί να επεξεργαστεί ρεαλιστικά, ξεκινώντας από το σήμερα δηλαδή, από τα άμεσα αιτήματα και να τα συνδέσει με τους ιστορικούς όρους του κινήματος, είναι καταδικασμένο, αργά ή γρήγορα, να υποστεί τις συνέπειες μιας τέτοιας πολιτικής. Πιστεύω ότι οι ριζοσπαστικές δυνάμεις μέσα στο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να δώσουν μια μάχη, πέρα από όλα τα άλλα που χρειάζονται, για την επεξεργασία ενός προγράμματος που να συνδέει τα άμεσα αιτήματα με την ιστορική προοπτική. Ήταν αυτό που έλειψε στην προηγούμενη ιστορική φάση από το κίνημα. Με αυτή την έννοια, η διαφορά που θα έχει η Μεταπολίτευση του ’74 με οποιαδήποτε μορφή Μεταπολίτευσης θα έρθει στην επόμενη περίοδο θα είναι ακριβώς αυτή. Θα είναι δηλαδή ζήτημα ιστορικών στόχων του κινήματος.

Ετικέτες