Ο Αλέξης Τσίπρας έχει δείξει σημαντικές πολιτικές ικανότητες. Μεταξύ αυτών και την ικανότητα να βαδίζει στην κόψη του ξυραφιού, στο τεντωμένο σχοινί χωρίς να πέφτει. Κάποτε όμως το σχοινί καταλήγει σε διχάλα, όπου πρέπει να επιλέξεις αν θα πας δεξιά ή αριστερά.

Το πρωτόγνωρο 61-39% αποτελεί σημαντική επιτυχία της κυβέρνησης και του Αλέξη Τσίπρα προσωπικά. Όσο κι αν μερικοί κραυγάζουν περί λαϊκισμού και άλλων ανοησιών, κανείς δεν μπορεί πια να πει ότι έχουμε κυβέρνηση μειοψηφίας, που δε στέκει παρά μόνο με το μπόνους του εκλογικού νόμου: Το ποσοστό του ΟΧΙ ξεπερνάει το άθροισμα των ποσοστών των κομμάτων που το στήριξαν σχεδόν κατά το ένα τρίτο. Η ήττα της αντιπολίτευσης είναι συντριπτική και η πολιτική της πρόταση περιορίζεται στην καταστροφολογία. Χωρίς λαϊκό έρεισμα και χωρίς σχέδιο, με μόνη τη στήριξη της οικονομικής ολιγαρχίας, εγχώριας και ευρωπαϊκής, δεν μπορεί να διεκδικήσει πολιτικά την εξουσία για αρκετό χρόνο (με άλλα μέσα μπορεί – τo έχουμε δει σε αρκετές χώρες).

   Ως προς το εξωτερικό, το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος δεν μπορεί να αγνοηθεί από την τρόικα-θεσμούς (για επικοινωνιακούς λόγους και μόνον). Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι θα παραιτηθούν από τους στόχους τους, που είναι να θέσουν τη χώρα υπό πολιτική κηδεμονία - η οικονομική κηδεμονία είναι δεδομένη και θα χρησιμοποιηθεί πάλι ως πίεση. Ενδέχεται να συνεχίσουν ένα πόλεμο φθοράς, παραχωρώντας μερικά ψίχουλα ρευστότητας έναντι σημαντικών υποχωρήσεων. Τα περί δημοκρατίας και κοινωνικής δικαιοσύνης τους αγγίζουν όσο οι εκκλήσεις για ανθρωπιά άγγιζαν τον Σεξπιρικό Σάυλωκ. Η δημοκρατία γι’ αυτούς συνίσταται στην επιλογή προσώπων που θα εφαρμόσουν μια πολιτική υπαγορευμένη από τις οικονομικές υπερδυνάμεις. Ο Σούλτς εξάλλου (και όχι μόνο αυτός) το είπε ξεκάθαρα: Καλώς ψηφίσατε και συγχαρητήρια, αλλά οι λαοί των υπολοίπων χωρών δεν ψήφισαν. Φέρτε μας λοιπόν τις προτάσεις σας και βλέπουμε. Η επίκληση της αλληλεγγύης και της Ευρώπης των λαών τους συγκινεί όσο η επίκληση του οράματος του σοσιαλισμού συγκινεί έναν καπιταλιστή.

   Η κατάσταση λοιπόν είναι δύσκολη, παρά τη νίκη, κι αυτό γιατί βρισκόμαστε υπό εξάρτηση. Μπαίνει επομένως ένα βασικό ερώτημα: Πώς αξιοποιείται μια νίκη; Αν δεν απαντήσουμε σωστά, θα βρεθούμε στην κατάσταση που περιέγραψε ο Κλεμανσώ, λέγοντας «Όποιος κάθεται πάνω στις δάφνες του, τού τρυπάν τον κώλο».

Μικρή και πολύ σχηματική ανασκόπηση

   Η εξαγγελία του δημοψηφίσματος ήταν μια αριστοτεχνική κίνηση ανάκτησης της πολιτικής πρωτοβουλίας, τη στιγμή που η χώρα ήταν σε κατάσταση πεντάμηνης οικονομικής πολιορκίας και η κυβέρνηση πιεζόταν σε συνεχείς υποχωρήσεις στη διαπραγμάτευση. Κίνηση που στέφθηκε με επιτυχία παρά τη λυσσαλέα αντίδραση των πάντων και παρά τους δισταγμούς σημαντικής μερίδας του κυβερνητικού επιτελείου. Είναι τελείως αδιανόητο να προκηρύσσεις δημοψήφισμα για να ενισχύσεις τη διαπραγματευτική σου θέση και παράλληλα να υποβάλλεις «βελτιωμένες» προτάσεις πριν από τη διεξαγωγή του, αφήνοντας μάλιστα ανοιχτό το ενδεχόμενο της ματαίωσής του. Ας αναλογιστούμε τι θα σήμαινε αν πήγαινε ο Έλληνας υπουργός Εξωτερικών στο Μουσολίνι την 1η Νοεμβρίου 1940 με κατευναστικές προτάσεις...

   Σημαντική επίσης ήταν η μικρή διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας. Για να πετύχουν κάποιες κινήσεις στην πολιτική, η ταχύτητα παίζει μεγάλο ρόλο. Και δυστυχώς, η ταχύτητα δεν ήταν το κύριο χαρακτηριστικό μας αυτό το πεντάμηνο. Με εξαίρεση τον άμεσο σχηματισμό κυβέρνησης μετά τις εκλογές, και κάποια νομοσχέδια όπως του Κοντονή για τον αθλητισμό ή το πόρισμα της Βουλής για το χρέος, η βραδύτητα χαρακτήριζε τις κινήσεις μας. Δικαιολογημένα ενδεχομένως, αλλά οι νόμοι που ψηφίστηκαν αυτό το διάστημα μετριούνται στα δάχτυλα, ενώ άλλες κινήσεις έχουν αδικαιολόγητα καθυστερήσει – όπως η προκήρυξη διεθνούς διαγωνισμού για τις τηλεοπτικές συχνότητες. Και ο προβληματισμός για το μετασχηματισμό του κράτους δεν έχει καν διατυπωθεί ως πολιτική πρόταση.

   Ας μην ξεχνάμε ότι εκτός από τη διαπραγμάτευση υπάρχει κι η διακυβέρνηση. Με το δημοψήφισμα η κυβέρνηση έχει τώρα ένα βασικό ατού στα χέρια της για να εφαρμόσει το κυβερνητικό της πρόγραμμα – και όχι απλώς ένα ισχυρότερο ατού για τη διαπραγμάτευση. Ας σημειωθεί ότι όταν είσαι αντιπολίτευση αρκεί να εκφράζεις τα συμφέροντα μιας κοινωνικής συμμαχίας, αλλά όταν είσαι κυβέρνηση δεν αρκεί απλώς να τα διατυπώνεις. Οφείλεις να τα εξυπηρετείς, εξασφαλίζοντας ταυτόχρονα τη γενικότερη κοινωνική συνοχή. Παραδοσιακά, η οικονομική ολιγαρχία το πετυχαίνει με το καρότο και μαστίγιο, ανταμείβοντας και περιθωριοποιώντας, εξαγοράζοντας, χειραγωγώντας και καταστέλλοντας. Αν η εκλογική της επιρροή συρρικνώθηκε από το 85% στο 39% στην πενταετία της κρίσης, είναι γιατί έχασε τη συναίνεση και την κοινωνική συνοχή, εξαθλιώνοντας τους φτωχότερους και συμπιέζοντας τα μεσοστρώματα. Όταν μικραίνει η πίτα, ο συμμαθητής του ξαδέρφου της νονάς του βουλευτή σου δεν μπορεί να βοηθήσει: η προοπτική προσωπικής λύσης εξαχνώνεται για τους περισσότερους.

   Η κυβέρνηση εκφράζει αυτή τη στιγμή μιαν αντίπαλη κοινωνική συμμαχία, αυτή των αποκάτω. Έχει ανακόψει τον κατήφορο, αλλά δεν έχει ακόμη αρχίσει μια ανοδική πορεία. Και δεν θα τα καταφέρει αν επαφίεται μόνο στην καλή θέληση των «εταίρων» (ο Θεός να τους κάνει) και στις νεοφιλελεύθερες συνταγές τους. Χωρίς εναλλακτικές μεθόδους ούτε η ανεργία θα μειωθεί ούτε ανάκαμψη θα υπάρχει – και αναδιανομή του πλούτου δεν γίνεται όταν πλούτος δεν παράγεται. Και αν η νέα κοινωνική συμμαχία δεν δει φως στο τούνελ, κινδυνεύει να διαλυθεί και να αναζητήσει άλλους σωτήρες. Η Ιστορία προσφέρει άφθονα παραδείγματα.

Μπορούμε να εφαρμόσουμε μια ριζοσπαστική πολιτική;

   Πριν από τρία χρόνια, όταν είχα ρωτήσει (σε μια συγκέντρωση στελεχών στο μεγάλο αμφιθέατρο στο Γκάζι) πώς θα αντιδράσουμε αν οι επόμενες εκλογές (αυτές που έγιναν δηλαδή) γίνουν σε συνθήκες οικονομικής ασφυξίας, με κλειστές τις τράπεζες, ο Αλέξης Τσίπρας είχε απαντήσει ότι «αν μας πολεμήσουν με ανορθόδοξα μέσα, θα καταφύγουμε κι εμείς σε ανορθόδοξα μέτρα». Νομίζω πως ήρθε η ώρα.

   Ώρα για ρήξη; Δεν θα το έλεγα. Πιστεύω πως το δίλημμα «Συμφωνία ή ρήξη» είναι ψευδοπρόβλημα. Και εξηγούμαι.      

   Η διαπραγματευτική μας ισχύς στην Ευρώπη έχει ενισχυθεί όχι από δημοκρατικές ευαισθησίες αλλά από τους κινδύνους που εμπεριέχει μια άκαμπτη στάση. Κινδύνους οικονομικούς αλλά και πολιτικούς. Όχι επειδή πολλές χώρες θα γίνουν ξαφνικά αριστερές (παρόλο που εκτός από το Podemos υπάρχει και το Sinn Fein και οι Σκωτσέζοι εθνικιστές και διάφορα άλλα αλλού), αλλά γιατί οι φυγόκεντρες τάσεις ενισχύονται σε πολλές χώρες, χωρίς να είναι αναγκαστικά αριστερές. Με κύριο πρόβλημα το Εθνικό Μέτωπο στη Γαλλία, που μπορεί να φέρει στην επόμενη προεδρία τη Μαρίν Λεπέν. Η οποία μπορεί να βγάλει, αν εκλεγεί, τη Γαλλία από το ευρώ. Δεν λέω ότι θα το κάνει, ούτε ότι θα βγει στα σίγουρα, ούτε ότι εάν βγει δε θα βρει συμμάχους στην Ευρώπη: μια χαρά τα πάνε με διάφορους φασίστες, Ούγγρους, Λεττονούς και πόσο μάλλον Ουκρανούς. Όμως οι αβεβαιότητες αυτού του τύπου εκνευρίζουν τις αγορές. Και ίσως κάποια ψίχουλα Κεϋνσιανισμού δοθούν πρόσκαιρα στην Ελλάδα μπροστά στον κίνδυνο να κόψει η νεοφιλελεύθερη μαγιονέζα – δεδομένου μάλιστα ότι ο ΣΥΡΙΖΑ επιμένει υπέρ της Ευρώπης των λαών. Μέχρι που μπορεί και να συμφωνήσουν σ’αυτό, φροντίζοντας να παραμείνει μία ανέφικτη ουτοπία.

   Ξέρουμε επομένως πως οι θεσμοί θέλουν μια συμφωνία. Προφανώς μονομερώς επωφελή γι’ αυτούς. Αν θέλουμε την εδραίωση της συμμαχίας των αποκάτω, έχουμε δύο δρόμους ως προς τη συμφωνία, οι οποίοι προϋποθέτουν και οι δύο ότι στο εσωτερικό μέτωπο προχωράμε στην εφαρμογή του κυβερνητικού προγράμματος, παίρνοντας ριζοσπαστικά μέτρα (που δεν είναι της ώρας να εξειδικεύσω – και δεν είμαι εξάλλου και ο καταλληλότερος). Ο ένας δρόμος είναι ότι κάνουμε μια πρόσκαιρη επαίσχυντη συμφωνία τύπου 20ης Φλεβάρη (ή Μπρεστ-Λιτόφσκ) για να πάρουμε κάποια άμεσα ψίχουλα ρευστότητας, αλλά δεν ξανακάνουμε το ίδιο λάθος με την 20η Φλεβάρη. Κάνουμε, όπως ο Λένιν, όλες τις μονομερείς ενέργειες που οδηγούν σε αυτόνομη ανάπτυξη, ανεξάρτητα από το τι λένε οι κανόνες. Κι αν μας πουν ότι αυτό αντιβαίνει τις συμβάσεις, η χώρα κηρύσσεται σε κατάσταση ανάγκης και οι διεθνείς συμβάσεις αναστέλλονται.

   Ο άλλος δρόμος είναι ότι πάμε στη διαπραγμάτευση με τα πραγματικά μας αιτήματα ως κηδεμονευόμενη χώρα και τα στυλώνουμε. Και ταυτόχρονα πορευόμαστε στηριζόμενοι στις δικές μας δυνάμεις (αν θυμάμαι καλά, Sinn Fein σημαίνει «εμείς μόνοι μας»), με τρόπο και με ενέργειες ώστε ο χρόνος να δουλεύει υπέρ μας. Η διεθνής συμπαράσταση έρχεται σ’ αυτούς που αγωνίζονται.

   Και βεβαίως, δεν φεύγουμε από την Ευρωζώνη, ούτε από την ΕΕ και κανείς δεν μπορεί να μας διώξει. Απλώς δεν συμμορφωνόμαστε προς τας υποδείξεις, καθώς η χώρα βρίσκεται σε έκτακτη ανάγκη, και το διεθνές δίκαιο επιτρέπει αναστολή συνθηκών σε τέτοιες περιπτώσεις. Και ούτε ανοίγουμε όλα τα μέτωπα ταυτόχρονα – τρελοί δεν είμαστε. Τώρα, αν κλυδωνίζονται τα χρηματιστήριά τους, τι να κάνουμε...

Προς μια αριστερή στροφή

   Δεν είναι του παρόντος κειμένου να εξειδικευθούν τα παραπάνω – εξάλλου, αρκετοί έχουν καταθέσει συγκεκριμένες προτάσεις. Είναι όμως σαφές ότι μια αξιοποίηση του δημοψηφίσματος προς μια ριζοσπαστικότερη πολιτική δεν μπορεί να εφαρμοστεί από τα ίδια πρόσωπα που υποστήριζαν ότι πρέπει να τα βρούμε ντε και καλά με τους δανειστές και πίστευαν ότι μια έντιμη συμφωνία είναι του χεριού μας – ενώ όσο βαδίζαμε προς αυτήν, τόσο απομακρυνόταν, όπως ο αντικατοπτρισμός στην έρημο. Και που έφτασαν μάλιστα, κάποιοι από αυτούς, να ενεργήσουν για να ματαιωθεί το δημοψήφισμα. Μια αριστερή στροφή πρέπει να αποφασιστεί από τα όργανα του κόμματος – και εκεί δε χωράνε στοιχίσεις πίσω από φράξιες και μηχανισμούς. Και εφόσον αποφασιστεί, πρέπει να ακολουθήσει ο κατάλληλος ανασχηματισμός της κυβέρνησης.

   Φυσικά, υπάρχει και άλλος δρόμος. Ο δρόμος μιας άμεσης συνθηκολόγησης, με την αποδοχή μιας συμφωνίας σαν τα προηγούμενα προσχέδια, πασπαλισμένα με λίγη ζάχαρη ώστε να φανεί ότι κανένας δεν κάνει πίσω, ούτε εμείς ούτε οι θεσμοί. Ακόμα καλύτερα, εμπλέκοντας σ’ αυτό τους αρχηγούς των κομμάτων του ΝΑΙ, ώστε να παρουσιαστεί σαν κίνηση εθνικής ομοψυχίας. Κλασική κίνηση των Περσών αυτοκρατόρων που έδιναν σατραπεία στον ηττημένο αντίπαλο, με αντάλλαγμα προφανώς την υποτέλειά τους.

   Χωράνε όμως στην εθνική ομοψυχία αυτοί που έμειναν αλώβητοι, που επωφελήθηκαν και που εξακολουθούν να επωφελούνται από την κρίση; Μπαίνουν αυτοί κάτω από την ηγεμονία της κοινωνικής συμμαχίας που εκπροσωπούμε; Πολύ φοβάμαι πως όχι.

   Βεβαίως, όπως είπα πριν, μια επαίσχυντη συμφωνία μπορεί να δώσει λίγο απαραίτητο οξυγόνο για να ξεκινήσεις μια ριζοσπαστική πολιτική. Ο Λένιν τα κατάφερε, έχοντας επί πλέον και στρατιές λευκών αντεπαναστατών ή Αγγλογάλλων εισβολέων να αντιπαλέψει. Αλλά ήξερε – οι μπολσεβίκοι ήξεραν – τι ήθελε και που το πήγαινε.

   Ο Αλέξης Τσίπρας έχει δείξει σημαντικές πολιτικές ικανότητες. Μεταξύ αυτών και την ικανότητα να βαδίζει στην κόψη του ξυραφιού, στο τεντωμένο σχοινί χωρίς να πέφτει. Κάποτε όμως το σχοινί καταλήγει σε διχάλα, όπου πρέπει να επιλέξεις αν θα πας δεξιά ή αριστερά.

   Περιμένουμε. 

Ετικέτες