Άναυδος μένει κανείς μπροστά σε ορισμένες πτυχές της αρθρογραφίας στελεχών της Αριστεράς και μάλιστα της ριζοσπαστικής που αναδεικνύουν μιαν κάποια «φιλικότητα», ή και ευχαρίστηση, σχετικά με την νίκη του Τραμπ στις ΗΠΑ.

Πρόκειται για απολύτως λάθος εκτίμηση, απέναντι σε ένα νέο πολιτικό ζήτημα με παγκόσμιες, πλέον, διαστάσεις: Φάρανζ, Τραμπ, Μαρίν Λεπέν, ακόμα και ο Γκρίλο, είναι κάποιες «κορυφές» που ακολουθούνται από πολλούς άλλους στη Γερμανία, στην Αυστρία, στην Ολλανδία, στην Ουγγαρία, στην Πολωνία κ.ο.κ.

Και αν κάποιος δεν μπορεί να αποφασίσει στηριγμένος στο βασικό κριτήριο της αλληλεγγύης με την κοινωνική αριστερά στις ΗΠΑ, ίσως θα έπρεπε να υπολογίζει πιο σοβαρά τις κραυγές αγαλλίασης ορκισμένων εχθρών της τάξης μας και της Αριστεράς, όπως η Χρυσή Αυγή και η παγκόσμια ακροδεξιά.

Ασφαλώς αυτά δεν αφορούν τους απολογητές του συστήματος της παγκοσμιοποίησης, τους υποστηρικτές του status quo που εξέφραζε η Χίλαρι Κλίντον. Άλλωστε η αμερικάνικη κινηματική αριστερά είναι αρκετά εκπαιδευμένη ενάντια στη λογική του «lesser evelism» (της υποστήριξης του-τάχα-«μικρότερου κακού», της στήριξης της Χίλαρι απέναντι στην απειλή του Τραμπ): χιλιάδες αγωνιστές στήριξαν την καμπάνια της Τζιλ Στάιν, προσπαθώντας να παρουσιάσουν έναν «τρίτο πόλο», ενώ εκατομμύρια δεν πήγαν τελικά να ψηφίσουν, αφού η Χίλαρι δεν ήταν εναλλακτική λύση, ακόμα και «κρατώντας τη μύτη μας». Η ISO, η οργάνωση με την οποία συνδεόμαστε στις ΗΠΑ, παρότι αντιμετώπισε φιλικά και συνεργάστηκε με το ρεύμα του Μπέρνι Σάντερς, αρνήθηκε πεισματικά να ενταχθεί στην καμπάνια του, προβλέποντας-σωστά!- ότι ο Σάντερς θα ενταχθεί τελικά στους υποστηρικτές της Χίλαρι και επέμεινε στον χαρακτηρισμό του Δημοκρατικού Κόμματος στις ΗΠΑ, ως «νεκροταφείου των κοινωνικών κινημάτων», αφού κάποιοι πρωταγωνιστές του μαύρου κινήματος, του γυναικείου και της απελευθέρωσης των ομοφυλόφιλων συχνά εντάσσονταν σε αυτό το κόμμα, αναζητώντας εκλογική απάντηση στη ρεπουμπλικανική Δεξιά. Για να μη βγουν ποτέ ξανά.

Όμως η αηδία απέναντι στη Χίλαρι και στους ομοίους της, η αποφασιστική στράτευση ενάντια στους mainstream ηγέτες της νεοφιλελεύθερης καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης, είναι δυνατόν να συνδυάζεται με «φιλικότητα» απέναντι στους ακροδεξιούς αντιπάλους τους; Είναι δυνατόν στην πολιτική και ταξική πάλη να αποδεχθούμε μια αξία του ρητού «ο εχθρός του εχθρό μου, είναι φίλος»;

Ας θυμίσουμε, λοιπόν, μερικά βασικά χαρακτηριστικά της πολιτικής του Τραμπ, θυμίζοντας σε όλους ότι οι πολιτικές δεσμεύσεις και εξαγγελίες κατά τις προεκλογικές καμπάνιες στις ΗΠΑ, έχουν μεγαλύτερη σημασία από ότι γενικώς νομίζουμε. Όσοι υποτίμησαν τις κραυγές του Ρήγκαν και των Μπους ως «πυροτεχνήματα», αργότερα συνειδητοποίησαν ότι έκαναν λάθος.

Κάποιοι λένε ότι ο Τραμπ εξέφρασε ένα ρεύμα «αλλαγής». Πράγματι, μόνον που αυτό είναι η μισή αλήθεια και αυτή στην πολιτική ισοδυναμεί με παραπλάνηση. Γιατί ο Τραμπ δεσμεύτηκε για «αλλαγή», αλλά σε συγκεκριμένη κατεύθυνση: Προτείνει (επι)στροφή στον προστατευτισμό, σε ενίσχυση της βιομηχανίας στο εσωτερικό των ΗΠΑ, σε σκληρότερη νομισματική και εμπορική αντιμετώπιση των ανταγωνιστών τους (κυρίως της Κίνας), με στόχο να διασφαλίσει τον ηγεμονικό ρόλο του αμερικανικού ιμπεριαλισμού στον 21ο αιώνα. Οι πολιτικές αυτές συνδυάζονται, κατά τον Τραμπ, με κήρυξη «εσωτερικού πολέμου» κατά των φτωχών και κατά της εργατικής τάξης. Η έννοια «εργατικά δικαιώματα» (όσο αυτή επιβιώνει στις ΗΠΑ...) τέθηκε στο στόχαστρο, οι επιχειρηματίες θα πρέπει, λέει, να απελευθερωθούν πλήρως από κάθε γραφειοκρατική και φορολογική υποχρέωση, το κράτος πρόνοιας (ακόμα και το φτωχό Obama-care) θα πρέπει να κατεδαφιστεί και μάλιστα αμέσως. Για να στηρίξει αυτή την κατεύθυνση ο Τραμπ επιτέθηκε αγρίως στο πιο αδύνατο τμήμα των εργατικών και λαϊκών μαζών στις ΗΠΑ: στους μαύρους και στους λατίνους, αξιοποιώντας τη ρατσιστική ισλαμοφοβία για να εγκαθιδρύσει ένα πιο προωθημένο «διαίρει και βασίλευε».

Κάποιοι άλλοι ισχυρίζονται ότι ο Τραμπ υπήρξε «αντισυστημικός». Πράγματι, ο τραμπούκικος ρατσισμός και σεξισμός, η απόλυτη χοντροκοπιά και ο ανορθολογισμός, αποδείχθηκαν μια αποτελεσματική προεκλογική «γλώσσα». Όμως αυτό έγινε εφικτό μόνον με την υποστήριξη ενός μεγάλου μέρους του «συστήματος». Ο αντιπρόεδρος του Τραμπ, ο Πενς, είναι ένας από τους «σοφούς» των ρεπουμπλικάνων και κράτησε το κόμμα, τελικά, σταθερά στην υποστήριξη του Τραμπ, ακόμα και όταν κάποιοι βαρόνοι της Δεξιάς στράφηκαν προς τη Χίλαρι. Στην πιο κρίσιμη στιγμή της προεκλογικής σύγκρουσης η καμπάνια του Τραμπ δέχτηκε μιαν απρόσμενη ενίσχυση από την παρέμβαση του FBI, τρεις εβδομάδες πριν τις εκλογές. Η θρησκευτική ακροδεξιά, το Tea Party, οι ρατσιστικές οργανώσεις, υπήρξαν «πυλώνες» της καμπάνιας του Τραμπ και όποιος θεωρεί αυτές τις δυνάμεις ως «αντισυστημικές» απλώς δεν ξέρει τι λέει...

Κατά τη γνώμη μου, το πιο σοβαρό λάθος που μπορεί να γίνει, είναι η πρόβλεψη ότι ο Τραμπ θα είναι πιο «ήπιος» από τα γεράκια τύπου Χίλαρι στη διεθνή σκηνή. Ο Τραμπ μιλάει, πράγματι, για σοβαρές αλλαγές στις ιεραρχήσεις του αμερικανικού ιμπεριαλισμού. Θέτοντας ως πρώτο στόχο την Κίνα, υποστηρίζει ότι η πολιτική Ομπάμα για το «πίβοτ στην Ασία», δεν μπορεί να περιορίζεται σε οικονομικά-διπλωματικά μέσα και ότι αναγκαστικά θα πρέπει να επεκταθεί σε εμπορικό πόλεμο με την αναγκαία στρατιωτική υποστήριξη. Η υστερία για τη Β. Κορέα και τη Θάλασσα της Κίνας, δείχνουν ότι η Ανατ. Ασία θα γίνει ένα «καυτό» μέτωπο για τις ΗΠΑ. Όμως απολύτως δικαιολογημένη είναι η ανησυχία και για τις εξελίξεις στη Μ. Ανατολή και την ευρύτερη περιοχή. Την επομένη της νίκης του Τραμπ, ο Νετανιάχου χαιρέτησε με ενθουσιασμό την εκλογή του, δηλώνοντας με πλήρη έλλειψη διπλωματικής αβρότητας προς τον Ομπάμα, ότι το κράτος του Ισραήλ «υπέφερε» στα προηγούμενα 8 χρόνια από τη «διστακτικότητα» της ηγεσίας των ΗΠΑ. Σε ποια σημεία «υπέφερε» το κράτος-χωροφύλακας στην περιοχή; Στην απόφαση των ΗΠΑ να χειριστούν κυρίως διπλωματικά την πυρηνική πολιτική του Ιράν, στην άρνησή τους να συναινέσουν σε «προληπτικό χτύπημα» των ισραηλινών, στην αποφυγή των ΗΠΑ για νέες «χερσαίες εμπλοκές» και των δικών τους δυνάμεων μετά την ήττα τους στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν. Η δήλωση του Τραμπ ότι «θα συντρίψει άμεσα το ISIS» είναι προειδοποίηση ότι αυτοί οι χλωμοί «αυτοπεριορισμοί» στην αμερικανική επιθετικότητα στη Μ. Ανατολή θα τεθούν πιθανότατα σε επανεκτίμηση. Και αυτά είναι κακά νέα για μια χώρα όπως η Ελλάδα που έχει δεσμευτεί σε έναν διπλωματικό και στρατιωτικό «άξονα» με το κράτος του Ισραήλ...

Το μεγάλο επιχείρημα όσων βλέπουν με μιαν κάποια «φιλικότητα» τον Τραμπ είναι η υπόσχεση για βελτίωση στις σχέσεις με τη Ρωσία. Οι υποστηρικτές του Τραμπ θεωρούν ότι έχει αποτύχει η πολιτική περιορισμού της ηγεμονίας των Ρώσων στα στενά όρια της Ρωσίας και ότι θα πρέπει να αναγνωριστεί ως πραγματικότητα ένας ηγεμονικός ρόλος τους στα όρια της παλιάς ΕΣΣΔ. Στο πνεύμα ενός οικονομικού κυνισμού-δισεκατομμυριούχοι είναι άλλωστε-δηλώνουν μεγαλύτερη «κατανόηση» στην ανάπτυξη των οικονομικών και ενεργειακών σχέσεων μεταξύ της Ρωσίας και της ΕΕ, κυρίως της Γερμανίας. Όμως αυτές οι επιλογές είναι εξαιρετικά σαθρές: αφενός, συνδέονται ολοφάνερα με μια μεταφορά έμφασης στην αντιμετώπιση της Κίνας. Αφετέρου, εμπεριέχουν σημεία-αγκάθια, όπως η Ουκρανία και κάποιες χώρες του ανατολικού μπλοκ, όπου μια αναθεώρηση της αμερικανικής πολιτικής της άμεσης παρεμβατικότητας μπορεί εύκολα να αποδειχθεί ως μη εφικτή.

Κανείς-και ειδικά μέσα στην Αριστερά!-δεν μπορεί να έχει αυταπάτες για έναν πιο φιλειρηνικό ρόλο ενός αντιδραστικού πολιτικού ρεύματος, όπως αυτό του Τραμπ. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι στην ιστορία του καπιταλισμού, το ρεύμα του «εθνικού προστατευτισμού» δεν απέκλειε τον πόλεμο, το αντίθετο μάλιστα.

Νέα κατάσταση

Είμαστε μπροστά σε ένα νέο πολιτικό πρόβλημα.

Η παγκοσμιοποίηση είναι μια τάση σύμφυτη με τον καπιταλισμό, όπως και οι αναδιπλώσεις από αυτήν. Ο προηγούμενος μεγάλος κύκλος «παγκοσμιοποίησης», η περίοδος του «laisser faire-laisser passer» κατέληξε στην κρίση στα χρόνια του τέλους του 19ου αιώνα. Ακολούθησε η περίοδος της περιχαρακωμένης αποικιοκρατίας, του ιμπεριαλισμού και των δύο παγκοσμίων πολέμων. Ασφαλώς, με εκείνη την εποχή υπάρχουν κολοσσιαίες διαφορές.

Όμως είναι φανερό ότι η σημερινή, η νεοφιλελεύθερη-ιμπεριαλιστική παγκοσμιοποίηση, δεν μπορεί να βγάλει τον καπιταλισμό από την κρίση που ξέσπασε το 2008 και σήμερα παίρνει ακόμα πιο απειλητικές διαστάσεις. Στο έδαφος αυτής της πραγματικότητας, σε πολλές ισχυρές χώρες εμφανίζεται ένα ρεύμα «αναθεώρησης», στροφής στον προστατευτισμό, στροφής στην αγωνιώδη προσπάθεια μέσα σε κάθε «εθνική οικονομία» να αντιμετωπιστεί η κρίση, αδιαφορώντας για τις ευρύτερες συνέπειες. Αυτό εκφράζει το ρεύμα του Τραμπ με το σύνθημα «θα κάνουμε ισχυρή ξανά την Αμερική», το ρεύμα της Λεπέν με το σύνθημα για επιστροφή στο φράγκο, το ρεύμα της εθνικής προτεραιότητας και της εθνικής προτίμησης που αναπτύσσεται σε όλη την Ευρώπη. Είναι πολιτικές αναθεώρησης της παγκοσμιοποίησης που όχι μόνο δεν χαλαρώνουν την αντεργατική επιθετικότητα του νεοφιλελευθερισμού, αλλά, αντίθετα, την ενισχύουν σε παροξυσμό. Για αυτό συνδυάζονται με επιμονή στο ρατσισμό, στον εθνικισμό, με μίσος σε όλες τις αξίες της Αριστεράς. Για αυτό, άλλωστε, εκφράζονται με ακροδεξιούς πολιτικούς, ακόμα και με κατακάθια όπως ο Τραμπ.

Όσοι αγωνιστήκαμε στις προηγούμενες δεκαετίες ενάντια στη νεοφιλελεύθερη καπιταλιστική-ιμπεριαλιστική παγκοσμιοποίηση, δεν έχουμε τίποτα καλό να περιμένουμε από αυτό το ρεύμα. Μας χωρίζει η άβυσσος της αντεργατικής επιθετικότητας, του ρατσισμού και του πολέμου. Όσοι παλεύουμε ενάντια στο Ευρώ (δηλ. ενάντια στο κοινωνικοπολιτικό πρόγραμμα που ενσωματώνει η Ευρωζώνη) δεν έχουμε τίποτα κοινό με τη Μαρίν Λεπέν, που ζητά την επιστροφή στο φράγκο για να ενισχύσει τη θέση του γαλλικού καπιταλισμού, ενάντια στους διεθνείς ανταγωνιστές του, αλλά και ενάντια στην εργατική τάξη που ζει στη Γαλλία.

Η ενίσχυση του ρεύματος Τραμπ και σία, θέτει νέα καθήκοντα στη ριζοσπαστική αριστερά: διατηρώντας τις αντιμνημονιακές-αντινεοφιλελεύθερες αιχμές στην πολιτική μας, επιμένοντας στην ανάγκη της εξόδου από το Ευρώ, της σύγκρουσης με τις ευρωηγεσίες, οφείλουμε να κάνουμε ακόμα πιο καθαρή την αντικαπιταλιστική, αντιρατσιστική, αντιπολεμική-αντιιμπεριαλιστική, αντιεθνικιστική-διεθνιστική, διάσταση στη στρατηγική μας.

Κάθε υποχώρηση, σε αυτή τη νέα κατάσταση, μπορεί να είναι ένα μεγάλο, ένα «ταυτοτικό», πολιτικό λάθος.

Ετικέτες