Μετά τις ευρωεκλογές

Στα αποτελέσματα των ευρωεκλογών παρουσιάζεται ανάγλυφα ένα σημείο με ξεχωριστή πολιτική σημασία: σε πολλές χώρες-μέλη της ΕΕ οι δυνάμεις της οργανωμένης πολιτικής Αριστεράς έχουν υποχωρήσει προς ένα ιστορικά χαμηλό επίπεδο. 

Αυτή η διαπίστωση δεν ισχύει στην Ελλάδα: το άθροισμα των ανθρώπων που επέλεξαν να εκφραστούν πολιτικά μέσω ενός ψηφοδελτίου που (στον α΄ ή στον β΄ βαθμό…) αναφέρεται σε έναν κοινωνικό «ριζοσπαστισμό», που στηρίζεται στις απελευθερωτικές δυνατότητες των εργαζόμενων ανθρώπων, προσεγγίζει το 20%. Η Αριστερά, με την πλατιά έννοια του όρου, έχει συγκρατήσει δυνάμεις που, αν και ασφαλώς δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ικανοποιητικές απέναντι στις προκλήσεις που αντιμετωπίζουμε, εξίσου δεν μπορούν να χαρακτηριστούν αμελητέες, και αυτή την εκτίμηση συμμερίζονται όλοι οι αντίπαλοί μας. 

Αυτή η ανθεκτικότητα είναι αποτέλεσμα κυρίως των ρυθμών της ταξικής πάλης στην Ελλάδα μέσα στη μακρά περίοδο που προηγήθηκε, ένα αποτέλεσμα των αγώνων των εργαζομένων και της νεολαίας που παρέμειναν εδώ σε υψηλότερο επίπεδο σε σύγκριση με πολλές άλλες χώρες-μέλη της ΕΕ. 

Όλες και όλοι γνωρίζουμε ότι αυτό το «σύνολο» δεν είναι και δεν μπορεί να είναι πολιτικά ενεργό με έναν (έστω σχετικά) ομοιόμορφο τρόπο: οι ιδεολογικές και πολιτικές διαφορές «μεταφράζονται» σε διαφορετικές τακτικές, στόχους και τρόπους παρέμβασης μέσα στα ζωντανά κινήματα. Παρόλα αυτά, όπως σωστά υπολογίζουμε τον κίνδυνο της ακροδεξιάς βλέποντας το σχεδόν 20% που αθροίζεται σε διαφορετικά πολιτικά «μορφώματα», έτσι και για όλους τους σχεδιασμούς για την τακτική μας στην επόμενη περίοδο θα πρέπει να συνυπολογίζουμε το πραγματικό στοιχείο ότι ένας/μια στους πέντε ανθρώπους που πήγαν να ψηφίσουν επέλεξε να στείλει «μήνυμα» διαχωρισμού από τη ΝΔ, αλλά και τον ΣΥΡΙΖΑ και το ΠΑΣΟΚ, από τη σκοπιά ενός κοινωνικού ριζοσπαστισμού. 

Ο βασικός όγκος καταμετρήθηκε στην κάλπη του ΚΚΕ, που μέσα στις συνθήκες της αποχής αύξησε το ποσοστό του στο 9,25%. Όμως αν προχωρήσουμε στο πιο «απαιτητικό» κριτήριο, αν εξετάσουμε τον απόλυτο αριθμό ψήφων στο ΚΚΕ (368.000), προκύπτει μια εικόνα που κατ’ ελάχιστον μπορεί να χαρακτηριστεί ως στασιμότητα. Είναι μια επίδοση που, μέσα στις συγκεκριμένες συνθήκες (των μαζικών απωλειών της ΝΔ, της κρίσης ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ, και της αναποτελεσματικότητας του ΠΑΣΟΚ) δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως «νίκη». Έχουμε κατ’ επανάληψη υποστηρίξει ότι η διατήρηση της δύναμης του ΚΚΕ είναι μέσα στη σημερινή συγκυρία ένα θετικό «νέο», λειτουργεί ως υπενθύμιση (προς κάθε κατεύθυνση) της πιθανότητας μιας κλιμάκωσης της εργατικής δράσης μέσα στις εξελίξεις που έρχονται. Γι’ αυτό άλλωστε είναι δεδομένο ότι το ψηφοδέλτιο του ΚΚΕ επιλέχθηκε και από έναν ευρύτερο κόσμο που αυτοπροσδιορίζεται ως «ριζοσπαστική Αριστερά», που σε καθημερινό επίπεδο αναζητά λύσεις και πολιτική στα αριστερά του ΚΚΕ. Οι ιδεολογικοπολιτικές διαφωνίες μας με το ΚΚΕ είναι δεδομένες και σημαντικές, όμως δεν είναι αντικείμενο του παρόντος άρθρου. Τα συγκεκριμένα όρια στην εκλογική τακτική του ΚΚΕ θα πρέπει να ερμηνευτούν στη βάση της κινηματικής πείρας όλου του προηγούμενου διαστήματος: όπου το ΚΚΕ απέφυγε να αναλάβει τις πολιτικές ευθύνες που αντιστοιχούν στην οργανωμένη δύναμή του, απέφυγε τελικά (παρά κάποια προσωρινά και αποσπασματικά «ανοίγματα») να αναλάβει πρωτοβουλίες με στόχο την πραγματική κλιμάκωση των αγώνων από τα κάτω, και όχι την εκλογική «αγκίστρωση» κάποιων ανθρώπων προς την ενίσχυση του ΚΚΕ. Και αυτή η διαπίστωση αφορά πλατύ φάσμα κινηματικής εμπειρίας (εργατικό, φοιτητικό, Παλαιστίνη κ.ά.). 

Το ΜΕΡΑ25 και η συμμαχία του με την ΛΑΕ απέτυχε να σπάσει το όριο της εκλογιμότητας με 2,54%, συγκεντρώνοντας 102.000 ψήφους. Εδώ τα αίτια της αποτυχίας θα πρέπει να αναζητηθούν στην πολιτική (κυρίως στις «αμφισημίες» απέναντι στην ΕΕ, αλλά και στο δισταγμό στη συγκεκριμενοποίηση ενός ριζοσπαστικού μεταβατικού προγράμματος σε άμεση σχέση με τους αγώνες της περιόδου), αλλά και στις αδυναμίες μιας οργανωμένης τακτικής δράσης μέσα στον κόσμο. Αυτός ο «χώρος» θα πρέπει στη συνέχεια να αποδείξει αν έχει την πρόθεση και τη δύναμη να συνεχίσει την προσπάθεια, τουλάχιστον ως ενιαία «συμμαχία» όπως παρουσιάστηκε στις εκλογές. 

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, παρότι συσπειρώνει ένα πάντα υπολογίσιμο κινηματικό δυναμικό, έδειξε για άλλη μια φορά μια αδιέξοδη εκλογική τακτική. Ποσοστό 0,52% και 20.000 ψήφοι, είναι επίδοση απλής καταγραφής που, όταν επαναλαμβάνεται για πολλοστή φορά, απλώς δεν έχει πολιτικό νόημα. Πολύ περισσότερο, όταν αυτή η επίδοση συνδυάζεται με την επίγνωση ότι οι βασικές οργανωμένες «συνιστώσες» της ΑΝΤΑΡΣΥΑ βρίσκονται από καιρό σε ουσιαστική πολιτική και τακτική απόκλιση. Το ερώτημα που προκύπτει μέσα από αυτόν το χώρο είναι το εάν και κατά πόσο θα έχει ωριμάσει η εκτίμηση ότι είναι αναγκαίο να δοκιμαστούν νέες τακτικές και διαφορετικές επιλογές, πέρα από την επανάληψη μιας «συνταγής» που φέρνει για πολλοστή φορά τα ίδια αποτελέσματα…

Μια ειδική αναφορά χρειάζεται στην ιδιαίτερη περίπτωση της Νέας Αριστεράς. Το τμήμα αυτό που αποσπάστηκε από τον ΣΥΡΙΖΑ μετά την επικράτησε του Στέφανου Κασσελάκη, διέθετε κοινοβουλευτική παρουσία, πόρους και προβολή, που έκαναν θεμιτή την επιδίωξη πολιτικής εκλογιμότητας. Απέτυχε συγκεντρώνοντας 2,45% και 97.000 ψήφους. Αποδείχθηκε ότι δεν υπάρχει «πολιτικός χώρος» που να συνδυάζει μια από τα αριστερά απόσχιση από τον ΣΥΡΙΖΑ, μαζί με την υπεράσπιση των επιλογών του 2015, του κυβερνητικού «έργου» του 2015-19, και την υιοθεσία της «παρακαταθήκης» του Αλ. Τσίπρα. Το μνημόνιο 3 δεν έχει ξεχαστεί από τον κόσμο. Αυτό το τμήμα βρίσκεται πλέον μπροστά σε σκληρό πολιτικό δίλημμα: είτε θα μπει στο «σακούλι» της ανασύνθεσης ΣΥΡΙΖΑ-ΠΑΣΟΚ, είτε θα πρέπει να ριζοσπαστικοποιήσει (ποιοτικά!) τις πολιτικές επιλογές που έκανε μετά την έξοδο από το μαντρί του Κασσελάκη. 

Τις αδυναμίες όλου αυτού του «χώρου» πέραν του ΚΚΕ, «φωτίζει» με έναν απρόσμενο τρόπο η εκλογική επιτυχία της Πλεύσης Ελευθερίας. Μέσα στις συγκεκριμένες συνθήκες των ευρωεκλογών αποδείχθηκε ότι η «φασαρία» που κάνει η Ζωή Κωνσταντοπούλου για τα Τέμπη, για τις γυναικοκτονίες, για τη διαφθορά, ήταν αρκετή για να διασφαλίσει «ορατότητα» και, τελικά, εκλογιμότητα. Όμως η βασική επιλογή της Πλεύσης (Ούτε Αριστερά – Ούτε Δεξιά), εγγεγραμμένη μέσα στις τεχνικές ενός «αριστερού» εκλογικού λαϊκισμού, δεν είναι υπόβαθρο για να αντιμετωπιστούν οι δοκιμασίες της περιόδου που έρχεται. Άλλωστε δεν είναι τυχαίες οι συχνές αναφορές του Στ. Κασσελάκη στην επιλογή για «ανοίγματα» προς την Πλεύση. 

Επόμενη μέρα

Αυτό που έρχεται κατά πάνω μας είναι μια σοβαρή δοκιμασία. 

Δεν πρέπει να υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι ο Μητσοτάκης θα σκληρύνει την οικονομική-κοινωνική πολιτική των νεοφιλελεύθερων αντιμεταρρυθμίσεων. Η αύξηση του εργάσιμου χρόνου, η σχεδιασμένη εκτίναξη της ακρίβειας, η μετάθεση της Κεραμέως στο υπουργείο Εργασίας κ.ο.κ., είναι προειδοποιήσεις που δεν επιτρέπεται να υποτιμηθούν. Το τι απαντήσεις θα δοθούν στα επερχόμενα χτυπήματα είναι ένα καθοριστικό ερώτημα. Δεν υπάρχει περιθώριο για παθητική αναμονή μιας αυθόρμητης ανάπτυξης του κινήματος. Ο κόσμος θα χρειαστεί σχεδιασμένες αγωνιστικές πρωτοβουλίες από τις οργανωμένες δυνάμεις της πολιτικής Αριστεράς, με στόχο την κλιμάκωση της αντίστασης από τα κάτω. Αυτός ο παράγοντας είναι καθοριστικής σημασίας, είναι το «θεμέλιο» για τη διαμόρφωση πολιτικής τακτικής στην επερχόμενη περίοδο. 

Οι υποχρεώσεις δεν περιορίζονται στο συνδικαλιστικό πεδίο. Ένα βασικό συμπέρασμα από τις ευρωεκλογές σε ευρωπαϊκή κλίμακα είναι ότι ευρύτερες πολιτικές υποχρεώσεις αν μένουν αναπάντητες από τα αριστερά, τότε μετατρέπονται σε ευκαιρίες για την ακροδεξιά. Η οργανωμένη αλληλεγγύη για τους μετανάστες και τους πρόσφυγες είναι το πιο προφανές παράδειγμα, σε μια χώρα όπου το έγκλημα της Πύλου έχει μείνει προς τα παρόν αναπάντητο. Το ίδιο ισχύει σχετικά με την αλληλεγγύη στην Παλαιστίνη. Κανείς δεν μπορεί να αισθάνεται ικανοποιημένος από τα πεπραγμένα μας, σε μια χώρα που διατηρεί στρατιωτικό/διπλωματικό «άξονα» με τους χασάπηδες του Κράτους του Ισραήλ. Ένα άλλο παράδειγμα που θα μπορούσε εύκολα να επιλεγεί είναι η αντίθεση στους εξοπλισμούς, σε σύνδεση με την αντίθεση στο ΝΑΤΟ και τις βάσεις, αλλά και σε σύνδεση με την εγκατάλειψη σε μαρασμό της δημόσιας υγείας και εκπαίδευσης. Η ριζοσπαστική Αριστερά θα χρειαστεί συστηματικές «καμπάνιες», με αντοχή και μακροπρόθεσμο σχεδιασμό, που θα απαντάνε σε μεγάλες επιλογές της κυρίαρχης τάξης και του κράτους της. 

Τα αποτελέσματα των ευρωεκλογών ανέδειξαν κρίση ηγεσίας των κυβερνητικών, των καθεστωτικών κομμάτων. Πίσω από τις πολιτικάντικες διαμάχες για τις ηγετικές θέσεις (βλ. πχ τη «φασαρία» μεταξύ Σαμαρά-Καραμανλή και Μητσοτάκη) διαφαίνονται διχαστικές και κρίσιμες στρατηγικές επιλογές: Πόσο νεοφιλελεύθερη «παγκοσμιοποίηση» και πόσο επιστροφή σε πολιτικές «κυριαρχίας» και εθνικού «προστατευτισμού»; Πόσο ταύτιση με τον ευρωατλαντισμό και πόσο «άνοιγμα» προς αυτόνομες συμμαχίες στην προοπτική ανάδυσης του «πολύ-πολισμού»; Πόσο ενσωμάτωση μέσω ενός από τα πάνω θεσμικού «δικαιωματισμού» και πόσο πολιτική πυγμής απέναντι στα κινήματα και τις καταπιεσμένες ομάδες; Όποιος νομίζει ότι αυτές οι «μεγάλες συζητήσεις» δεν διαπερνούν και τον κόσμο μας, κάνει λάθος και οφείλει να ξανασκεφτεί τις εξελίξεις στη Γαλλία και στην Ιταλία. Θα χρειαστούμε περισσότερες, οξύτερες και πυκνότερες πολιτικές συζητήσεις, με εξώστρεφο προσανατολισμό, που θα επιδιώκουν να διαμορφώνουν εργατική/λαϊκή απάντηση σε βασικούς καθεστωτικούς ισχυρισμούς. 

Η μαζική αποχή στις ευρωεκλογές έδειξε μια τάση απογοήτευσης και απόσυρσης από το πολιτικό πεδίο, που είναι εύκολα εξηγήσιμη στη βάση των διαδοχικών ηττών στην εποχή του καλπασμού των νεοφιλελεύθερων αντιμεταρρυθμίσεων. Όμως αυτή η τάση δεν είναι μόνιμη, αλλά αντίθετα συγκυριακή και προσωρινή. Όπου ο κόσμος διαβλέπει δυνατότητα νίκης, ή έστω σοβαρής μάχης, αλλάζει αιφνιδίως τη στάση του, τροποποιώντας τα δεδομένα. Στη Γαλλία το κάλεσμα του Μετώπου για ταυτόχρονη μάχη ενάντια στη Λεπέν και στον Μακρόν, έφερε μια συσπείρωση με αποτελέσματα, με τη διαμόρφωση πιο ευνοϊκών όρων για την αντιμετώπιση της περιόδου «συγκατοίκησης» που θα ακολουθήσει τον δεύτερο γύρο των εκλογών. 

Παρότι απέχουμε ελάχιστα από την κάλπη των ευρωεκλογών, η προοπτική εκλογικής αναμέτρησης σύντομα δεν πρέπει να αποκλειστεί. Ο καθεστωτικός Τύπος προειδοποιεί για το σενάριο Μητσοτάκη για «2+4 χρόνια» κυβερνητικής εξουσίας, που περιλαμβάνει εκλογές τον επόμενο Ιούνη. Η επιτάχυνση των διεργασιών της σοσιαλδημοκρατικής ανασύνθεσης, μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ και ΠΑΣΟΚ, λογοδοτεί και σε αυτό το σενάριο. Το τι απαντήσεις θα είναι τότε ώριμες από την πλευρά της ριζοσπαστικής Αριστεράς, θα είναι μια σημαντική παράμετρος. 

Όμως η εμπειρία των ευρωεκλογών δείχνει ότι είναι απολύτως λάθος να αφήνονται αυτά τα ζητήματα προς απάντηση μέσα στις πιέσεις της προεκλογικής περιόδου, όπου ενισχύονται οι πιο καιροσκοπικές και ανερμάτιστες τάσεις. 

Εδώ και τώρα, ξεκινώντας άμεσα, θα χρειαστούμε μαζική, ριζοσπαστική και ενωτική πολιτική και αντίστοιχη δράση μέσα στον κόσμο, τα προβλήματα και τους αγώνες τους. 

Η παράδοση του Ενιαίου Μετώπου, της Κομιντέρν της εποχής του Λένιν, είναι ένα αναντικατάστατο υπόβαθρο για να αντιμετωπίσουμε αποτελεσματικά την περίοδο που έρχεται. 

*Αναδημοσίευση από την Εργατική Αριστερά

Ετικέτες