Εδώ και πολλά χρόνια, από τη στιγμή που δημιουργήθηκε το ΛΟΑΤ κίνημα στη χώρα μας, κάπου στη δεκαετία του 1970, ένα από τα βασικά του αιτήματα είναι η διεκδίκηση της αναγνώρισης από το κράτος ίσων δικαιωμάτων.

Για πολλές δεκαετίες στην Ελλάδα τα ΛΟΑΤ άτομα ήταν οι παρίες της κοινωνίας, εντελώς απομονωμένα από το υπόλοιπο κοινωνικό σύνολο. Το πολιτικό σύστημα λόγω του πολιτικού κόστους απέστρεφε το βλέμμα από την οποιαδήποτε διεκδίκηση της ΛΟΑΤ κοινότητας, όσο αυτονόητη και δίκαιη και αν έμοιαζε αυτή. Στην ουσία για το ελληνικό κράτος τα ΛΟΑΤ άτομα δεν υπήρχαν.

Τα αποτελέσματα αυτής της αντιμετώπισης ήταν πολλά και επώδυνα. Ζευγάρια ανδρών ή γυναικών που συμβίωναν για δεκαετίες δεν είχαν κανένα δικαίωμα ο ένας απέναντι στον άλλον σε κληρονομικά και ασφαλιστικά θέματα, ούτε μπορούσε κάποιος να διεκδικήσει την κοινά αποκτηθείσα κατά τη διάρκεια της συμβίωσης περιουσία. Επιπλέον, σε περίπτωση που ένα από τα δύο άτομα αρρώσταινε, ο/η σύντροφος δεν μπορούσε να εμφανιστεί ως συγγενής και δεν μπορούσε να πάρει ιατρικές αποφάσεις για τον/τη σύντροφο. Tα ΛΟΑΤ άτομα επομένως δεν είχαν κανένα δικαίωμα στην οικογενειακή ζωή.

Ο νόμος για το σύμφωνο συμβίωσης, που ήρθε στο ελληνικό κοινοβούλιο το 2008 από τον τότε υπουργό Δικαιοσύνης Χατζηγάκη, διατήρησε αυτό το απαράδεκτο καθεστώς εξαιρώντας από την εφαρμογή του τα ζευγάρια ΛΟΑΤ ατόμων, λόγω αντιδράσεων της εκκλησίας αλλά και του συντηρητικού εκλογικού ακροατηρίου της Νέας Δημοκρατίας. Ο νόμος αυτός ήταν ξεκάθαρα αντίθετος με το ευρωπαϊκό δίκαιο και αυτό πράγματι αποφάνθηκε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων το Νοέμβριο του 2013, όταν εξέτασε τη σχετική προσφυγή κάποιων ζευγαριών από την Ελλάδα. Σύμφωνα με την απόφαση, η Ελλάδα, η μόνη μαζί με τη Λιθουανία από όσες ευρωπαϊκές χώρες έχουν θεσπίσει το σύμφωνο συμβίωσης που εξαιρούν τα ΛΟΑΤ ζευγάρια από αυτό, παραβιάζει τη Χάρτα Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και συγκεκριμένα το άρθρο 8 περί προστασίας της οικογενειακής ζωής και το άρθρο 14 περί απαγόρευσης των διακρίσεων. Έτσι η Ελλάδα ανέλαβε την υποχρέωση να φέρει έναν καινούργιο νόμο.

Ο νόμος αυτός έρχεται από το υπουργείο Δικαιοσύνης για ψήφιση το επόμενο διάστημα και αλλάζει όλα τα μέχρι τώρα δεδομένα στην ελληνική νομοθεσία. Το σύμφωνο συμβίωσης αναγνωρίζει ασφαλιστικά και κληρονομικά δικαιώματα παρόμοια με του γάμου, ενώ επίσης προβλέπει πιο σφιχτές προϋποθέσεις για τη λύση του από ό,τι ο προηγούμενος νόμος. Ο νόμος αυτός αποτελεί μια πολύ μεγάλη κατάκτηση της ίδιας της ΛΟΑΤ κοινότητας, η χειραφέτηση της οποίας και η δυναμική διεκδίκηση της ορατότητάς της στον κοινωνικό διάλογο οδηγεί το κράτος να κάνει αυτό το πρώτο βήμα.

Όμως ο νόμος αυτός δεν λύνει όλα τα προβλήματα. Δεν περιλαμβάνεται για παράδειγμα το δικαίωμα της τεκνοθεσίας, ένα από τα σημαντικότερα και ουσιαστικότερα δικαιώματα που δίνει το οικογενειακό δίκαιο. Ούτε επίσης περιλαμβάνεται το δικαίωμα της γονικής μέριμνας για ήδη υπάρχοντα τέκνα του ενός από τους δύο συντρόφους. Ακόμα δεν περιλαμβάνεται το δικαίωμα της αναγνώρισης των γάμων ή των συμφώνων συμβίωσης για τα ζευγάρια εκείνα που έχουν κάνει κάτι τέτοιο στο εξωτερικό.

Επιπλέον, τα ασφαλιστικά δικαιώματα παρότι προβλέπονται στο νομοσχέδιο δεν διατυπώνονται ξεκάθαρα και η διασαφήνισή τους εναπόκειται στην έκδοση προεδρικών διαταγμάτων από τα αρμόδια υπουργεία. Αν κανείς σκεφτεί ότι οι προβλεπόμενες μελέτες για να εκδοθούν τα αντίστοιχα προεδρικά διατάγματα προϋποθέτουν χρόνο αλλά και πολιτική βούληση, η ρύθμιση αυτή είναι εξαρχής προβληματική, γιατί αφενός στην περίοδο που η ελληνική κυβέρνηση εφαρμόζει ένα ακόμα μνημόνιο οτιδήποτε προϋποθέτει δημοσιονομικό κόστος είναι απευκταίο και άρα η κυβέρνηση θα προσπαθήσει να το αποφύγει, και αφετέρου τα προεδρικά διατάγματα είναι ένας τρόπος για να παραπέμψει κανείς το θέμα στις καλένδες.

Όλες αυτές οι παραλείψεις αποδεικνύουν ότι το σύμφωνο συμβίωσης δεν αποτελεί τη λύση για την πλήρη άρση των διακρίσεων που υφίστανται τα ΛΟΑΤ ζευγάρια. Θα χρειαστεί πρώτα μια μεγάλη αναμόρφωση του οικογενειακού δικαίου όπου θα περιλαμβάνονται και οι ΛΟΑΤ οικογένειες, αναμόρφωση που το υπουργείο έχει δεσμευτεί ότι σύντομα θα φέρει.

Η πραγματικά μεγάλη, όμως, μεταρρύθμιση που θα λύσει τα προβλήματα διακρίσεων όσον αφορά τα ΛΟΑΤ ζευγάρια είναι η αναγνώριση του δικαιώματος στον πολιτικό γάμο με πλήρη και ίσα δικαιώματα. Και για να είμαστε απολύτως ειλικρινείς, εκεί θα χρειαστούμε όλες τις δυνατές συμμαχίες, πολιτικές και κινηματικές, αλλά και κάτι άλλο: την πολιτική βούληση, πράγμα που σήμερα δεν υπάρχει.

Ετικέτες