Μετά το εκπληκτικό 27% των τελευταίων εθνικών εκλογών ο ΣΥΡΙΖΑ καλείται, θέτοντας σε κίνηση όσες δυνάμεις διαθέτει, να πιστοποιήσει εμπράκτως στις επερχόμενες τριπλές εκλογές ότι αποτελεί τη μόνη εναλλακτική λύση για τη σκληρά δοκιμαζόμενη ελληνική κοινωνία. Ένα θετικό αποτέλεσμα στις εκλογές αυτές και κυρίως στις ευρωεκλογές αποτελεί σοβαρό πρόκριμα για τις εθνικές που ακολουθούν, θέτοντας έτσι σταθερές βάσεις για μια ουσιαστική αλλάγή στο πολιτικό σκηνικό της χώρας.

Η ΝΙΚΗ ΞΕΚΙΝΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΩΣΤΗ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

 Η εκλογική διαδικασία αποτελεί  εκ των πραγμάτων και ένα τεστ σε ζητήματα δημοκρατικής εσωκομματικής λειτουργίας και αποτελεσματικών διαδικασιών μέσα από τις οποίες συνήθως προέρχονται οι ενδεδειγμένες επιλογές προσώπων, οι οποίες καθορίζουν σε ένα μεγάλο βαθμό και το επιτυχημένο εκλογικό αποτέλεσμα.

Παρά τον φανερό ενθουσιασμό που επικρατεί στις γραμμές του κόμματος και το θετικό κλίμα που έχει δημιουργηθεί για μια επιτυχή έκβαση της εκλογικής αναμέτρησης, συγκεκριμένες επιλογές και παλινδρομήσεις των ηγετικών κλιμακίων έχουν δημιουργήσει μια κάποια σύγχιση και αμηχανία σε μεγάλο κομμάτι μελών και υποστηριχτών του. Αυτές έχουν να κάνουν με την αρχική πρόταση ή την επιλογή κάποιων προσώπων που στην πορεία αποδεικνύονται ακατάλληλα, αποκαλύπτονται αρνητικές πτυχές της πρότερης δράσης τους και το κόμμα που με βιαστικό τρόπο έχει ανακοινώσει την υποψηφιότητα τους, σπεύδει εσπευσμένα κατόπιν να ζητήσει την παραίτηση τους, δημιουργώντας εικόνα παρωδίας και δίνοντας την ευκαιρεία στις διάφορες «μονταζιέρες» να παράξουν αρνητικό γι αυτό υλικό. Και το ερώτημα που πλανάται είναι γιατί αυτή η προχειρότητα και η έλλειψη συντονισμού μεταξύ των ηγετικών στελεχών και των αρμόδιων επιτροπών με τις τοπικές οργανώσεις μελών που έχουν άμεση γνώση του πολιτικού γίγνεσαι στις περιοχές τους;

Μιλάμε φυσικά για την περίπτωση της Σαμπιχά Σουλεϊμάν στη Θράκη  με ακροδεξιές τοποθετήσεις στο παρελθόν καθώς και του έτερου μειονοτικού υποψήφιου, του Αχμέντ Κουρτ, που πόζαρε σε φωτογραφία με εκπρόσωπο των Γκρίζων Λύκων και οι οποίοι κατόπιν του θορύβου που ξεσηκώθηκε αποσύρθηκαν. Η ανεξήγητη όσο και πρόχειρη επιλογή άνοιξε απρόσμενα, παραμονές των εκλογών, θέμα  εθνικής πολιτικής για τις μειονότητες της περιοχής και έβγαλε στην επιφάνεια  πλειάδα διαφορετικών απόψεων στο θέμα από τα διάφορα, παραδοσιακά αλλά και νεοεισελθόντα κυρίως, κομμάτια του ΣΥΡΙΖΑ. 

Δεν είναι του παρόντος να αναλύσουμε την επίσημη θέση του ελληνικού κράτους για τις μειονότητες ούτε και αυτή  του ΣΥΡΙΖΑ, είναι σίγουρο όμως ότι αυτά θα τα βρούμε μπροστά μας στο μέλλον και μάλιστα πολύ σύντομα. Και βεβαίως πρέπει να λυθούν με τον ενδεδειγμένο τρόπο που απαιτεί μια πραγματικά αριστερή-ριζοσπαστική πολιτική ενός κόμματος σαν τον ΣΥΡΙΖΑ. 

Μια διαφορετική περίπτωση ήταν εκείνη της πρότασης προς τον Λάκη Λαζόπουλο, που αφού συσκέφτηκε (και καλά έκανε) κάμποσες μέρες με τον εαυτό του, στο τέλος η απάντηση του στην πρόταση αυτών που πήραν την πρωτοβουλία να τον υποδείξουν για υποψήφιο ευρωβουλευτή με το ψηφοδέλτιο του ΣΥΡΙΖΑ, ήταν αρνητική. Μετά από αυτό ανακοινώθηκε η υποψηφιότητα του Μανώλη Γλέζου, δίνοντας αφορμή σε κάποιους  κακοπροαίρετους να σχολιάσουν με κακεντρέχεια ότι το σύμβολο της αντίστασης κατάντησε «τσόντα» του Λαζόπουλου και δεύτερη επιλογή του κόμματος. 

Είχαν προηγηθεί οι προτάσεις για Μυλόπουλο και Αλμπάνη, πρυτάνεις του ΑΠΘ και του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων αντίστοιχα, με μια κάκιστη προϊστορία από τη μεριά και των δύο στους αγώνες για την απόκρουση των επιθέσεων ενάντια στη δημόσια Παιδεία αλλά και των αγώνων των εργαζομένων στα συγκεκριμένα ιδρύματα, οι οποίες πανηγυρικώς και ομοφώνως απορρίφθηκαν κατά τη διαδικασία της ψηφοφορίας για την κατάρτιση του ευρωψηφοδελτίου, στην ειδική συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής.

Υπάρχουν και κάποιες άλλες, λίγες ευτυχώς, επιλογές ανθρώπων είτε από τον πνευματικό είτε το δημοσιογραφικό χώρο, σεβαστών για την προσφορά τους σε αυτούς αλλά με ελάχιστη έως μηδενική παρουσία και προσφορά στους κοινωνικούς αγώνες του λαού μας καθ’ όλη τη σκληρή και δύσκολη  περίοδο βαθειάς οικονομικής κρίσης που αυτός βιώνει τα τελευταία χρόνια. 

Οι άνθρωποι αυτοί, εξαφανισμένοι επί χρόνια από τα κοινά και τις μαζικές κινητοποιήσεις, εμφανίζονται ξαφνικά στις εκλογές και φιγουράρουν στις καλύτερες θέσεις των κομματικών ψηφοδελτίων, εκμεταλλευόμενοι την αναγνωρισιμότητα τους. 

Αυτό το θεατρικό παιγνιδάκι εντυπώσεων κάποια στιγμή πρέπει να σταματήσει γιατί δεν βοηθάει καθόλου την υπόθεση των λαϊκών αγώνων και των διεκδικήσεων και το μόνο που επιτυγχάνει είναι να επικροτεί την κλασσική ψηφοθηρική αντίληψη. Οι περισσότεροι από αυτούς, κολακευμένοι από τη «ζήτηση» που έχουν, δεν διστάζουν στη συνέχεια και σε κάθε ευκαιρεία να αλλάζουν πολιτικό χώρο με τον ίδιο τρόπο που αλλάζουν πουκάμισσο, αρκεί να βρίσκονται στην πολιτική επικαιρότητα, όπως κάνουν και με την καλλιτεχνική.

Η προσφορά του καθενός πρέπει να αποδεικνύεται με πράξεις στα πεδία των αγώνων και όχι σε καλλιτεχνικές σκηνές, δημοσιογραφικά συγκροτήματα και θεατρικά παλκοσένικα που απλώς προωθούν την επωνυμία με αρτίστικο μεν ωστόσο απολιτίκ τρόπο. Με αυτή την αντίληψη είναι εύκολο να προωθηθούν άτομα που δεν έχουν σχέση ούτε με το κόμμα ούτε με την ιδεολογία του και να κάνουν σοβαρή ζημιά στην υπόθεση της Αριστεράς, καλή ώρα όπως συνέβη με τον Τατσόπουλο.

ΕΥΡΩΠΑΪΣΜΟΣ ΚΑΙ ΕΥΡΩΣΚΕΠΤΙΚΙΣΜΟΣ

Παρ’ όλες τις παραπάνω επιφυλάξεις, θα λέγαμε ότι το ευρωψηφοδέλτιο του ΣΥΡΙΖΑ είναι τελικά ένα καλό και αντιπροσωπευτικό ψηφοδέλτιο. Το θετικότερο όμως στοιχείο είναι ότι σαν κεντρικό σύνθημα γι αυτές τις εκλογές επιλέχθηκε  η βασική θέση του ΣΥΡΙΖΑ για το ευρώ, όπως αυτή προήλθε μέσα από τη συνδιάσκεψη και το συνέδριο του και η οποία  λέει  «Καμιά θυσία για το ευρώ». Οτιδήποτε άλλο δεν θα ξεχώριζε τον ΣΥΡΙΖΑ από τις υπόλοιπες πολιτικές δυνάμεις και δεν θα έδινε το ξεχωριστό εκείνο στίγμα που απαιτεί η παρούσα πολιτική περίοδος και η μορφή της εκλογικής μάχης που πρέπει να δώσει με όλες τις ιδιαιτερότητες της. 

Το σύνθημα αυτό θεωρούμε επίσης ότι περιέχει και το ρεζουμέ της πολιτικής μας η οποία απευθύνεται στους οικονομικά αδύναμους και όσους χτυπήθηκαν σοβαρά από την κρίση και όχι στους ακόμη κατέχοντες και εκείνους που τα συμφέροντα τους ή οι τεράστιες καταθέσεις τους ταυτίζονται με το νόμισμα.

Σε όλη την Ευρώπη έχει αρχίσει και αναπτύσσεται σοβαρά το τελευταίο διάστημα ένα είδος ευρωσκεπτικισμού και όχι αδικαιολόγητα βεβαίως. Η ΕΕ έχει εξελιχθεί ουσιαστικά σε επιτελικό  κέντρο αποφάσεων των ισχυρών πολιτικών και οικονομικών δυνάμεων της ηπείρου, τραπεζιτών, βιομηχάνων και άλλων επιχειρηματιών, λειτουργώντας καθαρά εις βάρος των εργαζομένων. Την κρίση που δημιούργησαν οι ίδιοι αυτοί προσπαθούν να την μεταφέρουν εξ’ ολοκλήρου στις πλάτες των εργαζομένων και δεν είναι διατεθειμένοι να συνεισφέρουν για την αποτροπή της ούτε το ελάχιστο από τα υπερκέρδη που αποκομίζουν. Το θέμα είναι ότι η σημερινή ΕΕ συνεπικουρεί απροκάλυπτα σε αυτό.

Στις περισσότερες χώρες, εξ’ αιτίας της ολιγωρίας των αριστερών κομμάτων και της επικράτησης στις γραμμές τους της θεωρητικής αντίληψης ενός αφηρημένου και ατεκμηρίωτου πολιτικά «ευρωπαϊσμού», έχουν επωφεληθεί οι ακροδεξιές δυνάμεις και με άξονα τη συγκεκριμένη αντιευρωπαϊκή πρόταση έχουν καταφέρει να ανεβάσουν σημαντικά τα ποσοστά τους (Γαλλία, Αυστρία, Ολλανδία, Βρεττανία κλπ). 

Δυστυχώς και στην Ελλάδα αλλά και μέσα στον ίδιο τον ΣΥΡΙΖΑ υπάρχουν κέντρα που αγωνίζονται παθιασμένα για να επικρατήσουν αυτές οι αμφισβητούμενες και αόριστες αντιλήψεις περί «ευρωπαϊσμού», οι οποίες σε όποιες χώρες εκπροσωπήθηκαν πολιτικά και κυρίως σε κυβερνητικό επίπεδο, όχι μόνο δεν απέτρεψαν την οικονομική κρίση αλλά συνέτειναν και εξακολουθούν να συντείνουν στη επέκταση και το βάθεμα της στις χώρες αυτές (Ιταλία, Πορτογαλία κλπ).

Ο «ευρωπαϊσμός» δεν υφίσταται σαν θεωρητική πολιτική αντίληψη με την ίδια έννοια που δεν υφίσταται ο «αφρικανισμός» ή ο «κεντροαμερικανισμός». Κι αυτό γιατί εξακολουθούν να υπάρχουν και σε αυτή την ήπειρο όπως και τις υπόλοιπες, για κάποιους που το έχουν ξεχάσει, πλούσιοι και φτωχοί ακόμη, δημιουργώντας από τη μια την αστική και από την άλλη την εργατική τάξη και εξ’ αιτίας αυτού η ταξική πάλη  στην Ευρώπη όπως και σε όλα τα  άλλα σημεία του πλανήτη, παραμένει ζωντανή .Το τέλος της Ιστορίας σε πείσμα κάποιων δεν έχει έρθει ακόμη. 

Η αναφορά σε θεωρήματα όπως ο «ευρωπαϊσμός»  δεν αντανακλά τίποτε άλλο παρά μια αδικαιολόγητη εμμονή στην αβάσιμη αντίληψη ότι αντιπροσωπευόμαστε άπαντες στα σημερινά ευρωπαϊκά όργανα, εργαζόμενοι και αφεντικά, αλλά και την ψευδαίσθηση για μια δίκαιη κοινωνικά λειτουργία των ήδη υπαρχόντων  θεσμών της σημερινής Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι οποίοι στην πραγματικότητα αποτελούν παραρτήματα των  τραπεζών και των μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων. Η απόλυτη αλήθεια είναι ότι δεν παίζουν κανένα υπερεθνικό ρόλο παρά μόνο εκείνον των εκπροσώπων του κεφαλαίου και το μοναδικό πράγμα που έχουν κατορθώσει ως τώρα είναι να ρίξουν στην ανέχεια και την εξαθλίωση εκατομμύρια ευρωπαίων πολιτών. 

Τα ανωτέρω γραφόμενα είναι απλά μια προσπάθεια ρεαλιστικής αποτύπωσης της πραγματικότητας και στην παρούσα φάση δεν συνιστούν πρόταση «φεύγουμε ή δεν φεύγουμε από το ευρώ». Ρεαλισμός όμως σήμερα σημαίνει να μην κλείνουμε τα μάτια σε αυτή την πραγματικότητα και να εκτιμούμε την κατάσταση όπως ακριβώς αυτή έχει. Και περιγράφοντας με αυτόν τον τρόπο την κατάσταση στην ΕΕ, θεωρούμε ότι η συγκεκριμένη περιγραφή δεν περιέχει καμία υπερβολή.

Με όλα αυτά ο μοναδικός τρόπος για να πετύχουμε μια αλλαγή στην Ελλάδα αλλά και στην υπόλοιπη Ευρώπη είναι μια ευρεία νίκη του ΣΥΡΙΖΑ στις επερχόμενες εκλογές και κυρίως σε αυτές για το ευρωκοινοβούλιο. Μια άνοδος της Αριστεράς με αφετηρία τη δική μας χώρα θα δώσει πίστη και ενθουσιασμό σε όλες τις αριστερές δυνάμεις της Ευρώπης. 

Αυτός είναι και ο λόγος που πρέπει να ελαχιστοποιήσουμε τις αστοχίες στις τακτικές κινήσεις μας και τις επιλογές μας, να μιλήσουμε με καθαρή αριστερή και ριζοσπαστική γλώσσα στον κόσμο γιατί μόνο μια τέτοια γλώσσα είναι ρεαλιστική στις σημερινές συνθήκες και να προετοιμάσουμε σοβαρά την κοινωνία για τους επερχόμενους αγώνες, σαν μόνη λύση για να φύγει η μνημονιακή κυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου και να σταματήσει εδώ ο οικονομικός κατήφορος στον οποίο έχουν σπρώξει τον ελληνικό λαό.

Ετικέτες