«Κανένας φόρος δεν επιβάλλεται όταν δεν αποβλέπει σε δημόσια ωφέλεια. Όλοι οι πολίτες έχουν δικαίωμα να συνεργάζονται στον προσδιορισμό των φόρων, να επιβλέπουν τη χρήση τους και να ελέγχουν τη διαχείρισή τους». Διακήρυξη Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη, της Γαλλικής Επανάστασης, 220 χρόνια πριν

«Κα­νέ­νας πρί­γκι­πας της Πρω­σί­ας, κα­νέ­νας Μπρά­ντεν­μπουργκ και Βράν­γκελ δεν πα­ρά­γει ψωμί για το στρα­τό. Είστε εσείς που πα­ρά­γε­τε ακόμη και το ψωμί για το στρα­τό… Κάντε τον εχθρό να πει­νά­σει και αρ­νη­θεί­τε να πλη­ρώ­σε­τε φό­ρους! Τί­πο­τα δεν είναι πιο ανό­η­το από το να προ­μη­θεύ­ου­με μια προ­δο­τι­κή κυ­βέρ­νη­ση με τα μέσα να πο­λε­μή­σει το έθνος, και το μέσο όλων των μέσων είναι το χρήμα».
Καρλ Μαρξ,  165 χρό­νια πριν

Το νέο χα­ρά­τσι στα σπί­τια, ο δια­βό­η­τος ΕΝΦΙΑ, ήρθε να προ­στε­θεί σε ένα εξαι­ρε­τι­κά άδικο και από­λυ­τα τα­ξι­κό φο­ρο­λο­γι­κό σύ­στη­μα που έχουν επι­βά­λει οι μνη­μο­νια­κές δυ­νά­μεις. Ασφα­λώς και προη­γου­μέ­νως η φο­ρο­λο­γία ήταν τα­ξι­κή: η άρ­χου­σα τάξη –με προ­ε­ξάρ­χο­ντες τους εφο­πλι­στές και τους τρα­πε­ζί­τες– είχαν πλη­θώ­ρα φο­ρο­ε­λα­φρύν­σε­ων και κυ­ρί­ως πλη­θώ­ρα φο­ρο­α­παλ­λα­γών, γι’ αυτό και τα δη­μό­σια έσοδα στην Ελ­λά­δα, σε αντί­θε­ση με τις πε­ρισ­σό­τε­ρες χώρες της ΕΕ, προ­έρ­χο­νταν σε πολύ με­γά­λο πο­σο­στό από τους έμ­με­σους φό­ρους –δηλ. από φό­ρους που κα­τα­βάλ­λο­νται από όλους το ίδιο, ανε­ξάρ­τη­τα από το ει­σό­δη­μα και την πε­ριου­σία (ΦΠΑ, τέλη στα τσι­γά­ρα και τα ποτά κ.λπ.)– κι όχι από τους άμε­σους φό­ρους.

Ωστό­σο τώρα οι μνη­μο­νια­κές δυ­νά­μεις έχουν στο­χο­ποι­ή­σει πε­ραι­τέ­ρω τις κα­τα­πιε­ζό­με­νες τά­ξεις με τα φο­ρο­λο­γι­κά τους μέτρα, σε βαθμό που πι­θα­νά δεν είχαν κάνει ούτε προη­γού­με­να κοι­νω­νι­κά συ­στή­μα­τα όπως η Βυ­ζα­ντι­νή και η Οθω­μα­νι­κή Αυ­το­κρα­το­ρία.

Άμε­σοι φόροι

Στο επί­πε­δο της άμε­σης φο­ρο­λο­γί­ας οι αντι­με­ταρ­ρυθ­μί­σεις είναι πέρα από κραυ­γα­λέ­ες: α) Κα­τάρ­γη­ση αφο­ρο­λό­γη­του για τους φτω­χούς. β) Επι­πλέ­ον βαριά φο­ρο­λό­γη­ση για όσους φτω­χούς δεν έχουν απο­δεί­ξεις (είναι προ­φα­νές ότι δεν έχουν απο­δεί­ξεις επει­δή δεν έχουν ξο­δέ­ψει επει­δή είναι φτω­χοί –ακόμη κι αν φυ­λά­νε τα λεφτά στο μα­ξι­λά­ρι για την ώρα ανά­γκης που πλη­σιά­ζει). γ) Κα­τάρ­γη­ση της έκ­πτω­σης των δα­πα­νών για υγεία αν αυτές δεν ξε­περ­νούν το 5% του ει­σο­δή­μα­τος. Ακόμη και αυτοί που έχουν δα­πα­νή­σει πάνω από το 5% του ει­σο­δή­μα­τός τους για ια­τρο­φαρ­μα­κευ­τι­κούς λό­γους, παίρ­νουν έκ­πτω­ση φόρου (μόνον για το ποσό πάνω από το 5%) απεί­ρως χα­μη­λό­τε­ρη από ό,τι για μια άλλη απλή από­δει­ξη, όπως π.χ. για αγορά προ­φυ­λα­κτι­κών από το πε­ρί­πτε­ρο ή για μια βρα­διά σε ένα «σκυ­λά­δι­κο». δ) Κα­τάρ­γη­ση της έκ­πτω­σης των δα­πα­νών για ανα­πα­ρα­γω­γή της ερ­γα­τι­κής δύ­να­μης (τέκνα, φρο­ντι­στή­ρια, ενοί­κια, τόκοι στε­γα­στι­κού δα­νεί­ου πρώ­της κα­τοι­κί­ας κ.λπ.). ε) Επι­βο­λή της επι­το­μής του αυ­ταρ­χι­σμού, δηλ. των τεκ­μη­ρί­ων δια­βί­ω­σης: Εκα­το­ντά­δες χι­λιά­δες φτω­χοί –και συ­νή­θως άνερ­γοι– άν­θρω­ποι που έχουν κλη­ρο­νο­μή­σει ένα σπίτι και που κά­πο­τε αγό­ρα­σαν με δό­σεις (ή τους αγό­ρα­σε η οι­κο­γέ­νειά τους) ένα αυ­το­κί­νη­το, θε­ω­ρού­νται ψεύ­τες όταν δη­λώ­νουν το πραγ­μα­τι­κό πε­νι­χρό τους ει­σό­δη­μα και το «σύ­στη­μα» τους χρε­ώ­νει ανύ­παρ­κτα ει­σο­δή­μα­τα, βάσει των οποί­ων τους φο­ρο­λο­γεί με εξω­φρε­νι­κούς φό­ρους.

Πέραν αυτών, κυ­βέρ­νη­ση και τρόι­κα έχουν σκαρ­φι­στεί τρό­πους από­λυ­τα δε­σπο­τι­κής επι­πλέ­ον φο­ρο­λό­γη­σης με ακόμη πιο τα­ξι­κά κρι­τή­ρια: Τις προη­γού­με­νες δε­κα­ε­τί­ες επέ­βα­λαν σε εκα­το­ντά­δες χι­λιά­δες ερ­γα­ζό­με­νους να αμεί­βο­νται με μπλο­κά­κι, προ­κει­μέ­νου οι ερ­γο­δό­τες να ωφε­λού­νται πολ­λα­πλώς τόσο σχε­τι­κά με τα ερ­γα­σια­κά δι­καιώ­μα­τα, που δεν υπήρ­χαν πλέον για αυτή την κα­τη­γο­ρία ερ­γα­ζο­μέ­νων, όσο και σε σχέση με τις ασφα­λι­στι­κές ει­σφο­ρές τις οποί­ες δεν είχαν πλέον –οι ερ­γο­δό­τες– υπο­χρέ­ω­ση να κα­τα­βάλ­λουν. Τώρα, οι μνη­μο­νια­κές κυ­βερ­νή­σεις επι­βάλ­λουν σε αυ­τούς τους ερ­γα­ζό­με­νους ένα επι­πλέ­ον βαρύ τα­ξι­κό χα­ρά­τσι, το λε­γό­με­νο «τέλος επι­τη­δεύ­μα­τος». Το χα­ρά­τσι αυτό που ξε­κί­νη­σε από 300 ευρώ το χρόνο, τώρα έχει φτά­σει τα 650 ευρώ και επι­βάλ­λε­ται ανε­ξαρ­τή­τως ει­σο­δή­μα­τος σε όσους έχουν μπλο­κά­κια. Έτσι 650 ευρώ πλη­ρώ­νει ο με­τα­φρα­στής βι­βλί­ων ή ο μου­σι­κός που έχουν ει­σό­δη­μα 1.000 (ή ακόμη και 200 ή 100 ευρώ ή 0) το χρόνο, 650 ευρώ πλη­ρώ­νει και ο με­γα­λο­για­τρός ή ο επι­χει­ρη­μα­τί­ας που δη­λώ­νουν 500.000 ή 1.000.000 ευρώ το χρόνο. Η αντι­συ­νταγ­μα­τι­κό­τη­τα του μέ­τρου είναι εξω­φρε­νι­κή αφού αντι­με­τω­πί­ζει το ίδιο τους πάμ­φτω­χους με τους πά­μπλου­τους ωστό­σο τα αστι­κά δι­κα­στή­ρια (όπως και σε σειρά άλλων υπο­θέ­σε­ων) στή­ρι­ξαν την κα­ρα­μπι­νά­τη πα­ρα­νο­μία.

Ακί­νη­τα

Σε αυτές τις τα­κτι­κές αφαί­μα­ξης του λαϊ­κού ει­σο­δή­μα­τος προς όφε­λος δα­νει­στών και κα­πι­τα­λι­στών προ­στέ­θη­κε και μια άλλη αντι­δρα­στι­κή ιδέα: η βαριά φο­ρο­λό­γη­ση των ακι­νή­των. Αν αυτό το μέτρο, είχε λη­φθεί σε χώρες όπως η Βρε­τα­νία, πι­θα­νό­τα­τα να είχε προ­ο­δευ­τι­κό πρό­ση­μο, καθώς εκεί η πλειο­νό­τη­τα των ερ­γα­ζο­μέ­νων δεν έχει δικό της σπίτι. Όμως στην Ελ­λά­δα υπάρ­χουν εκα­τομ­μύ­ρια νοι­κο­κυ­ριά με ένα σπίτι, ή ακόμη με οι­κό­πε­δα ή εξο­χι­κά. Ο λόγος ύπαρ­ξης αυτής της μι­κροϊ­διο­κτη­σί­ας έχει εξη­γη­θεί από την ίδια τη… Μέρ­κελ, που πρό­σφα­τα δή­λω­σε –και σωστά– ότι στην Ελ­λά­δα δεν υπήρ­χε άλλος ασφα­λής τρό­πος απο­τα­μί­ευ­σης για σειρά πο­λι­τι­κών, κοι­νω­νι­κών και οι­κο­νο­μι­κών πα­ρα­γό­ντων, κυ­ρί­ως όμως λόγω του τε­ρά­στιου πλη­θω­ρι­σμού των προη­γού­με­νων δε­κα­ε­τιών.

Έτσι οι μνη­μο­νια­κοί επέ­βα­λαν το χα­ρά­τσι στους λο­γα­ρια­σμούς της ΔΕΗ, προ­κει­μέ­νου να αρ­πά­ξουν εκ­βια­στι­κά δισ. ευρώ από εκα­τομ­μύ­ρια αν­θρώ­πους του μό­χθου. Το μέτρο (ονό­μα­τι τότε ΕΕ­ΤΗ­ΔΕ) υπο­τί­θε­ται ότι θα είχε προ­σω­ρι­νή ισχύ, ωστό­σο αντι­με­τώ­πι­σε τη δι­καιο­λο­γη­μέ­νη λαϊκή οργή. Ήταν τόσο κα­τά­φω­ρη η αδι­κία ώστε τα τρία κόμ­μα­τα της με­τέ­πει­τα συ­γκυ­βέρ­νη­σης (ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, ΔΗΜΑΡ) στις εκλο­γές του Ιου­νί­ου του 2012 υπο­σχέ­θη­καν μετ’ επι­τά­σε­ως –και τα τρία– την άμεση κα­τάρ­γη­ση του μέ­τρου, φυ­σι­κά μετά τις εκλο­γές. Ήταν η μόνη απτή προ­ε­κλο­γι­κή τους υπό­σχε­ση, την οποία, μόλις έφτια­ξαν κυ­βέρ­νη­ση, πέ­τα­ξαν στο κα­λά­θι των αχρή­στων για «τε­χνι­κούς λό­γους», όπως μας είπαν τότε. Μά­λι­στα μετά τη δι­κα­στι­κή από­φα­ση που τό­νι­ζε την πα­ρο­δι­κό­τη­τα που πρέ­πει να έχει ο φόρος αυτός, άλ­λα­ξαν το όνομά του σε ΕΕΤΑ προ­κει­μέ­νου να τον δια­τη­ρή­σουν στον αιώνα τον άπα­ντα (όπως φυ­σι­κά και τα άλλα «προ­σω­ρι­νά» μέτρα του μνη­μο­νί­ου).

Πλάι σε αυτό το χα­ρά­τσι, ήρθε να προ­στε­θεί ένα άλλο βα­θύ­τα­τα αντι­λαϊ­κό φο­ρο­λο­γι­κό μέτρο: η εξί­σω­ση του φόρου πε­τρε­λαί­ου θέρ­μαν­σης με το φόρο του πε­τρε­λαί­ου κί­νη­σης, με την απί­στευ­τη δι­καιο­λο­γία της «κα­τα­πο­λέ­μη­σης» της φο­ρο­δια­φυ­γής στο πε­τρέ­λαιο κί­νη­σης. Ο συν­δυα­σμός ΕΕΤΑ και φόρου στο πε­τρέ­λαιο θέρ­μαν­σης οδή­γη­σε στο χαμό εκα­το­ντά­δων αν­θρώ­πι­νων ζωών μέσα σε ένα χρόνο, καθώς εκα­το­ντά­δες χι­λιά­δες άν­θρω­ποι δεν είχαν (χωρίς ρεύμα και πε­τρέ­λαιο) άλ­λους υγιει­νούς και ασφα­λείς εναλ­λα­κτι­κούς τρό­πους θέρ­μαν­σης. Δεν είναι όμως το πόσοι πέ­θα­ναν: το επί­πε­δο δια­βί­ω­σης και η υγεία όσων δεν έχουν ρεύμα και πε­τρέ­λαιο στο σπίτι τους έχουν τρω­θεί ση­μα­ντι­κά και πι­θα­νώς ανε­πα­νόρ­θω­τα.

Κα­πά­κι σε όλα αυτά ήρθε ο ΕΝΦΙΑ που είναι ακόμη πιο άδι­κος: Με την κα­τάρ­γη­ση του αφο­ρο­λό­γη­του που ίσχυε με τον ΦΑΠ, τώρα όλοι οι φτω­χοί μι­κροϊ­διο­κτή­τες κα­λού­νται να πλη­ρώ­σουν πολ­λα­πλά­σια ποσά σε σχέση με τα προη­γού­με­να χρό­νια. Αντί­θε­τα στα πολύ με­γά­λα δια­με­ρί­σμα­τα στις πολύ ακρι­βές πε­ριο­χές πα­ρέ­χε­ται μεί­ω­ση φόρου. Τα λε­γό­με­να λάθη του υπ. Οι­κο­νο­μι­κών δεν είναι λάθη αλλά συ­νει­δη­τή από­πει­ρα κλο­πής –η οποία όπως όλες οι από­πει­ρες κλο­πής– μπο­ρεί να απο­τύ­χει.

Ανυ­πα­κοή και Μαρξ

Κο­ντο­λο­γίς, οι φόροι στην Ελ­λά­δα είναι όλο και πε­ρισ­σό­τε­ρο ένα σύ­στη­μα με­τα­βί­βα­σης ει­σο­δή­μα­τος από τις κυ­ριαρ­χού­με­νες προς τις κυ­ρί­αρ­χες τά­ξεις, ένα σύ­στη­μα από­σπα­σης ακόμη πε­ρισ­σό­τε­ρης υπε­ρα­ξί­ας για λο­γα­ρια­σμό των κε­φα­λαιο­κρα­τών, Ελ­λή­νων και ξένων. Γι’ αυτό το λόγο εξάλ­λου ξέ­σπα­σε πα­λιό­τε­ρα το συ­νει­δη­τό κί­νη­μα «Δεν πλη­ρώ­νω», με έμ­φα­ση στα διό­δια και το χα­ρά­τσι στη ΔΕΗ. Γι’ αυτό συ­νε­χί­ζε­ται και η συ­νει­δη­τή ή η ανα­γκα­στι­κή φο­ρο­λο­γι­κή απερ­γία εκα­τομ­μυ­ρί­ων αν­θρώ­πων.

Δεν είναι εξάλ­λου πρω­το­φα­νής αυτή η αντί­δρα­ση. Η ίδια η αστι­κή τάξη που σή­με­ρα βγά­ζει υστε­ρι­κές κραυ­γές ενά­ντια στα κι­νή­μα­τα «Δεν πλη­ρώ­νω», είχε στα επα­να­στα­τι­κά της χρό­νια ως συ­νη­θι­σμέ­νη τα­κτι­κή -απέ­να­ντι στους το­πι­κούς άρ­χο­ντες, τους βα­σι­λιά­δες, τους φε­ου­δάρ­χες αλλά και τις ίδιες τις κυ­βερ­νή­σεις της που δεν έρ­χο­νταν σε ορι­στι­κή ρήξη με τα προη­γού­με­να κοι­νω­νι­κά κα­θε­στώ­τα- να μην πλη­ρώ­νει φό­ρους. Ο Μαρξ κα­τέ­δει­ξε αυτό το γε­γο­νός στην απο­λο­γία του σε δίκη στο Δι­κα­στή­ριο της Κο­λω­νί­ας το Φε­βρουά­ριο του 1849 (κα­τη­γο­ρή­θη­κε για «πα­ρα­κί­νη­ση σε εξέ­γερ­ση» επει­δή προ­έ­τρε­πε σε μη πλη­ρω­μή φόρων). Ο Γερ­μα­νός επα­να­στά­της θε­ω­ρού­σε την άρ­νη­ση πλη­ρω­μής ένα απλό δη­μο­κρα­τι­κό αί­τη­μα, διευ­κρι­νί­ζο­ντας ότι δεν είναι καν ανα­τρε­πτι­κό αί­τη­μα. Ένα πολύ εν­δια­φέ­ρον και επί­και­ρο από­σπα­σμα από την τότε απο­λο­γία του στο δι­κα­στή­ριο είναι το εξής: 

«Ο δη­μό­σιος ει­σαγ­γε­λέ­ας έχει πε­ρι­γρά­ψει την άρ­νη­ση να πλη­ρω­θούν οι φόροι ως ένα μέτρο “το οποίο κλο­νί­ζει τα θε­μέ­λια της κοι­νω­νί­ας”. Η άρ­νη­ση να πλη­ρω­θούν οι φόροι δεν έχει τί­πο­τα να κάνει με τα θε­μέ­λια της κοι­νω­νί­ας… Η άρ­νη­ση να πλη­ρω­θούν οι φόροι είναι απλά ένα ση­μά­δι της δια­φω­νί­ας που υπάρ­χει ανά­με­σα στο στέμ­μα και το λαό, απλά μαρ­τυ­ρία ότι η σύ­γκρου­ση ανά­με­σα στην κυ­βέρ­νη­ση και το λαό έχει φτά­σει σε έναν απει­λη­τι­κό βαθμό έντα­σης. Δεν είναι η αιτία της δια­φω­νί­ας ή της σύ­γκρου­σης, είναι απλά μια έκ­φρα­ση αυτού του γε­γο­νό­τος. Στη χει­ρό­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση, οδη­γεί σε μια ανα­τρο­πή της υπάρ­χου­σας κυ­βέρ­νη­σης, του υπάρ­χο­ντος πο­λι­τι­κού συ­στή­μα­τος. Τα θε­μέ­λια της κοι­νω­νί­ας δεν επη­ρε­ά­ζο­νται από αυτή. Στην πα­ρού­σα πε­ρί­πτω­ση, επι­πλέ­ον, η άρ­νη­ση να πλη­ρω­θούν οι φόροι ήταν ένα μέσο αυ­το­ά­μυ­νας της κοι­νω­νί­ας ενά­ντια σε μια κυ­βέρ­νη­ση που απει­λού­σε τα θε­μέ­λιά της».

Σε άλλο κεί­με­νο του Μαρξ, της ίδιας επο­χής, δια­κη­ρύσ­σο­νταν τα εξής: «Από σή­με­ρα… οι φόροι κα­ταρ­γού­νται! Είναι εσχά­τη προ­δο­σία να πλη­ρώ­νου­με φό­ρους. Η άρ­νη­ση πλη­ρω­μής φόρων είναι το κα­θή­κον κάθε πο­λί­τη. […] Αφού η Εθνο­συ­νέ­λευ­ση [σ.σ. του Βε­ρο­λί­νου] έχει ανα­κη­ρύ­ξει τον Μπρά­ντεν­μπουργκ ένα προ­δό­τη, η υπο­χρέ­ω­ση της πλη­ρω­μής φόρων παύει αυ­τό­μα­τα. Κα­νέ­νας φόρος δεν οφεί­λε­ται σε μια κυ­βέρ­νη­ση που δια­πράτ­τει εσχά­τη προ­δο­σία».

(τα απο­σπά­σμα­τα ανα­φέ­ρο­νται από τον Χρή­στο Κε­φα­λή στην Iskra, οι υπο­γραμ­μί­σεις είναι δικές μας).

Είναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό ότι ο Μαρξ και οι σύ­ντρο­φοί του πα­ρα­πέμ­φθη­καν δύο φορές για την προ­τρο­πή σε ανυ­πα­κοή και μη πλη­ρω­μή φόρων. Και τις δύο φορές αθω­ώ­θη­καν πα­νη­γυ­ρι­κά από τα ορ­κω­τά δι­κα­στή­ρια.

Να κα­ταρ­γη­θούν

Είναι προ­φα­νής λοι­πόν η ανά­γκη για ένα κί­νη­μα άρ­νη­σης κα­τα­βο­λής των φόρων και σή­με­ρα. Ακόμη κι αν η Αρι­στε­ρά δεν έχει τα επα­να­στα­τι­κά κό­τσια που είχε ο Μαρξ και οι σύ­ντρο­φοί του το 1849, ώστε να προ­πα­γαν­δί­σει κάτι τέ­τοιο, είναι προ­φα­νές ως κυ­βέρ­νη­ση οφεί­λει του­λά­χι­στον να κα­ταρ­γή­σει πα­ντε­λώς αυ­τούς τους αι­μο­στα­γείς για την ερ­γα­τι­κή τάξη φό­ρους.

Απο­τε­λεί γι’ αυτό πα­ντε­λώς δυ­σά­ρε­στη έκ­πλη­ξη το άρθρο των Χρ. Λά­σκου και Ευ. Τσα­κα­λώ­του που δη­μο­σιεύ­θη­κε στην «Εποχή» υπό τον τίτλο «Επτά θέ­σεις για την Αρι­στε­ρά και τη φο­ρο­λο­γία». Οι συγ­γρα­φείς υπο­στη­ρί­ζουν πως όσοι «θε­ω­ρούν πως μια κυ­βέρ­νη­ση της Αρι­στε­ράς θα ση­μαί­νει μεί­ω­ση των φόρων γε­νι­κώς ή απαλ­λα­γή του συ­νό­λου σχε­δόν του πλη­θυ­σμού από φο­ρο­λο­γι­κά βάρη, δεν κα­τα­νο­ούν θε­με­λιώ­δη στοι­χεία της κα­τά­στα­σης». Ανα­φέ­ρουν στη συ­νέ­χεια σωστά επι­χει­ρή­μα­τα σχε­τι­κά με το γιατί μια κυ­βέρ­νη­ση της Αρι­στε­ράς θα πρέ­πει να φο­ρο­λο­γή­σει τους κα­πι­τα­λι­στές. Όμως οι «Εφτά θέ­σεις» υπο­στη­ρί­ζουν ότι η συ­νο­λι­κή υπαρ­κτή φο­ρο­λο­γία θα πα­ρα­μεί­νει σχε­δόν ως έχει με μο­να­δι­κή διευ­κρί­νι­ση ότι «δεν απο­κλεί­ο­νται μέτρα φο­ρο­λο­γι­κής ανα­κού­φι­σης για συ­γκε­κρι­μέ­νες κοι­νω­νι­κές κα­τη­γο­ρί­ες, που προ­σω­ρι­νά αδυ­να­τούν να πλη­ρώ­σουν, αλλά ανα­μέ­νε­ται να συμ­βάλ­λουν πε­ρισ­σό­τε­ρο όταν οι γε­νι­κές οι­κο­νο­μι­κές συν­θή­κες βελ­τιω­θούν». Αυτό! Τί­πο­τε άλλο μπρο­στά στην κα­ται­γί­δα των αντερ­γα­τι­κών φο­ρο­λο­γι­κών μέ­τρων. Και όμως οι θέ­σεις που ψη­φί­στη­καν στο Συ­νέ­δριο του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ κα­ταγ­γέλ­λουν ρητά τις «συ­νε­χείς φο­ρο­ε­πι­δρο­μές και την ιδιό­τυ­πη δή­μευ­ση της μι­κρής ιδιο­κτη­σί­ας».
Το ευ­γε­νές του εγ­χει­ρή­μα­τος των δύο συγ­γρα­φέ­ων (δηλ. η αντι­πα­ρά­θε­ση με τις δε­ξιές ιδέες εντός του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ που πιέ­ζουν για μεί­ω­ση της φο­ρο­λο­γί­ας στους κα­πι­τα­λι­στές) χά­νε­ται μπρο­στά στη με­γά­λη ει­κό­να. Και η με­γά­λη ει­κό­να απαι­τεί απά­ντη­ση στα ερω­τή­μα­τα –αυτά απο­τε­λούν τις πραγ­μα­τι­κές «ασά­φειες» και όχι εκεί όπου τις ψά­χνουν οι δύο σύ­ντρο­φοι: Θα κα­ταρ­γή­σου­με την πρω­το­κα­θε­δρία των έμ­με­σων φόρων; Θα κα­ταρ­γή­σου­με το ΕΕΤΑ, τον ΕΝΦΙΑ, το τέλος επι­τη­δεύ­μα­τος; Θα μειώ­σου­με στο επί­πε­δο όπου ήταν πριν (και ακόμη πιο κάτω) το φόρο στο πε­τρέ­λαιο θέρ­μαν­σης; Θα επα­να­φέ­ρου­με το αφο­ρο­λό­γη­το των 8.000 ή 12.000 ευρώ; Θα κα­ταρ­γή­σου­με τα τεκ­μή­ρια για τους φτω­χούς; Θα κα­ταρ­γή­σου­με το φο­ρο­λο­γι­κό πέ­ναλ­τι για όσους δεν έχουν απο­δεί­ξεις; Θα επα­να­φέ­ρου­με τη έκ­πτω­ση για ια­τρο­φαρ­μα­κευ­τι­κές δα­πά­νες, για ανή­λι­κα τέκνα, για ενοί­κια και για τό­κους πρώ­της κα­τοι­κί­ας; Άραγε όλα αυτά, σύ­ντρο­φοι, αφο­ρούν «συ­γκε­κρι­μέ­νες κοι­νω­νι­κές κα­τη­γο­ρί­ες, που προ­σω­ρι­νά αδυ­να­τούν να πλη­ρώ­σουν», ή αφο­ρούν τα 9/10 της κοι­νω­νί­ας; Όπως προ­βλέ­πει και το πρό­γραμ­μα του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ, μια κυ­βέρ­νη­ση της Αρι­στε­ράς θα κα­λέ­σει να πλη­ρώ­σει μια μειο­ψη­φία που μέχρι σή­με­ρα δεν πλη­ρώ­νει τί­πο­τε ή που πλη­ρώ­νει ελά­χι­στα: «Τα δη­μό­σια έσοδα θα προ­έλ­θουν από τη φο­ρο­λό­γη­ση του πλού­του, των κα­θα­ρών κερ­δών, των υψη­λών ει­σο­δη­μά­των, της με­γά­λης ακί­νη­της και της εκ­κλη­σια­στι­κής πε­ριου­σί­ας, από την ακύ­ρω­ση των προ­νο­μί­ων της ολι­γαρ­χί­ας και των πο­λυ­ε­θνι­κών επι­χει­ρή­σε­ων».  

Σε κάθε πε­ρί­πτω­ση είναι σαφές πως, αν δεν κα­ταρ­γή­σου­με όλα αυτά που σκο­τώ­νουν την τάξη μας από την πρώτη κιό­λας μέρα μιας πι­θα­νής ανά­λη­ψης της δια­κυ­βέρ­νη­σης, δεν θα υπάρ­χει κα­νείς να μας υπο­στη­ρί­ξει στον πό­λε­μο κατά των πλου­σί­ων –και συ­να­κό­λου­θα στην έφοδo για τη φο­ρο­λό­γη­σή τους. 

Ετικέτες