Αναμφισβήτητα το πιο εντυπωσιακό στοιχείο της απόφασης του πρόσφατου Eurogroup είναι το πρωτοφανές βάθος χρόνου της συμφωνίας: ως το 2060! Και το περιεχόμενο αυτής; Λιτότητα!

Εάν δίπλα σ’ αυτό προσθέσουμε και την ευρωπαϊκή στήριξη για έξοδο στις αγορές (η αποτελεσματικότητα της οποίας μένει βέβαια να αποδειχθεί) έχουμε την ερμηνεία για την αντίδραση της εγχώριας άρχουσας τάξης, του μεγάλου κεφαλαίου και όχι μόνο: χαρές και πανηγύρια! (Θ. Φέσσας - πρόεδρος του Συνδέσμου Ελληνικών Βιομηχανιών (ΣΕΒ): «Εξαιρετικά θετική εξέλιξη .. μας απομακρύνει από την αβεβαιότητα για την ελληνική οικονομία και μας επιτρέπει να σχεδιάσουμε, με σχετική ασφάλεια, το μέλλον» και Κ. Μίχαλος - πρόεδρος του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου της Αθήνας (ΕΒΕΑ): «η συμφωνία … εξοβελίζει κάθε κίνδυνο νέας αναταραχής και δημιουργεί τις προϋποθέσεις προκειμένου η χώρα να αποτάξει τα δεινά που επιφέρουν τα μνημόνια και, σχεδιάζοντας και υλοποιώντας ένα εθνικό σχέδιο ανάπτυξης, να κάνει το άλμα προς τα εμπρός…»).

Όταν βέβαια μιλάνε οι ίδιοι οι καπιταλιστές η γνώμη των πολιτικών τους εκπροσώπων περισσεύει. Πράγματι, από την θέση της αντιπολίτευσης τα μνημονιακά κόμματα περιορίστηκαν να κριτικάρουν την αναντιστοιχία των διακηρυγμένων στόχων της κυβέρνησης (χρέος και QE) με τα αποτελέσματα και έντεχνα να αποφύγουν την κριτική σε αυτά καθ’ αυτά.

Εάν ο Τσίπρας δεν είχε υποπέσει στην λάθος εκτίμηση και ιδιαίτερα στην δημόσια δήλωση για τις δυνατότητες που υπήρχαν στο συγκεκριμένο eurogroup, πριν από τις γερμανικές εκλογές, θα παρουσιαζόταν σήμερα ως ο κυρίαρχος του πολιτικού παιχνιδιού με τόνο θριαμβικό. Παρά ταύτα ξεκαθαρίζει (ακόμη περισσότερο) ότι εργάζεται με … στοχοπροσήλωση για την εξυπηρέτηση του εθνικού, αστικού συμφέροντος και παραλαμβάνει γι αυτό τους αστικούς επαίνους δυσκολεύοντας την ζωή του Μητσοτάκη και εν γένει της μνημονιακής αντιπολίτευσης. Εξάλλου ποιος άλλος θα μπορούσε να περάσει όλα αυτά τα μέτρα και να κλείσει τέτοιες συμφωνίες, για μισό αιώνα, απ’ όλους αυτούς;

Θα μπορέσει, ωστόσο, πράγματι ο Τσίπρας και η κυβέρνησή του να σταθεροποιήσει τον ελληνικό καπιταλισμό επαναφέροντας την «κανονικότητα» πρώτα και κύρια στο πολιτικό σύστημα, επιτυγχάνοντας και «μονιμοποιώντας» την κοινωνική ανοχή, αναστυλώνοντας τον δικομματισμό, «ανανεώνοντας» την σοσιαλδημοκρατία;

Από την αποφυγή της άμεσης πτώσης της κυβέρνησης μέχρι την σταθεροποίηση υπάρχει πολύ μεγάλη απόσταση.

Πρώτα και κύρια κάτι τέτοιο δεν είναι καν στο χέρι του. Το ελληνικό καθεστώς υπερκαθορίζεται από το ασταθές ευρωπαϊκό και διεθνές πλαίσιο. Όσο πολιτεύεται, ιδιαίτερα στην εξωτερική πολιτική, ως το πιστότερο σκυλί των ιμπεριαλιστών στην περιοχή το μόνο που πετυχαίνει είναι να βυθίζει τον λαό στις πλέον επικίνδυνες περιπέτειες. Οι ανακατατάξεις, οι αντιθέσεις, η πολιτική και γεωπολιτική αστάθεια χαρακτηρίζουν το διεθνές περιβάλλον και πολύ περισσότερο την ίδια την ΕΕ/ΟΝΕ. Ταιριαστό το σχόλιο του διευθυντή της Monde Diplomatique, Σερζ Χαλίμι, πριν λίγες μέρες: «…Την δεκαετία του 1920, αναγνωρίζοντας ότι, μετά από μια περίοδο απεργιών και επαναστάσεων, στην πλειονότητα των ευρωπαϊκών χωρών –ιδίως στη Βρετανία και στη Γερμανία– τα καθεστώτα είχαν παγιωθεί, η Κομμουνιστική Διεθνής αναγκάστηκε να αναγνωρίσει τη «σταθεροποίηση του καπιταλισμού». Επιθυμώντας ωστόσο να κρατήσει τον κόσμο σε επαγρύπνηση, τον Σεπτέμβριο του 1928 ανακοίνωσε ότι η ηρεμία αυτή ήταν «μερική, προσωρινή και επισφαλής». Η προειδοποίηση έμοιαζε μηχανική, σήκωνε μεγάλη αμφισβήτηση, τόση ήταν η ευφορία της Χρυσής Δεκαετίας. Έναν χρόνο αργότερα ήρθε η «Μαύρη Πέμπτη» της Γουόλ Στριτ...»

Όσο για τους ευρωπαίους συμμάχους για τους οποίους επαίρεται ο Τσίπρας - καθώς πράγματι, αυτή την φορά ο Σόιμπλε δέχτηκε ομοβροντία επιθέσεων προκειμένου να εγκαταλείψει την σκληρή γραμμή (ο γερμανικός δεξιός Τύπος τον κατηγορεί τώρα ότι οπισθοχώρησε στις απαιτήσεις των Ελλήνων) - υπονοώντας την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία θα πρέπει να αποφασίσει σε πια εκδοχή αναφέρεται, στον Μακρόν, στον Κορμπίν ή στον Σουλτς.

Πάνω απ’ όλα όμως το πρόβλημα του ΣΥΡΙΖΑ (αν προσπεράσουμε τους γελοίους αν και επικίνδυνους, ακροδεξιούς ΑΝΕΛ με τους οποίους συγκυβερνά) είναι ότι δεν απέκτησε ποτέ τους δεσμούς των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων με τις υποτελείς τάξεις αλλά και με μερίδες του μεγάλου κεφαλαίου (πώς θα μπορούσε άλλωστε), κάτι το οποίο δεν «αντιγράφεται» μέσα στην κρίση και μάλιστα με πολιτική μόνιμης λιτότητας και επιτροπείας. Όσο κι αν προσπαθεί να καμουφλάρει την κυβερνητική πολιτική με περιτυλίγματα «αριστερής διακόσμησης» η ουσία παραμένει και κατανοείται βιωματικά, καθημερινά από την κοινωνική πλειοψηφία καθώς όχι μόνο δεν αλλάζει το μνημονιακό ταξικό τοπίο της ανεργίας, της εργασιακής ζούγκλας, της διάλυσης του κράτους πρόνοιας αλλά βαθαίνει διαρκώς η νεοφιλελεύθερη στρατηγική της λιτότητας σε βάρος του κόσμου της εργασίας και των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων και τάξεων. Με την πρόσφατη συμφωνία παίρνει χαρακτηριστικά μονιμότητας.  

Παρά την μεγάλη κοινωνική απογοήτευση από τα καμώματα του Τσίπρα και της κυβέρνησής του, παρά την υποχώρηση του κινήματος και την θλιβερή κατάπτωση της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας, οι αντικειμενικές συνθήκες στην Ελλάδα μα και πανευρωπαϊκά ευνοούν νέες κοινωνικές εκρήξεις, ένα νέο γύρο «απ΄τα κάτω» και «απ’ τ’ αριστερά». Η ευθύνη βαραίνει τον «κόσμο της Αριστεράς» και κατά προτεραιότητα τα κόμματα και τις οργανώσεις. Ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ ποντάρει σήμερα κυρίως στην (δικαιολογημένη) απέχθεια που προκαλεί η Δεξιά και ο Μητσοτάκης (ακόμη και εντός της Δεξιάς) στους «από κάτω» και ελπίζει να επανασυσπειρώσει εκλογικά ένα σημαντικό μέρος από τις τεράστιες διαρροές του. Με την προϋπόθεση να μην συσπειρωθεί όλος αυτός ο κόσμος στ’ αριστερά του όπου το πολιτικό κενό «φωνάζει»!

Τίθενται όροι και προϋποθέσεις για την ανατροπή του σκηνικού. Πρώτ΄απ΄όλα η συγκέντρωση της δύναμης σε αριστερή, ριζοσπαστική πολιτική γραμμή άμεσης ρήξης. Με το εγχώριο κεφάλαιο, με τους δανειστές, με την ΟΝΕ/ΕΕ και τα ιμπεριαλιστικά κέντρα.  Αυτό απαιτεί την ενότητα της αριστεράς, την ενιομετωπική προσέγγιση. Οι ταξικές «διαπιστώσεις» χωρίς εναλλακτικό σχέδιο για το σήμερα αποτελούν την δικαιολογία και το πρόσχημα της σεχταριστικής αδράνειας και ηττοπάθειας. Αντίστροφα η ενωτική γραμμή απαιτεί ταυτόχρονα ταξική ευθυκρισία. Δεν μπορεί να πανηγυρίζουν και να στηρίζουν (για την ώρα) οι αστοί τις επιλογές και τις επιδόσεις της κυβέρνησης και αριστερές φωνές να την κατηγορούν για… αναποτελεσματικότητα! Απαιτείται προτεραιότητα στις πολιτικές αιχμές του προγράμματος που συγκροτούν οι επείγουσες ανάγκες και τα αιτήματα των «από κάτω», του κόσμου της δουλειάς, της νεολαίας, των ανέργων, των γυναικών, των αποκλεισμένων… Με σαφή και ρητά διατυπωμένο αντικαπιταλιστικό προσανατολισμό. Ο τρίτος παράγοντας, ίσως ο σοβαρότερος στην περίοδο, αφορά στην οικοδόμηση και στήριξη ταξικών, αριστερών, κινηματικών συλλογικοτήτων. Η κατάσταση του εργατικού κινήματος δεν είναι μεταφυσικό ζήτημα. Η ευθύνη αφορά εξ ολοκλήρου την πολιτική αριστερά. Σήμερα τον δρόμο τον δείχνουν οι μαχητικές εκδηλώσεις αντίστασης όπως η απεργία που οργανώθηκε στον κλάδο των «ντελιβεράδων», των παιδιών με τα μηχανάκια, η 48ωρη απεργία με σκληρή περιφρούρηση και πολύ μεγάλη συμμετοχή των ενοικιαζομένων στην ΕΤΕ και κάθε δυναμική και αποφασιστική κίνηση που ξεπηδά απ’ τα κάτω ξεπερνώντας την αναίσχυντη συνδικαλιστική γραφειοκρατία που υπονομεύει και καταστρέφει ότι έχει απομείνει στο οργανωμένο, συνδικαλιστικό κίνημα.

Ετικέτες