Λίγο πριν το τέλος του έτους, δύο σημαντικές αποφάσεις προδιαγράφουν τις κατευθυντήριες γραμμές της ΕΕ για το 2024, σε μια χρονιά που είναι και προεκλογική, μιας και τον Ιούνιο θα στηθεί η κάλπη των ευρωεκλογών

Μέσα από τους συνήθεις συμβιβασμούς των χωρών-μελών, οι ευρωηγεσίες επιμένουν στη γραμμή της σκληρής λιτότητας για τον κόσμο της εργασίας, του ρατσισμού και της αποτροπής των κατατρεγμένων και στο φιλοπόλεμο χαρακτήρα της συμμαχίας των ευρωπαίων καπιταλιστών. 

Νέο Σύμφωνο Σταθερότητας

Παρόλο που οι νέοι δημοσιονομικοί κανόνες της ΕΕ πρέπει ακόμη να εγκριθούν από το ευρωκοινοβούλιο και ο χρόνος που θα τεθούν σε ισχύ είναι ακόμη αβέβαιος, οι προτεινόμενες ρυθμίσεις διατηρούν αμετάβλητους τους γνωστούς «μπαμπούλες» που επιβάλουν την ευρωλιτότητα (δημοσιονομικό έλλειμμα 3% του ΑΕΠ και 60% του ΑΕΠ το δημόσιο χρέος). Στο νέο Σύμφωνο Σταθερότητας -που επιστρέφει σε ισχύ φέτος μετά από τριετή αναστολή- προσφέρεται μεγαλύτερη «ελαστικότητα» σε κάθε μέλος να διαπραγματευτεί το μεσοπρόθεσμο δημοσιονομικό του σχέδιο, για το πώς θα θέσει το χρέος σε «εύλογη καθοδική πορεία», με μίνιμουμ ποσοστό μείωσης χρέους και ελλείμματος ετησίως. 

Διάφορες αστικές εκτιμήσεις επισημαίνουν τους κινδύνους από τα υψηλά χρέη χωρών που τις καταδικάζουν σε χρόνια λιτότητας, ενώ η σύσφιξη της νομισματικής πολιτικής του μπλοκ θα επιφέρει ακόμη βαρύτερες οικονομικές διαβρώσεις στο εσωτερικό των κρατών-μελών της ΕΕ. Ο οίκος αναλύσεων Capital Economics, όσον αφορά το 2024, προβλέπει πτώση της ανάπτυξης, ειδικά εάν επαληθευτεί η τεράστια λιτότητα, συμπληρώνοντας ότι και στην περίπτωση της Ελλάδας (που έχει δεσμευτεί σε υψηλά πλεονάσματα από το 2024), απαιτείται πολύ πιο σφικτή δημοσιονομική πολιτική (πόσο ακόμα…), προκειμένου να μειωθεί το χρέος στον στόχο του 60% του ΑΕΠ.

Με τους νέους κανόνες η απαιτούμενη μείωση χρέους θα υπολογίζεται με βάση τα χαρακτηριστικά κάθε κράτους μέλους, ενώ ως ελάχιστο όριο για τα κράτη με υψηλό χρέος (>90% του ΑΕΠ) όπως η Ελλάδα τίθεται η ετήσια μέση μείωση του χρέους κατά 1%. Για τις χώρες του Νότου άρα και για την Ελλάδα, το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο συμφώνησε να παραμείνει αμετάβλητη η διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος με βάση το κριτήριο του ελλείμματος.

Εξοπλισμοί 

Η ελληνική κυβέρνηση επιχειρεί να παρουσιάσει ως μέγιστη επιτυχία την εξαίρεση των στρατιωτικών δαπανών από τον υπολογισμό των υπερβολικών ελλειμμάτων, που αποφάσισε η ΕΕ, προμηνύοντας νέα αύξηση των εξοπλισμών και ακόμα βαθύτερη εμπλοκή των ευρωπαϊκών κρατών, στις πολεμικές συγκρούσεις που μαίνονται. Την ίδια ώρα, στη γραφειοκρατία των Βρυξελών συμφωνούν ότι οι δημόσιες δαπάνες για την Υγεία και την Παιδεία, διευρύνουν τα ελλείμματα και πρέπει να μπει «ψαλίδι», θεωρώντας συγχρόνως τις αυξήσεις στους μισθούς και τις συντάξεις «αρνητικό παράγοντα που ενισχύει τον πληθωρισμό». Είναι προφανές ότι στο ευρω-ιερατείο του νεοφιλελευθερισμού αξιολογούν τα ποσά για την ευρωπαϊκή πολεμική μηχανή, ως σημαντικότερα από τις κοινωνικές δαπάνες, για αυτό και αυτή η σχετική ευελιξία. 

Κάπως έτσι απελευθερώνεται και «δημοσιονομικός χώρος» για νέες ελληνικές αγορές οπλικών συστημάτων, μετά τα δημοσιεύματα που μιλούσαν για «πάγωμα» κάποιων προγραμμάτων (όπως οι κορβέτες  και η προμήθεια της τέταρτης γαλλικής φρεγάτας Belh@rra), διότι και οι οικονομικοί πόροι δεν είναι απεριόριστοι και το γεωπολιτικό περιβάλλον παραμένει ευμετάβλητο. 

Το ελληνικό κράτος, συνεχίζει την εξωφρενική εξοπλιστική κούρσα, παρά τα 14 δισ. ευρώ που δόθηκαν τα τελευταία τέσσερα χρόνια. Μόνο ο προϋπολογισμός του 2024 προβλέπει 2,6 δισ. ευρώ για πληρωμές σε στρατιωτικούς εξοπλισμούς με βάση τα προγράμματα που έχουν αποφασιστεί τα προηγούμενα χρόνια, με τις συνολικές δαπάνες του υπουργείου Εθνικής «Άμυνας» να ανέρχονται σε 6,1 δισ. ευρώ. Δαπάνες που πήραν 249 «Ναι» στην πρόσφατη ψήφιση του προϋπολογισμού, σε μια χαρακτηριστική περίπτωση καθεστωτικής ομοψυχίας. Στα προγράμματα που «τρέχουν» συμπεριλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, οι τρεις φρεγάτες, τα αεροσκάφη Rafale και τα F-16 και η παραλαβή των ελικοπτέρων ΜΗ-60R του Πολεμικού Ναυτικού, ενώ άλλα 35 αμερικανικά ελικόπτερα φέρεται να καταλήγουν στην αεροπορία στρατού.  Παράλληλα η Αθήνα εξακολουθεί να περιμένει την απάντηση από τις ΗΠΑ για τα F-35, ένα πρόγραμμα που η κυβέρνηση Μητσοτάκη είναι αποφασισμένη να προχωρήσει. 

Νέο Σύμφωνο Μετανάστευσης 

Ένα βήμα παρακάτω προχωρά και η σκλήρυνση των πολιτικών για το μεταναστευτικό στην Ευρώπη-φρούριο, με μία εσπευσμένη «πολιτική συμφωνία» μεταξύ του ευρωπαϊκού κοινοβουλίου και της Κομισιόν. Μπροστά στις επερχόμενες ευρωεκλογές, οι «μετριοπαθείς» δυνάμεις της Δεξιάς και της  σοσιαλφιλελεύθερης σοσιαλδημοκρατίας, προσπαθούν να αναχαιτίσουν την άνοδο της ακροδεξιάς με νέους αντιμεταναστευτικούς νόμους. Υιοθετώντας την ατζέντα της ακροδεξιάς όμως, όχι μόνο ως ρητορική αλλά και ως εφαρμοσμένη πολιτική,  το μόνο που τελικά καταφέρνουν είναι να την ενισχύουν. Σε σχεδόν δώδεκα κράτη μέλη της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένης της Γαλλίας και της Γερμανίας, ακροδεξιά κόμματα βρίσκονται στην κυβέρνηση ή στην πρώτη ή δεύτερη θέση στις δημοσκοπήσεις, κερδίζοντας από την αντιδραστική στροφή της ΕΕ.   

Η προκαταρτική συμφωνία, εμπεδώνει μια συνθήκη όπου οι χώρες υποδοχής συνεχίζουν να είναι αποθήκες ανθρώπινων ψυχών, με φράχτες και περισσότερα σύγχρονα στρατόπεδα συγκέντρωσης, που θα χρηματοδοτούνται από την «αλληλεγγύη» των  κρατών μελών του βορρά. Οι fast track απορρίψεις ασύλου στα σύνορα και οι μαζικές απελάσεις-επαναπροωθήσεις θα είναι ο κανόνας, πάντα με τη συμβολή της Frontex. Ταυτόχρονα, ενθαρρύνονται συμφωνίες για τη μετατροπή χωρών εκτός ΕΕ (Τυνησία, συμφωνία μεταξύ Ιταλίας-Αλβανίας κλπ.), σε τόπους μαρτυρίου για όσους «περισσεύουν». 

Όλα τα παραπάνω θα αναγκάσουν όλο και περισσότερους ανθρώπους να προσπαθήσουν να διαφύγουν από τον πόλεμο και τη φτώχεια, μέσω θαλάσσης και να επιλέξουν όλο και πιο επικίνδυνες διαδρομές, προεξοφλώντας νέα ναυάγια, με χιλιάδες νέους νεκρούς, όπως αυτό της Πύλου. 

Η ΕΕ προχωρά ακόμα πιο επιθετικά στη στρατηγική των νεοφιλελεύθερων αντι-μεταρρυθμίσεων, εντείνοντας τον κοινωνικό πόλεμο τόσο στο εσωτερικό της, όσο και στους «εκτός των τειχών», με την ενίσχυση της ρατσιστικής οχύρωσης και του ευρω-ιμπεριαλισμού, όπως μαρτυρά η μεγάλη αύξηση των εξοπλισμών. Σε αυτό το αντιδημοκρατικό οικοδόμημα της άγριας λιτότητας, της εκμετάλλευσης, του πολέμου και του ρατσισμού (που θρέφει την ακροδεξιά), δεν χωρούν οι εργατικές-λαϊκές ανάγκες. Για αυτό και η σύγκρουση-ρήξη με την ΕΕ και την ευρωζώνη, από εργατική και διεθνιστική σκοπιά, είναι μια από τις αναγκαίες προϋποθέσεις, για να ανοίξει ο δρόμος της αντικαπιταλιστικής ανατροπής του νεοφιλελεύθερου «μονόδρομου». 

*Αναδημοσίευση από την Εργατική Αριστερά

Ετικέτες