Πριν δέκα χρόνια, στις 17 Δεκέμβρη του 2010 [το άρθρο γράφτηκε τέλη Δεκέμβρη του 2020], ένας νεαρός πλανόδιος μικροπωλητής στην πόλη Σίντι Μπουζίντ της κεντρικής Τυνησίας, άναψε μια πολιτική πυρκαγιά που σύντομα τύλιξε όλη την χώρα κι έπειτα εξαπλώθηκε σε όλη την αραβόφωνη περιοχή. Ήταν αυτό που μετά το 2011 έγινε γνωστό ως «Αραβική Άνοιξη».

Οι πρώτοι μήνες εκείνης της «άνοιξης» ήταν γεμάτοι ευφορία, καθώς ένα κύμα μαζικών διαδηλώσεων σάρωσε την περιοχή και κορυφώθηκε σε 6 μεγάλες εξεγέρσεις, με την Αίγυπτο, την Υεμένη, το Μπαχρέιν, τη Λιβύη και τη Συρία να ακολουθούν το παράδειγμα της Τυνησίας. Ωστόσο μετά τον αρχικό ξεσηκωμό το επαναστατικό κύμα υποχώρησε, δίνοντας τη θέση του σε μια αιματηρή αντεπαναστατική επίθεση. Η επανάσταση του Μπαχρέιν πολιορκήθηκε και κατεστάλη. Το συριακό καθεστώς κατάφερε να αντέξει τη λαϊκή εξέγερση, η οποία εξελίχθηκε σε έναν εμφύλιο πόλεμο, έως ότου το Ιράν με την παρέμβασή του έσωσε το καθεστώς το 2013. Λίγο μετά συνέβη ένα αντιδραστικό στρατιωτικό πραξικόπημα στην Αίγυπτο και ακολούθησαν κι άλλες υποχωρήσεις όπως και το ξέσπασμα εμφυλίων πολέμων σε Λιβύη και Υεμένη. Αυτή η σκληρή ήττα διέλυσε όσες αυταπάτες είχαν απομείνει. Η ευφορία έδωσε τη θέση της στον πεσιμισμό, καθώς από πολλές πλευρές διακηρυσσόταν ότι τα όνειρα της «Αραβικής Άνοιξης» είναι νεκρά. 

Τόσο η ευφορία όσο και η απελπισία ήταν εξίσου αποτελέσματα επιφανειακών εντυπώσεων όσον αφορά το επαναστατικό κύμα και την επακόλουθη υποτροπή. Και οι δύο στάσεις αγνοούσαν δύο θεμελιώδη χαρακτηριστικά του μπιγκ μπανγκ που συντάραξε την περιοχή το 2011. 

Το πρώτο χαρακτηριστικό είναι ότι η έκρηξη είχε βαθιές ρίζες στη δυσεπίλυτη δομική κρίση που έχει προκύψει από τη μετατροπή του κυρίαρχου κοινωνικού/πολιτικού συστήματος σε εμπόδιο στην ανάπτυξη, κάτι που προκαλεί πολύ χαμηλούς ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης και συνεπώς πολύ υψηλά επίπεδα ανεργίας, ειδικά στη νεολαία και τις γυναίκες. Η άμπωτη του επαναστατικού κύματος και η αντιδραστική επέλαση που ακολούθησε δεν έλυσαν στο ελάχιστο αυτή την κεντρική δομική κρίση, που συνέχισε να επιδεινώνεται στις συνθήκες πολιτικής αστάθειας που κυριαρχούν στην περιοχή από την αρχή της κρίσης. Αυτό σημαίνει ότι τα γεγονότα του 2011 δεν ήταν παρά μόνο η αρχή μιας μακροχρόνιας επαναστατικής διαδικασίας που δεν θα λήξει έως ότου επιτευχθεί η αναγκαία ριζοσπαστική αλλαγή στη φύση του υπαρκτού πολιτικού/κοινωνικού συστήματος. Αν δεν επισυμβεί μια τέτοια αλλαγή, η περιοχή κινδυνεύει να βυθιστεί σε μια καταστροφική παρακμή, εγκαινιάζοντας μια μακρά περίοδο σκοτεινών χρόνων. 

Το δεύτερο χαρακτηριστικό που αγνοήθηκε είναι ο στενός έλεγχος που ασκεί το πολιτικό και κοινωνικό σύστημα στην αραβική περιοχή πάνω σε κρίσιμους μοχλούς της κρατικής εξουσίας -ειδικά τις ένοπλες δυνάμεις. Η διάχυτη προσδοκία των πρώτων μηνών της «Αραβικής Άνοιξης» ότι η περιοχή θα βίωνε μια «δημοκρατική μετάβαση» εξίσου ομαλή όπως σε άλλα μέρη του πλανήτη στηριζόταν σε μια αφελή υποτίμηση της συνεκτικότητας του κορμού του κράτους και της κατασταλτικής του ραχοκοκκαλιάς, όπως και σε μια αφελή υποτίμηση της προθυμίας των αρχουσών ελίτ να καταστρέψουν τις χώρες τους, να σφάξουν τους πληθυσμούς τους ή να τους εκτοπίσουν από τη χώρα στην προσπάθεια να διατηρήσουν την εξουσία και τα προνόμιά τους -όπως έκανε το συριακό καθεστώς. Αυτή η αφελής λανθασμένη εκτίμηση ενισχύθηκε από τις εξελίξεις στην Τυνησία και την Αίγυπτο. Εκεί το «βαθύ κράτος» θυσίασε τον επικεφαλής του για να διασώσει τα θεμέλιά του έως ότου αναδειχθεί ένας νέος επικεφαλής ως κορυφή του παγόβουνου. Αυτή η εξέλιξη έγινε λανθασμένα κατανοητή ως η «ανατροπή του καθεστώτος» την οποία απαιτούσε ο λαός, όπως έλεγε το διάσημο σύνθημα. 

Συνυπολογίζοντας τα δύο αυτά χαρακτηριστικά, προκύπτει το συμπέρασμα ότι η αλλαγή που έχει ανάγκη η περιοχή για να ξεπεράσει τη χρόνια κρίση της, απαιτεί ηγεσίες ή ηγετικά όργανα του λαϊκού κινήματος που να έχουν υψηλά επίπεδα επαναστατικής αποφασιστικότητας και αφοσίωσης στο λαϊκό συμφέρον. Τέτοιες ηγεσίες είναι αναντικατάστατες για τη διαχείριση της επαναστατικής διαδικασίας και για να ξεπεραστούν οι δύσκολες δοκιμασίες και προκλήσεις που θα προκύψουν αναπόφευκτα πάνω στην προσπάθεια να ηττηθούν τα υπαρκτά καθεστώτα αποσπώντας την κοινωνική τους βάση στους πολίτες και στους στρατιώτες. Απαιτούνται ηγεσίες που μπορούν να ανταπεξέλθουν στο καθήκον της επίβλεψης ενός μετασχηματισμού του κράτους από μηχανισμό κοινωνικού εκβιασμού εκ μέρους των λίγων σε εργαλείο που υπηρετεί την κοινωνία και την εργαζόμενη πλειοψηφία. Στο βαθμό που δεν αναδύονται ή εδραιώνονται τέτοια ηγετικά όργανα, η επαναστατική διαδικασία θα συνεχίσει αδυσώπητα μέσα από φάσεις άμπωτης και παλίρροιας, επαναστατικών ανόδων και αντεπαναστατικών αντεπιθέσεων. 

Η πρώτη δεκαετία της αραβικής επαναστατικής διαδικασίας επιβεβαίωσε ότι πρόκειται πράγματι για μια μακροπρόθεσμη διαδικασία. Η αποτυχία της «Αραβικής Άνοιξης» -με εμφυλίους πολέμους σε τρεις χώρες και την αποκατάσταση του παλιού καθεστώτος με νέο πρόσωπο, ακόμα πιο άσχημο στην περίπτωση της Αιγύπτου- δεν έφερε καμιά κοινωνική σταθερότητα στην περιοχή. Κοινωνικές εκρήξεις και πολιτικές κινητοποιήσεις συνέχισαν να συμβαίνουν στη μια χώρα μετά την άλλη και σε διαφορετικές περιοχές στο εσωτερικό κάθε χώρας, όπως συνέβη σε Μαρόκο, Τυνησία, Αίγυπτο, Σουδάν, Ιορδανία, Συρία, Ιράκ κ.ο.κ.

Οκτώ χρόνια μετά το πρώτο επαναστατικό κύμα, η περιοχή βίωσε ένα δεύτερο που εγκαινιάστηκε από την εξέγερση στο Σουδάν που ξέσπασε πριν 2 χρόνια, στις 19 Δεκέμβρη του 2018. Ακολούθησε μέσα στο 2019 το «Χιράκ» [κίνημα] στην Αλγερία και οι εξεγέρσεις σε Ιράκ και Λίβανο. Αθροιστικά, δέκα αραβικά κράτη έχουν ζήσει εξεγέρσεις την τελευταία δεκαετία, δηλαδή οι μισές χώρες της περιοχής και η μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού της έχουν περάσει μέσα από μαζικά επαναστατικά ξεσπάσματα. Επιπλέον, σχεδόν όλες οι υπόλοιπες αραβικές χώρες έχουν δει μια αξιοσημείωτη αύξηση της κοινωνικής και πολιτικής διαμαρτυρίας την τελευταία 10ετία. Αν και είναι η αλήθεια ότι η πανδημία Covid19 ανέκοψε τους υπαρκτούς κοινωνικούς αγώνες και εμπόδισε την ανάπτυξη άλλων, ο αντίκτυπός της δεν θα διαρκέσει, πόσο μάλλον από τη στιγμή που η επακόλουθη μεγέθυνση της περιφερειακής οικονομικής κρίσης μόνο θα φουντώσει επιπλέον τις φλόγες της λαϊκής οργής.

Η μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετωπίζει η παρούσα γενιά επαναστατών, η οποία πολιτικοποιήθηκε στη διάρκεια των εξεγέρσεων, και η θεμελιώδης προϋπόθεση για την ικανότητά της να περάσει από την εξέγερση στην πετυχημένη επανάσταση, βρίσκεται στο ζήτημα της ηγεσίας που προαναφέρθηκε, τόσο με την οργανωτική του διάσταση όσο και με την πολιτική του. Όχι μόνο στην αραβική περιοχή, αλλά σε όλο τον πλανήτη, η νέα εξεγερμένη γενιά είναι δίκαια καχύποπτη απέναντι στους παλιούς πολιτικούς και ιδεολογικούς σχηματισμούς, γνωρίζοντας ότι κατέληξαν σε γραφειοκρατικό αυταρχισμό ή σε προσωποκεντρικές ηγεσίες και ότι πρόδωσαν τις αρχές που ισχυρίζονταν ότι ενσαρκώνουν προκειμένου να συμφιλιωθούν με διάφορες μορφές κοινωνικής, πολιτικής και πολιτισμικής καταπίεσης. Κάπως έτσι, η νέα γενιά εξεγερμένων έχει την προδιάθεση να λειτουργεί με οριζόντιες δομές βάσης, να απορρίπτει τον ιεραρχικό συγκεντρωτισμό και να προτιμά δικτυακού τύπου συντονισμούς, όπως φάνηκε καλύτερα στις Επιτροπές Αντίστασης του Σουδάν. 

Πολιτικά, όπως κάθε άλλη μακροχρόνια επαναστατική διαδικασία στην ιστορία, η διαδικασία στην περιοχή λειτουργεί σωρευτικά. Κάθε γενιά βγάζει συμπεράσματα από τις εμπειρίες και τις αποτυχίες της, συμπεράσματα που μεταφέρονται από τη μια γενιά στην επόμενη, από τη μια χώρα στην άλλη, μέσα στα πλαίσια μιας ενιαίας παρατεταμένης ιστορικής διαδικασίας. Είδαμε έτσι πώς το δεύτερο επαναστατικό κύμα -αυτό που κάποιοι σχολιαστές αποκάλεσαν «Δεύτερη Αραβική Άνοιξη»- απέφυγε όντως τις αυταπάτες που συνόδευσαν το προηγούμενο. Αρκεί να συγκρίνουμε τις τρεις χώρες της περιοχής που χαρακτηρίζονται από τον κυρίαρχο ρόλο των στρατιωτικών τους κατεστημένων: Αίγυπτος, Σουδάν και Αλγερία. Ενώ το 2011 και ξανά το 2013, στην Αίγυπτο επικράτησαν αυταπάτες για έναν «σωτήριο» ρόλο του στρατιωτικού κατεστημένου, τα επακόλουθα λαϊκά κινήματα σε Σουδάν και Αλγερία απέφυγαν και τα δύο αυτήν την παγίδα και επιβεβαίωσαν την απαίτησή τους για μια πολιτική κυβέρνηση ως προϋπόθεση της δημοκρατίας. Παρόμοια, τα κινήματα σε Ιράκ και Λίβανο κατάφεραν και τα δύο να αποφύγουν την παγίδα της θρησκευτικής σεχταριστικής διαμάχης που είχε χρησιμοποιηθεί για χρόνια από τις άρχουσες τάξεις για να διαιρούν το λαό και να οχυρώνουν την ηγεμονία τους πάνω του. 

Ασφαλώς έχουμε πολύ δρόμο μπροστά μας να διανύσουμε από τη σημερινή κατάσταση των λαϊκών κινημάτων και ιδιαίτερα των νεολαιίστικων, μέχρι την εκπλήρωση των προοδευτικών επαναστατικών προσδοκιών της νέας γενιάς. Στο μεταξύ, η αντιδραστική αραβική τάξη πραγμάτων συνεχίζει να χτίζει τα αντίμετρά της, ενώ οι ηγέτες της συνεργάζονται στην αντιμετώπιση της περιφερειακής επαναστατικής διαδικασίας. Ο δρόμος προς την επαναστατική λύτρωση είναι μακρύς και δύσκολος, αλλά η αποφασιστικότητα να ακολουθηθεί ενισχύεται από την επίγνωση ότι η μόνη εναλλακτική είναι η ταπείνωση και η εξαφάνιση.

*Αναδημοσίευση από την Εργατική Αριστερά. Αραβικό πρωτότυπο στην «Al-Quds al-Arabi». Η αγγλική μετάφραση αναδημοσιεύτηκε από το tempestmag.org

Ετικέτες