Στις 16 Δεκέμβρη 2021 στην Ιταλία, έγινε μια γενική απεργία ενάντια στον προϋπολογισμό της κυβέρνησης Μάριο Ντράγκι, μετά από κάλεσμα της CGIL υπό την ηγεσία του Μαουρίτσιο Λαντίνι και της UIL υπό την ηγεσία του Πιερπάολο Μπομπαρντιέρι -πρόκειται για τις 2 από τις 3 βασικές συνδικαλιστικές συνομοσπονδίες.

Ήταν μια δύσκολη απεργία, με ελάχιστο χρόνο προετοιμασίας, καθώς ανακηρύχθηκε στις 6 Δεκέμβρη και έγινε λίγο πριν αρχίσουν οι διακοπές των Χριστουγέννων. Υπήρχε σοβαρό ρίσκο να αποδειχθεί μια μεγάλη αποτυχία.

Οι πέντε διαδηλώσεις που οργανώθηκαν -στη Ρώμη για την κεντρική Ιταλία, στο Μιλάνο για τη βόρεια, στο Μπάρι για τη νότια, στο Παλέρμο για την Σικελία και στο Κάλιαρι για τη Σαρδηνία- είχαν καλή συμμετοχή, με ισχυρή την παρουσία των εργαζομένων σε εργοστάσια: η συμμετοχή στην απεργία ήταν υψηλότερη στους μεταλλεργάτες, τους εργαζόμενους στις μεταφορές και στην αγροβιομηχανία, αλλά χαμηλή σε άλλους κλάδους, όπως στο δημόσιο.

Το πανόραμα της Ιταλίας

Μετά από 2 χρόνια πανδημίας, με περίπου 140.000 θύματα, ένα ρημαγμένο σύστημα υγείας, 5 εκατομμύρια ανθρώπους στην απόλυτη φτώχεια, εκατομμύρια ανέργους κι επισφαλείς, υπήρχαν μεγάλες ελπίδες και αυταπάτες για τον προϋπολογισμό του 2022 και το Εθνικό Σχέδιο Ανάκαμψης. Καθώς υπήρχαν σημαντικοί διαθέσιμοι πόροι (200 δισ. ευρώ για το Σχέδιο Ανάκαμψης, άλλα 33 δισ. για το δημοσιονομικό νομοσχέδιο), υπήρχε η προσδοκία ότι θα χρησιμοποιηθούν για ένα μεγάλο σχέδιο δημόσιων επενδύσεων και μαζικών προσλήψεων προσωπικού για να εγγυηθούν τα συστήματα παιδείας, υγείας, συγκοινωνίας, τις επαρκείς κοινωνικές υπηρεσίες και η περιβόητη οικολογική μετάβαση. Με άλλα λόγια, ότι θα παραχωρούταν μια κοινωνική «αποζημίωση» στις εργαζόμενες και λαϊκές τάξεις που υπέφεραν και συνεχίζουν να υποφέρουν από την κοινωνικο-οικονομική και την πανδημική κρίση.

Οι επιλογές της άρχουσας τάξης και της κυβέρνησης -που εγγυάται τα συμφέροντα των κυρίαρχων, υπό τη βοναπαρτιστική ηγεσία του Μάριο Ντράγκι, με μια πλατιά και ετερόκλητη κοινοβουλευτική πλειοψηφία και μια διακοσμητική αντιπολίτευση από τους ακροδεξιούς Αδελφούς της Ιταλίας- υπήρξαν πολύ διαφορετικές. Ο στόχος της αστικής τάξης είναι μεγάλης κλίμακας διαδικασίες βιομηχανικής αναδιάρθρωσης και περαιτέρω επισφαλειοποίηση, υποταγή και εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης προκειμένου να διασφαλίσει την επιβίωση του Ιταλικού και του Ευρωπαϊκού καπιταλισμού. Υπάρχει μεγάλος κίνδυνος για μια νέα σοβαρή ήττα του εργατικού και συνδικαλιστικού κινήματος και μιας βαθιάς και δραματικής κοινωνικής και πολιτικής υποχώρησης. Παράλληλα, οι διαδικασίες κλεισίματος εργατικών χώρων, μετεγκατάστασης και μαζικών απολύσεων είναι σε πλήρη εξέλιξη, θίγοντας εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενους. Αυτά αφορούν εκατοντάδες εργοστάσια, κάποια από τα οποία έχουν ζήσει πολύ σκληρούς και παρατεταμένους αγώνες, όπως η GKN στη Φλωρεντία και η Whirlpool στη Νάπολι.

Το Σχέδιο του Ντράγκι διαθέτει πάνω από 100 δισ. ευρωπαϊκών πόρων [το σχέδιο Next Generation της ΕΕ] σε καπιταλιστικές εταιρίες, χωρίς κανέναν περιορισμό ή προϋπόθεση για τη χρήση τους. Αυτά προστίθενται στα 170 δισ. που μεταφέρθηκαν από το κράτος στις εταιρίες τα τελευταία 10 χρόνια και τα 40 δισ. που δίνει ο φετινός προϋπολογισμός στα αφεντικά για τα επόμενα 3 χρόνια. Επίσης, η κυβέρνηση έβαλε τέλος στο πάγωμα των εξώσεων και των απολύσεων. Σχεδίασε ένα νόμο ανταγωνιστικότητας που προωθεί την ιδιωτικοποίηση δημόσιων υπηρεσιών. Επιβεβαίωσε την ισχύ του κατάπτυστου νόμου Μόντι-Φορνέρο για τις συντάξεις. Επιτέθηκε στο λεγόμενο «εισόδημα του πολίτη», το οποίο, καλώς ή κακώς, εγγυάται τα ελάχιστα αναγκαία για την απλή επιβίωση εκατομμυρίων ανθρώπων, ειδικά στο Νότο. Συνεχίζει στο δρόμο της λεγόμενης «διαφοροποιημένης αυτονομίας», η οποία στην πραγματικότητα διαιρεί τη χώρα, ευνοώντας τις πλουσιότερες περιοχές σε βάρος των φτωχότερων. Εισάγει μια φορολογική μεταρρύθμιση που μειώνει την προοδευτική φορολόγηση και ενισχύει τα μεσαία και υψηλά εισοδήματα, διαθέτοντας μερικά ψίχουλα για τα χαμηλότερα. Απαλλάσσει τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις από την πληρωμή του IRAP, του ειδικού φόρου που χρηματοδοτεί τη δημόσια υγεία. Αυτό θεωρείται το πρώτο βήμα για την κατάργησή του και για τις μεγάλες επιχειρήσεις, όπως επιθυμεί η Κονφιντούστρια, η οργάνωση των εργοδοτών στην Ιταλία. Επιπλέον, η κυβέρνηση φρόντισε να μην επιστρέψει τα 37 δισ. που έχουν κοπεί από το σύστημα υγείας τα τελευταία 10 χρόνια και τα 30 δισ. που έχουν κοπεί από τα σχολεία. Παράλληλα, μπλοκάρει την ανανέωση της τριετούς σύμβασης (η τελευταία ίσχυε το 2019-21) για τους δημόσιους υπαλλήλους. Από την άλλη όμως, αυξάνει τις στρατιωτικές δαπάνες κατά 5,4% (26 δισ. ετησίως).

Οι ηγεσίες των μεγάλων συνδικάτων, οι οποίες για πολλά χρόνια είχαν υποταχθεί πλήρως στις επιλογές της αστικής τάξης, υποστήριξαν από την αρχή την κυβέρνηση Ντράγκι, ελπίζοντας μάταια ότι -δεδομένων των τεράστιων πόρων που έχει στη διάθεσή του- ο πρώην επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας θα ανταποκρινόταν σε κάποια από τα περιορισμένα αιτήματά τους.

Αυτά μπορούν να συνοψιστούν ως εξής: Μερική μεταρρύθμιση του νόμου για τις συντάξεις. Περισσότεροι πόροι για τα δίκτυα κοινωνικής προστασίας που θα παρέχουν επιπλέουν εγγυήσεις όσους χάνουν τη δουλειά τους. Μια φορολογική μεταρρύθμιση που θα ανταποκρίνεται στις ανάγκες των μισθωτών, που είναι οι μοναδικοί στην Ευρώπη των οποίων οι μισθοί πέφτουν σταθερά τα τελευταία 30 χρόνια (και τι έκανε άραγε η γραφειοκρατική ηγεσία για να το εμποδίσει;). Αλλαγές στους νόμους για την επισφάλεια με μια ενιαία σύμβαση σε όλους τους χώρους δουλειάς. Ένα γενικότερο αίτημα για διάθεση περισσότερων πόρων σε υγεία και παιδεία.

Οι διαπραγματεύσεις προχωρούσαν αργά επί μήνεςχωρίς τα συνδικάτα να κερδίζουν τίποτα. Ένας από τους λόγους που συνέβη αυτό ήταν και ότι οι ηγεσίες τους απέκλειαν κάθε πιθανότητα απεργιών και αγώνων. Τελικά, κατέληξαν να περιοριστούν μόνο στο αίτημα ότι τουλάχιστον 8 δισ. του προϋπολογισμού θα χρησιμοποιηθούν για να στηριχθούν τα εισοδήματα των εργαζομένων μέσα από φοροαπαλλαγές. Τα κόμματα που στηρίζουν την κυβέρνηση απάντησαν προτείνοντας φορολογικές αλλαγές που κινούνται στην αντίθετη κατεύθυνση: Μείωση των συντελεστών φορολογίας και συνεπώς της προοδευτικής φορολόγησης και παραχώρηση ελαφρύνσεων στα μεσαία και υψηλά εισοδήματα, συμπεριλαμβανομένων των ιδιωτών επαγγελματιών. Μερικά ψίχουλα παραχωρήθηκαν στα χαμηλότερα εισοδήματα. Ακόμα και η υπόσχεση του Ντράγκι να αναβάλει τις περικοπές φόρων στα μεγαλύτερα εισοδήματα για ένα χρόνο, προκειμένου να διαθέσει μερικές εκατοντάδες εκατομμύρια επιπλέον σε φοροαπαλλαγές στους εργαζόμενους, ανατράπηκε από την πλειοψηφία των πολιτικών κομμάτων που στηρίζουν την κυβέρνηση.

Ως αποτέλεσμα, οι συνδικαλιστικές ηγεσίες βρέθηκαν με την πλάτη στον τοίχο. Όχι μόνο δεν ικανοποιήθηκαν τα αιτήματά τους, αλλά τους αρνήθηκαν και οποιονδήποτε μεσολαβητικό ή συμβουλευτικό ρόλο. Η CISL, η οποία υπήρξε πάντοτε η συνομοσπονδία που ήταν πιο στενά προσκολλημένη στις διάφορες κυβερνήσεις, δεν αντιμετώπισε ιδιαίτερη «δυσκολία» στο να αποδεχτεί τα κυβερνητικά μέτρα. Από τη μεριά τους, οι ηγεσίες της CGIL και της UIL, υποχρεώθηκαν να απελευθερωθούν από τη λαβή της κυβέρνησης και, συνεπώς, προκήρυξαν γενική απεργία για τις 16 Δεκέμβρη.

Η κατάσταση που αντιμετώπιζαν οι μηχανισμοί αυτών των δύο συνομοσπονδιών είχε γίνει απολύτως κρίσιμη και όσον αφορά την αξιοπιστία τους απέναντι στα μέλη τους και την εργατική τάξη γενικότερα, αλλά και όσον αφορά την ικανότητά τους να διατηρήσουν έναν ελάχιστο χώρο για ελιγμούς απέναντι στην κυβέρνηση.

Πράγματι, είναι εμφανές ότι η απόφαση των Λαντίνι και Μπομπαρντιέρινα πάνε σε απεργία δεν είχε ως κίνητρο την επίγνωση της δύσκολης κατάστασης των εργαζόμενων τάξεων -που εκφράστηκε το φθινόπωρο με κινητοποιήσεις σε εργοστάσια για την υπεράσπιση θέσεων εργασίας- αλλά ένα άλλο γεγονός: ο ρόλος τους ως συμβουλευτικός μηχανισμός είχε τεθεί σε αμφισβήτηση από την κυβέρνηση Ντράγκι και τα κόμματα που την υποστηρίζουν. Η σχέση τους με τμήματα της κοινωνικής τους βάσης αποκτούσε όλο και μεγαλύτερες ρωγμές.

Στη διάρκεια αυτής της περιόδου, αυτοί οι μηχανισμοί σπατάλησαν μήνες ολόκληρους, όπου αντί να υποτάσσονται στον Ντράγκι, θα μπορούσαν να οικοδομήσουν τις πιο σαφείς και ισχυρές πρωτοβουλίες στους χώρους δουλειάς και να προωθήσουν έναν γενικευμένο αγώνα για να αποσπάσουν οικονομικά, κοινωνικά και θεμελιώδη δικαιώματα για τους εργαζόμενους.

Συνεπώς, η προκήρυξη της «γενικής απεργίας» ήρθε καθυστερημένα, χωρίς επαρκή προετοιμασία και χωρίς να δείχνουν οι ηγεσίες της CGILκαι της UIL ότι θέλουν στα σοβαρά να ακολουθήσουν ένα νέο δρόμο. Υπήρχεοκίνδυνοςαυτήη δράση, καθώς υλοποιήθηκε λειψά και χωρίς την αναγκαία αποφασιστικότητα, να προκαλέσει ακόμα μεγαλύτερη αποθάρρυνση σε τμήματα της εργατικής τάξης. 

Αλλά η επίγνωση όλων αυτών των κινδύνων δεν εμπόδισε τα πιο ριζοσπαστικά και συνειδητοποιημένα τμήματα των συνδικαλιστών αγωνιστών -όπως το αντιπολιτευτικό ρεύμα εντός της CGIL- να συμμετέχουν πλήρως στην οικοδόμηση της απεργίας, την οποία αντιλαμβάνονταν ως το αρχικό βήμα μιας ευρύτερης κοινωνικής κινητοποίησης. Οι πρωτοβουλίες των συνδικάτων βάσης [ΣτΜ: απόπειρες δικής τους «γενικής απεργίας»] υπήρξαν πολλές και σημαντικές, αλλά απολύτως ανεπαρκείς. Ήταν άλλωστε η συλλογικότητα των εργαζομένων της GKNστη Φλωρεντία [ΣτΜ: μια «από τα κάτω» πρωτοβουλία εργαζομένων που έδωσε έναν εμβληματικό αγώνα το προηγούμενο διάστημα] αυτή που όλους αυτούς τους μήνες τόνιζε την ανάγκη για μια γενική απεργία και την απαιτούσε.  

Η διεξαγωγή μιας γενικής απεργίας (αν και σημαντικοί κλάδοι όπως τα σχολεία, τα νοσοκομεία και τα ταχυδρομεία δεν θα συμμετείχαν) ήταν μια δύσκολη πρόκληση, όχι μόνο για τις δύο συνομοσπονδίες που την προκήρυξαν, αλλά πάνω από όλα για την εργατική τάξη συνολικά, καθώς μια απεργία συνδέεται άμεσα με τον πολιτικό συσχετισμό δύναμης ανάμεσα στις κοινωνικές τάξεις της χώρας.Διαδοχικά χρόνια πολιτικής και ιδεολογικής κοινωνικής επίθεσης, χωρίς αντίσταση από τις μεγάλες συνδικαλιστικές οργανώσεις, έχουν οδηγήσει σε σύγχυση και αποθάρρυνση, που έχουν αντίκτυπο στην πολιτική συνείδηση και την ενότητα της εργατικής τάξης, κάνοντας έτσι την υλοποίηση μιας γενικής απεργίας πιο δύσκολη από ποτέ.

Τασυνδικάταβάσηςεπέλεξαν να μη συμμετέχουν -με τα δικά τους αιτήματα- στην απεργία της 16ης Δεκέμβρη, σε αντίθεση με αυτό που τους είχαν ζητήσει να κάνουν οι εργάτες της GKN.

Τι βγήκε από την απεργία;

Το πρώτο θετικό στοιχείο είναι ότι εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικά τμήματα της εργατικής τάξης που είναι πρόθυμα να κινητοποιηθούν και να κατέβουν στους δρόμους. Οι 5 διαδηλώσεις ήταν μεγάλες, με πάνω από 30.000 διαδηλωτές στη Ρώμη, αντίστοιχους στο Μιλάνο, ενώ μικρότερες ήταν φυσιολογικά αυτές στο Μπάρι και στα δύο νησιά [Σαρδηνία και Σικελία]. Στο Μιλάνο και στη Ρώμη, υπήρξε ισχυρή εργατική συμμετοχή (ειδικά μεταλλεργάτες), όχι μόνο από εργοστάσια που αγωνίζονται να κρατήσουν τις θέσεις εργασίας, αλλά και από εκείνα που λειτουργούν πλήρως, ειδικά στη Λομβαρδία. Επιπλέον, αυτή η δυνατότητα για κινητοποίηση είχε ήδη εκφραστεί τους τελευταίους μήνες σε επιμέρους αγώνες όπως στα logistics(με ισχυρή παρουσία των μεταναστών), στους εργαζόμενους της Alitaliaκι έπειτα στην GKN στη Φλωρεντία.

Στις πλατείες, μπορούσε κανείς να αντιληφθεί την ικανοποίηση των εργατών που βγήκαν από την αποθαρρυντική ακινησία, που συμμετείχαν επιτέλους σε μια πλατιά κινητοποίηση, που συγκεντρώθηκαν έξω από τους χώρους δουλειάς τους, που πήραν τα λεωφορεία, που βάδισαν στη διαδήλωση συζητώντας ή και κάνοντας αστεία με συντρόφους, που μπόρεσαν να κοινωνικοποιήσουν την κατάστασή τους και τις σκέψεις τους, ενωμένοι με άλλα τμήματα εργαζομένων, που επανασυνδέθηκαν με τις ιστορικές παραδόσεις και τη μαχητικότητα που εκφράζονται σε αυτές τις διαδηλώσεις, που επιβεβαίωσαν την εναντίωσή τους στην κυβέρνηση και στα αφεντικά. Αξίζει να σημειώσουμε την παρουσία και συνταξιούχων, αλλά κυρίως των πολλών φοιτητών-μαθητών που σε κάποιες πόλεις (ειδικά στη Ρώμη), κατέλαβαν σχολεία και πανεπιστήμια, όπως και την παρουσία ευρύτερα της νεολαίας.

Αλλά όλα αυτά δεν ήταν δεδομένο ότι θα συμβούν. Και μόνο από την αντι-απεργιακή επίθεση των εργοδοτικών δυνάμεων που διεξάχθηκε με τη μέγιστη δύναμη πυρός. Πήρε τη μορφή μιας πολύ βίαιης και ενοποιημένης αντίδρασης από όλες τις συνιστώσες, οικονομικές (η εργοδοτική ένωση Κονφιντούστρια και οι εταίροι της) και πολιτικές (συμπεριλαμβανομένου του Δημοκρατικού Κόμματος), όπως και των μιντιακών τους εργαλείων που στοχοποίησαν τους πρωταγωνιστές της απεργίας και αποσιώπησαν πλήρως το γεγονός. Υπήρξε μια πλατιά ενότητα της αστικής τάξης ενάντια στην εργατική τάξη η οποία τόλμησε να μιλήσει για να εκφράσει τις δικές της συνθήκες εκμετάλλευσης και καταπίεσης. 

Και εδώ μπορούμε να εντοπίσουμε το δεύτερο σημαντικό στοιχείο: και μόνο η προκήρυξη της απεργίας προκάλεσε ρήγμα στο ιδεολογικό και πολιτικό αφήγημα περί των τάχα κοινών στόχων που έχει όλη χώρα, γύρω από την προσωπικότητα του αλάνθαστου Βοναπάρτη, του Μάριο Ντράγκι. Η απεργία έδωσε έμφαση στην εξαπάτηση και στην αδικία των κυβερνητικών πεπραγμένων, στην δραματική κατάσταση των εργαζομένων και στην επιθυμία τους να κάνουν γνωστά και να διεκδικήσουν τα δικά τους συμφέροντα και δικαιώματα. Προκάλεσε ρήγμα στο πλαίσιο της κεντρικής πολιτικής συζήτησης όπου επικρατεί μόνο η κουραστική και εικονική αντιπαράθεση μεταξύ των διαφορετικών αστικών πολιτικών παρατάξεων (όλες ενωμένες ενάντια στους εργάτες), και έβαλε ξανά στην ημερήσια διάταξη το πραγματικό περιεχόμενο της κοινωνικής σύγκρουσης.  

Από τη μεριά τους, οι ηγεσίες και οι μηχανισμοί της CGIL και της UIL κέρδισαν μια μικρή νίκη, την απόδειξη ότι παραμένουν ζωντανοί και «αναγκαίοι» για τη διατήρηση της λεγόμενης κοινωνικής ειρήνης. Ελπίζουν ότι αυτό θα ωθήσει την κυβέρνηση και τα αφεντικά να τους αναγνωρίσουν και πάλι τη θέση και το ρόλο τους και συνεπώς θα τους κάνει πιο πρόθυμους να κάνουν κάποιες παραχωρήσεις στους εργάτες. Αυτές οι ελπίδες μπορεί να διαψευστούν, καθώς η πρόθεση της αστικής τάξης είναι πολύ καθαρή. Θέλουν μια ολοκληρωτική νίκη. Μόνο πολύ σκληροί αγώνες μπορούν να τσακίσουν αυτό το σχέδιο.

Τα όρια και οι δυσκολίες της απεργίας

Όλα αυτά μας οδηγούν στην εξέταση των ελλείψεων και των δυσκολιών της απεργίας της 16ης Δεκέμβρη. Δεν ήταν μια απεργία ικανή να παραλύσει την χώρα, όπως θα όφειλε να κάνει μια γενική απεργία. Όχι μόνο επειδή κάποιες κατηγορίες εργαζομένων εξαιρέθηκαν (καθώς είχαν ήδη απεργήσει νωρίτερα, κάποιοι κλάδοι δεν είχαν δικαίωμα να ανανεώσουν την απεργιακή τους δράση, σύμφωνα με τους κανόνες που έχουν εγκαθιδρυθεί ανάμεσα στους «κοινωνικούς εταίρους» και τους θεσμούς), αλλά και επειδή η απουσία από την εργασία, η διακοπή της παραγωγικής δραστηριότητας, των μεταφορών και των υπηρεσιών, ήταν μερική και ανισομερής. Είχε ασφαλώς κάποιες «κορυφώσεις» σε μερικούς κλάδους, αλλά είχε επίσης πολύ χαμηλή συμμετοχή στα γραφεία και στο δημόσιο, όπως είχε συμβεί και στην απεργία στα σχολεία μερικές μέρες πριν (10 Δεκέμβρη).

Η CGIL και η UIL ανακοίνωσαν εξαιρετικά ψηλά ποσοστά απεργιακής συμμετοχής στους μεταλλεργάτες, στις μεταφορές, στην αγροβιομηχανία και στην οικοδομή. Ωστόσο κάποια από αυτά τα στατιστικά στοιχεία δείχνουν αμφισβητήσιμα ή μερικά. Θα χρειαστεί μια πολύ πιο ακριβής εξέταση προκειμένου να εντοπίσουμε τις δυνάμεις αλλά και τις αδυναμίες της απεργίας. Αυτήηκατάσταση ήταν σε μεγάλο βαθμό αναπόφευκτη: με δεδομένη τη γενικότερη κατάσταση των εργαζόμενων τάξεων, θα χρειαζόταν περισσότερος χρόνος προετοιμασίας και η κατάλληλη συμπεριφορά από τα συνδικάτα όλους τους προηγούμενους μήνες για να αυξηθούν οι προσδοκίες και οι συνειδήσεις. Θα χρειάζονταν τουλάχιστον μερικές εβδομάδες με συνελεύσεις και συζητήσεις σε χώρους δουλειάς όπως και μια πλατφόρμα με λιγότερο γενικόλογους στόχους, με τους οποίους θα ταυτίζονταν πιο άμεσα οι μισθωτοί. Θα χρειάζονταν επίσης συνδικαλιστικοί μηχανισμοί που έχουν την ικανότητα να είναι επαρκώς ενεργοί για την οικοδόμηση μιας δύσκολης απεργίας -οι σημερινοί είναι αδρανοποιημένοι στις συντηρητικές ρουτίνες τους. Για να κάνουμε λίγο πλάκα, μπορούμε να πούμε ότι κάποιοι συνδικαλιστές ηγέτες χρειάστηκε να δουν παλιά βίντεο από αγώνες του μακρινού παρελθόντος προκειμένου να εξοικειωθούν με το λεξιλόγιο που χρειάζεται να χρησιμοποιήσουν για να προκαλέσει πάθος και να αρμόζει σε μια κατάσταση μάχης.

Ο αγώνας πρέπει να συνεχιστεί

Σε κάθε περίπτωση, άνοιξε μια ρωγμή. Υπάρχει η δυνατότητα να την εκμεταλλευτούμε, εφόσον η 16η Δεκέμβρη γίνει αντιληπτή ως ένα σταθμός σε μια παρατεταμένη, δύσκολη και σκληρή κινητοποίηση, ικανή να διευρύνει την αποδοχή της και σταδιακά να πολώσει και ευρύτερες δυνάμεις.

Μιλώντας από το βήμα, ο Λαντίνι και ο Μπομπαρντιέρι είχαν επίγνωση ότι η αξιοπιστία των όσων έλεγαν συνδεόταν άμεσα με όσα θα έπρατταν τις επόμενες εβδομάδες (κανείς δεν ήλπιζε στα σοβαρά ότι η συγκεκριμένη απεργία θα μπορούσε να αλλάξει το περιεχόμενο του προϋπολογισμού που πήγαινε προς ψήφιση στη Βουλή). Οπότε, υποχρεώθηκαν να δηλώσουν ότι αυτή η μέρα ήταν μόνο η αρχή κι ότι έχουν πρόθεση να προετοιμάσουν ένα σχέδιο ανθεκτικής κινητοποίησης ώστε να διεκδικήσουν συγκεκριμένα σημεία της λίστας με τα αιτήματά τους.

Η συνέχεια του αγώνα είναι ασφαλώς εφικτή και πάνω από όλα είναι αναγκαία, εφόσον θέλουμε να έχουμε τη δύναμη -όπως επιδιώκουν τα ρεύματα του ταξικού συνδικαλισμού- να επιβάλουμε ένα πρόγραμμα πάλης με καθαρό και ισχυρό περιεχόμενο: Κατάργηση του νόμου για τις συντάξεις. Επιβολή ριζοσπαστικών αλλαγών στη νομοθεσία που θα τιμωρεί την επισφάλεια και τις μετεγκαστάσεις. Μείωση των ωρών εργασίας με ίδιο μισθό. Μια πραγματικά φορολογική μεταρρύθμιση που θα κάνει τα αφεντικά να πληρώσουν. Υπεράσπιση και ενίσχυση του «εισοδήματος του πολίτη». Απόρριψη της διαφοροποιημένης αυτονομίας που διαιρεί τη χώρα και τους εργαζόμενους. Επαρκή μέτρα για την αντιμετώπιση της υπερθέρμανση του πλανήτη και τη διάσωση του περιβάλλοντος. Και τέλος ένα συνεκτικό σχέδιο ανοικοδόμησης των σχολείων και της δημόσιας υγείας.

Είναι εφικτό να κάνουμε βήματα μπροστά, αν προσφέρουμε οργανωτικά εργαλεία συμμετοχής και πολιτική και συνδικαλιστική ηγεσία σε αυτά τα «πρωτοπόρα» τμήματα, τα οποία κατέβηκαν στους δρόμους με έναν κάπως συγχυσμένο τρόπο, αλλά που είναι απολύτως κρίσιμα για την οργάνωση και την καθοδήγηση εργατικών συνελεύσεων, όπως και για την ανοικοδόμηση ενός πλατιού και ενωτικού ιστού ενεργής συμμετοχής και θέλησης για αγώνα. Πολλά θα εξαρτηθούν ασφαλώς από το τι θα κάνει ή δεν θα κάνει η ηγεσία της CGIL(για την οποία δεν έχουμε ιδιαίτερες αυταπάτες). Όπως και από το τις μετατοπίσεις στο εσωτερικό της, από τους χώρους που θα μπορέσει να καταλάβει η αριστερή αντιπολίτευση, το βάρος που θα αποκτήσουν οι πιο μαχητικοί εκπρόσωποι και στελέχη που υποστηρίζουν μια συνεκτική ταξική άποψη. 

Τα συνδικάτα βάσης έχουν επίσης να παίξουν ρόλο. Χρειάζεται να προκαλέσουν ενωτική δράση, όχι μόνο μεταξύ τους, αλλά με όλους τους εργαζόμενους και ιδιαίτερα με εκείνους που βρήκαν ένα σημείο αναφοράς στην απεργία της 16ης Δεκέμβρη. Χωρίς να παραμελούν τα τμήματα της εργατικής τάξης που ελπίζουν με λιγότερες ή περισσότερες αυταπάτες ότι ο Λαντίνι θα δείξει την αναγκαία αποφασιστικότητα απέναντι στα αφεντικά μέχρι τέλους. Αντίθετα [ΣτΜ: με αυτή την αυταπάτη], ξέρουμε ότι η δραστηριότητα της CGIL είναι πολύ πιο τακτικίστικη και περιορισμένη από ό,τι θα όφειλε να είναι. Αλλά το «παράθυρο» που άνοιξε σημαίνει ότι πρέπει να γνωρίζουμε πώς να δρούμε σε αντιφατικές συνθήκες προκειμένου να προχωρήσουμε στην οικοδόμηση ενός ταξικού συνδικαλισμού.

Οι δυνάμεις της ριζοσπαστικής Αριστεράς που υποστήριξαν και συμμετείχαν ενεργά στην απεργία έχουν επίσης να παίξουν ένα κρίσιμο ρόλο. Συμβάλλοντας με όλες τις δυνάμεις τους σε μια διαδικασία θεμελίωσης και ανάπτυξης της αντίστασης των εργαζόμενων τάξεων ενάντια στην κυβέρνηση και τα αφεντικά.

Ετικέτες