Αντιπολεμική-αντιιμπεριαλιστική-διεθνιστική πολιτική απέναντι στο ΟΧΙ του εθνικισμού, της Δεξιάς και της ακροδεξιάς

Την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, φαίνεται ότι ο Τσίπρας και ο Ζάεφ καταλήγουν στη συμφωνία που θα διευκολύνει τη διεύρυνση του ΝΑΤΟ και της ΕΕ στα Δυτ. Βαλκάνια.

Είναι σαφές ότι οι δύο πλευρές «τρέχουν» για να προλάβουν πριν τη Σύνοδο της ΕΕ στη Σόφια (28 Ιούνη) και τη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ μέσα στον Ιούλιο. Οι ημερομηνίες είναι μια ακόμα απόδειξη ότι οι δυτικές Μεγάλες Δυνάμεις υπαγορεύουν τους όρους της συμφωνίας.

Ασφαλώς δεν το κάνουν «αμερόληπτα»: Οι ιμπεριαλιστές έχουν επίγνωση των τοπικών συσχετισμών και ιεραρχούν τις συμμαχίες τους. Τόσο το ΝΑΤΟ όσο και η ΕΕ έκαναν, με όλους τους τρόπους, σαφές στον Ζάεφ ότι η «λύση» περνάει μέσα από την ικανοποίηση των όρων της Αθήνας, αναγνωρίζοντας στην ελληνική πλευρά ρόλο «τοπάρχη», ρόλο συντονιστή της νατοποίησης στα Βαλκάνια.

Με την έννοια αυτή, η συμφωνία αποτελεί διπλωματική και πολιτική νίκη του ελληνικού καπιταλισμού. Το «όνομα» (πιθανότατα το Severna Makedonia – Βόρεια Μακεδονία) είναι «σύνθετη ονομασία, με γεωγραφικό προσδιορισμό» όπως προέβλεπε η «εθνική γραμμή» εδώ και δεκαετίες. Η συμφωνία θα επικυρωθεί από τις Μεγάλες Δυνάμεις, θα αρχίσουν τα βήματα υλοποίησής της (με την πρόσκληση της Δημοκρατίας της Μακεδονίας στη Σύνοδο της ΕΕ, αλλά όχι με την αναίρεση του ελληνικού «βέτο» στην είσοδό της στο ΝΑΤΟ…), αλλά θα επικυρωθεί από την ελληνική πλευρά εάν και όταν τελειώσει και τυπικά η αποδοχή της από τη μακεδονική πλευρά (μετά το δημοψήφισμα). Το «όνομα» θα ισχύει «έναντι όλων» και αυτό το erga omnes θα αφορά και τα εσωτερικά έγγραφα του γειτονικού κράτους. Η γλώσσα θα περιγράφεται ως makedonski, όπως άλλωστε έχει γίνει δεκτή στον ΟΗΕ από το 1977, χωρίς σοβαρές αντιρρήσεις της Αθήνας. Η εκκλησία θα μετονομαστεί σε «της Αχρίδας», για να καλυφθούν οι αντιρρήσεις της εδώ ιεραρχίας.

Η περιγραφή αυτή αναδεικνύει με σαφήνεια τον κερδισμένο και τον χαμένο. Είναι αποτέλεσμα της στενότερης σύνδεσης της ελληνικής πλευράς με τις ΗΠΑ και την ΕΕ, στη βάση του ρήγματος στην εμπιστοσύνη των Δυτικών απέναντι στην Τουρκία του Ερντογάν. Είναι επίσης αποτέλεσμα εσωτερικών μετατοπίσεων στη Δημοκρατία της Μακεδονίας: ο σλαβομακεδονικός εθνικισμός –όπως εκφράστηκε με την πολιτική «αρχαιοποίησης» του Γκρουέφσκι– έφτασε σε αδιέξοδο, συναντώντας την εξέγερση της φτωχής αλβανικής «συνιστώσας» του πληθυσμού. Η επιμονή σε νεότερες εκδοχές του «μακεδονισμού» (στην ιστορία του 19ου –20ού αιώνα) επανέφερε έναν παλιότερο αντίπαλο των ιδρυτών της Δημοκρατίας της Μακεδονίας: τον βουλγαρικό εθνικισμό. Αυτοί είναι πρακτικοί λόγοι που, μαζί με τις σχέσεις του Ζάεφ με τις ΗΠΑ και την ΕΕ, σπρώχνουν μεγάλο τμήμα του πολιτικού προσωπικού στην όπως-όπως συμφωνία με την Αθήνα. Αυτή η αγωνιώδης αναζήτηση δρόμου που θα ενισχύει τις προοπτικές ενότητας και βιωσιμότητας της χώρας τους, μετατρέπει σε αστείους τους ισχυρισμούς περί «αλυτρωτισμού» της Δημοκρατίας της Μακεδονίας.

Όμως αυτά δεν απαλλάσσουν καθόλου την ηγετική ομάδα Τσίπρα από τις κορυφαίες πολιτικές ευθύνες που αναλαμβάνει. Ανέβηκαν στην κυβερνητική εξουσία ως εκπρόσωποι, τάχα, της Αριστεράς και προσπαθούν να παραμείνουν σε αυτήν ως η πιο φιλοαμερικανική κυβέρνηση στη μετά τη Μεταπολίτευση περίοδο. Είναι γελοίος ο ισχυρισμός ότι η επέκταση του ΝΑΤΟ και της ΕΕ στα Δυτ. Βαλκάνια θα έχει οτιδήποτε κοινό με την αναγκαία πολιτική ειρήνης-φιλίας και συνεργασίας στην περιοχή. Αντίθετα, θα επιφέρει μια ραγδαία στρατιωτικοποίηση (η Δημοκρατία της Μακεδονίας προορίζεται να γίνει μια γιγαντιαία βάση στην «καρδιά» των Βαλκανίων), θα εμπλέξει τις τοπικές εκρηκτικές αντιθέσεις με τις ευρύτερες διεθνείς (π.χ. μεταξύ ΗΠΑ-Ρωσίας), θα αναθερμάνει παλιότερα εθνικιστικά σχέδια και, τελικά, θα φέρει ακόμα πιο κοντά τους πολεμικούς εφιάλτες.

Υποχρέωση της Αριστεράς είναι να πει ένα αντιπολεμικό-αντιιμπεριαλιστικό-διεθνιστικό ΟΧΙ σε αυτή την κατάπτυστη συμφωνία. Άλλωστε, η στάση της υπαρκτής Αριστεράς στη γειτονική χώρα μας δείχνει το δρόμο. Ο συνασπισμός Levica (Αριστερά), έχοντας ένα σημαντικό ιστορικό σύγκρουσης με τον εθνικισμό στη δική του χώρα, απαντά: «Στο ΝΑΤΟ; Όχι, ακόμα και με το συνταγματικό όνομά μας!».

Όμως αυτό το ΟΧΙ που οφείλουμε να αντιτάξουμε στους Τσίπρα, Κοτζιά, Νίμιτς και σία πρέπει απαραίτητα να διαχωριστεί απολύτως, χωρίς κανένα περιθώριο σύγχυσης, με το εθνικιστικό ΟΧΙ της Δεξιάς και της ακροδεξιάς. Οι οπαδοί της θεωρίας «η μη λύση είναι η καλύτερη λύση», παίζουν με τη φωτιά. Ο κίνδυνος μιας διαλυτικής κρίσης στη γειτονική χώρα είναι υπαρκτός και αυτό το ενδεχόμενο σημαίνει ανακατανομές στα Βαλκάνια, κρίσεις που σχεδόν ποτέ δεν λύνονται ειρηνικά.

Ο αποκλεισμός αυτής της πολεμικής προοπτικής απαντιέται μόνο με αυθεντική πολιτική ειρήνης-συνεργασίας και φιλίας μεταξύ των λαών. Και αυτή, με τη σειρά της, δεν μπορεί να «διαμεσολαβείται» μέσω του ΝΑΤΟ και της ΕΕ.

Το αριστερό, αντιιμπεριαλιστικό διεθνιστικό ΟΧΙ πρέπει να είναι σε ασυμβίβαστη εχθρότητα με τις ιδέες και τα πρόσωπα που πρωτοστατούν στα εθνικιστικά «συλλαλητήρια». Οι αναφορές σε έναν κάποιου τύπου «αλυτρωτισμό» των γειτόνων μας είναι επικίνδυνες, γιατί ανοίγουν δρόμο για την ακροδεξιά επιθετικότητα. Οι ομάδες και τα πρόσωπα που συμμετέχουν στην οργάνωση των συλλαλητηρίων πρέπει να αντιμετωπιστούν ως αντίπαλοι, πρέπει να αντιμετωπίσουν «υγειονομική ζώνη». Άλλωστε, οι πρωτομάστορες του εθνικιστικού ΟΧΙ στη Βόρεια Ελλάδα είναι (ταυτόχρονα!) οι θερμότεροι υποστηρικτές των ιδιωτικοποιήσεων, των μνημονιακών αντιμεταρρυθμίσεων, της διάλυσης όλων των εργατικών και λαϊκών κατακτήσεων.

*Το άρθρο είναι προδημοσίευση από την Εργατική Αριστερά που κυκλοφορεί στις 13 Ιούνη, γραμμένο αρκετά πριν το διάγγελμα Τσίπρα. Οι όροι που ανακοινώθηκαν σε αυτό επιβεβαιώνουν ακόμα περισσότερο την "μεροληψία των ΝΑΤΟ-ΕΕ" ως προς την "ικανοποίηση των όρων της Αθήνας" και τη "διπλωματική και πολιτική νίκη του ελληνικού καπιταλισμού". 

Ετικέτες