Ο Τραµπ ξεκίνησε την επίθεσή του στο µέτωπο του εµπορίου το Γενάρη του 2018, ανακοινώνοντας δασµούς σε εισαγώµενους ηλιακούς συλλέκτες και πλυντήρια. Αν και οι επιχειρηµατικοί σχολιαστές και οι χρηµαταγορές αντέδρασαν αρνητικά, οι πρώτοι στόχοι ήταν µικροί και η δράση έδειχνε περιορισµένη. Οι ανησυχίες αυξήθηκαν όµως στις 9 Μάρτη, όταν ο Τραµπ ανακοίνωσε δασµούς στις εισαγωγές χάλυβα και αλουµινίου.

Αυτά ήταν µόνο η προθέρµανση. Στις 2 Απρίλη, η κινέζικη κυβέρνηση απάντησε µε στοχευµένους δασµούς σε αµερικανικές εξαγωγές προς την Κίνα, αξίας 3 δισ. δολαρίων.

Για να µην µείνει πίσω, η κυβέρνηση Τραµπ τότε ανακοίνωσε ότι εξετάζει την επιβολή δασµών αξίας 50 δισ. δολαρίων σε 1.300 προϊόντα, ως απάντηση στην υποτιθέµενη κλοπή αµερικανικής πνευµατικής ιδιοκτησίας από την Κίνα. Η Κίνα αντέδρασε την επόµενη µέρα, απειλώντας µε δασµούς 25% σε µια σειρά αµερικανικά προϊόντα. Ο Τραµπ ανέβασε εκ νέου τον πήχη, καλώντας τους αξιωµατούχους να βρουν άλλα 100 δισ. δολάρια σε επιπλέον δασµούς.

Οι επιχειρηµατικές και µιντιακές ελίτ αντιµετωπίζουν τώρα έναν από τους χειρότερους φόβους τους για την προεδρία Τραµπ: ότι ο οικονοµικός εθνικισµός του θα πυροδοτήσει έναν κύκλο προκλήσεων και απαντήσεων, που θα οδηγήσει την παγκόσµια οικονοµία σε εµπορικό πόλεµο.

Δεν είναι σαφές πού θα οδηγήσει αυτή η ανταλλαγή χτυπηµάτων µεταξύ ΗΠΑ και Κίνας. Ο νέος οικονοµικός σύµβουλος του Λευκού Οίκου, Λάρι Κάντλοου, και ο υπουργός Οικονοµικών Στίβεν Μνούτσιν προσπάθησαν να καθησυχάσουν τους δηµοσιογράφους ότι οι δασµοί, που ανακοινώθηκαν, ήταν απλώς η πρώτη κίνηση σε µια διαπραγµάτευση που έχει ως στόχο να πετύχει καλύτερους όρους για τις ΗΠΑ στη Συµφωνία Ελευθέρου Εµπορίου NAFTA µε το Μεξικό και τον Καναδά και στο διµερές εµπόριο µε την Κίνα.

Ο Τραµπ και τα «γεράκια του εµπορίου» µπορεί να χαίρονται που επιτέλους ετοιµάζονται δασµοί, αλλά αυτό σίγουρα δεν ισχύει για τους εκπροσώπους οικονοµικών τοµέων, που θα αποτελέσουν στόχο της κινέζικης απάντησης.

Όλα αυτά ίσως αποτελέσουν την εναρκτήρια πράξη µιας µακράς διαπραγµάτευσης και µπορεί να αποδειχτούν περισσότερο γαύγισµα παρά δάγκωµα. Ακόµα κι αν δεν αποσυρθούν οι δασµοί, δεν θα µπουν σε εφαρµογή για τους επόµενους 6 µήνες τουλάχιστον, αφού τοποθετηθούν υπέρ ή κατά στο Κογκρέσο και σε διάφορες επιτροπές οι εκπρόσωποι των εµπλεκόµενων συµφερόντων.

Αλλά θα ήταν λάθος να θεωρήσουµε όσα γίνονται µια ακόµα περίπτωση «θορύβου» από τον Λευκό Οίκο.

Καταρχήν, αν και ο Τραµπ είναι παθολογικός ψεύτης και πολιτικός χαµαιλέων, οι απόψεις του για την εµπορική πολιτική των ΗΠΑ υπήρξαν συνεπείς υπέρ του προστατευτισµού από τη δεκαετία του ’80.

Είναι τµήµα εκείνης της πτέρυγας της άρχουσας τάξης, µειοψηφικής για πολλές δεκαετίες, που υποστηρίζει την επιθετική χρήση εµπορικών µέτρων προς όφελος της «Αµερικανικής οικονοµίας» –για την οποία ο Τραµπ και οι πλούσιοι φίλοι του εννοούν τις αµερικανικές επιχειρήσεις.

Δεύτερον, στις δύο πιο σηµαντικές κυβερνητικές θέσεις, όσον αφορά την εµπορική πολιτική των ΗΠΑ, βρίσκονται διάσηµα «γεράκια» του εµπορίου, που έχουν εµµονή ειδικά µε την Κίνα.

Αυτές οι πολιτικές αποτελούν «τροφή» για τους οπαδούς της ατζέντας του Τραµπ «Πρώτα η Αµερική». Αλλά έχει αντίκτυπο και πέρα από τη δεξιά βάση του Τραµπ.

Όταν ανακοινώθηκαν οι δασµοί σε χάλυβα και αλουµίνιο, οι ηγέτες της εργατικής συνοµοσπονδίας AFL-CIO και οι Ενωµένοι Χαλυβεργάτες έσπευσαν να υπερασπιστούν την πιο αντεργατική κυβέρνηση από τη δεκαετία του ’20.

Πολλοί Δηµοκρατικοί είτε συνεχάρησαν τον Τραµπ, είτε του έκαναν κριτική ότι δεν ήταν αρκετά τολµηρός.

Ο Μπέρνι Σάντερς σηµείωσε: «Νοµίζω ότι η βασική µας ανησυχία πρέπει να είναι η Κίνα».

Η κυβέρνηση Τραµπ ανακοίνωσε στη συνέχεια ότι θα εξαιρούσε τους συµµάχους των ΗΠΑ, ικανοποιώντας στην ουσία το αίτηµα κάποιων Δηµοκρατικών και του Σάντερς.

Οι «φιλελεύθεροι» (ΣτΜ: στις ΗΠΑ ο όρος περιγράφει τον «προοδευτικό» χώρο στις παρυφές των Δηµοκρατικών) και τα συνδικάτα χειροκροτούν τον Τραµπ, γιατί από καιρό εναντιώνονταν στις συµφωνίες ελευθέρου εµπορίου και υποστήριζαν τους δασµούς στις εισαγωγές ως τρόπο «να προστατευτούν αµερικανικές θέσεις εργασίας».

Ξεκινούν από την αυτονόητη παρατήρηση ότι το βιοτικό επίπεδο της εργατικής τάξης και η συνδικαλιστική οργάνωση έχουν υποχωρήσει τα τελευταία 25 χρόνια, την ίδια περίοδο που το «ελεύθερο εµπόριο» και µηχανισµοί όπως η NAFTA και ο Παγκόσµιος Οργανισµός Εµπορίου έχουν γίνει αδιαµφισβήτητη ορθοδοξία.

Ωστόσο, αποτελεί µεγάλη συζήτηση το κατά πόσο η κατάρρευση της οργάνωσης και του βιοτικού επιπέδου της εργατικής τάξης µπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά στην αµερικανική εµπορική πολιτική.

Οι θέσεις εργασίας στον παραδοσιακό βιοµηχανικό τοµέα ήταν σε µακροπρόθεσµη πτώση στην αµερικανική οικονοµία για δεκαετίες πριν µπει σε εφαρµογή η NAFTA το 1993 και πριν µπει η Κίνα στον ΠΟΕ το 2001.

Ο µελετητής του εργατικού κινήµατος και σοσιαλιστής Κιµ Μούντι, στο νέο του βιβλίο «On New Terrain: How Capital Is Reshaping the Battleground of Class» War (Σε Νέο Έδαφος: Πώς το Κεφάλαιο Αναδιαµορφώνει το Πεδίο Μάχης της Ταξικής Πάλης) καταλήγει, µετά από µια προσεκτική ανάλυση των οικονοµικών στοιχείων:

«Το πρόβληµα µε τις εξηγήσεις που εστιάζουν στο εµπόριο ή εκείνες που έχουν ως κέντρο τις παγκόσµιες αλλαγές στη βιοµηχανία γενικώς, είναι ότι η βιοµηχανική παραγωγή στις ΗΠΑ δεν έχει υποχωρήσει καθόλου, ούτε έχει επιβραδυνθεί ιδιαίτερα από τις αρχές της δεκαετίας του ’80. Αντίθετα, έχει αυξηθεί σε επίπεδα που προσεγγίζουν εκείνα της µεταπολεµικής κεϊνσιανής εποχής».

Ο Μούντι δεν ισχυρίζεται ότι το εµπόριο δεν έχει αντίκτυπο στις θέσεις εργασίας στις ΗΠΑ, αλλά ότι αυτός ο αντίκτυπος είναι δευτερεύων µπροστά σε πολύ πιο σηµαντικούς παράγοντες, που αφορούν την ταξική πάλη µεταξύ εργατών και αφεντικών στις ΗΠΑ.

Αλλά για ανθρώπους όπως ο Τραµπ, που βρίσκονται στο απέναντι ταξικό στρατόπεδο, είναι χρήσιµο κι εύκολο να κατηγορούν την Κίνα ή το Μεξικό. Δυστυχώς, συνδικαλιστές ηγέτες που ήταν αναποτελεσµατικοί στην πάλη ενάντια στις επιθέσεις των εργοδοτών, κάνουν το ίδιο.

Η απόρριψη αυτής της συµβατικής κριτικής του «ελεύθερου εµπορίου» δεν σηµαίνει και αποδοχή του δόγµατος του «ελεύθερου εµπορίου» που επικράτησε στην εποχή του νεοφιλελευθερισµού.

Στην πραγµατικότητα, το «ανόθευτο» µοντέλο ελεύθερου εµπορίου –που θεωρεί ότι όλες οι χώρες θα πετύχουν καλύτερα αποτελέσµατα αν εισάγουν κι εξάγουν ελεύθερα– υπάρχει µόνο σε οικονοµικά εγχειρίδια.

Πάνω από 170 χρόνια πριν, ο Καρλ Μαρξ και ο Φρίντριχ Ένγκελς έγραψαν στο Κοµουνιστικό Μανιφέστο ότι η καπιταλιστική τάξη «τράβηξε κάτω από τα πόδια της βιοµηχανίας το εθνικό έδαφος στο οποίο στεκόταν», χρησιµοποιώντας «πρώτες ύλες από τις πιο απόµακρες περιοχές. Βιοµηχανίες των οποίων τα προϊόντα καταναλώνονται όχι µόνο στο εσωτερικό, αλλά σε κάθε γωνιά του πλανήτη».

Από εκείνη την εποχή, το ελεύθερο εµπόριο είναι το πρόγραµµα και το σύνθηµα της κυρίαρχης καπιταλιστικής δύναµης κάθε εποχής. Η πιο ισχυρή και οικονοµικά παραγωγική χώρα πάντοτε έχει συµφέρον να αποµακρύνει εµπόδια στη δική της ικανότητα να εµπορεύεται µε πιο αδύναµα και λιγότερο παραγωγικά κεφάλαια.

Αυτό ίσχυε, όταν η Βρετανία ήταν η ηγέτιδα δύναµη και η ισχυρότερη εκπρόσωπος του ελεύθερου εµπορίου τον 19ο αιώνα. Το ίδιο ίσχυσε και όταν οι ΗΠΑ αναδύθηκαν ως κυρίαρχη παγκόσµια δύναµη µετά τον Β΄ Παγκόσµιο Πόλεµο.

Αν το «ελεύθερο εµπόριο» είναι παραδοσιακά η πολιτική της παγκόσµιας ηγεµονικής δύναµης, είναι λογικό να υποχωρεί η υποστήριξη στο ελεύθερο εµπόριο, όταν αυτή η ηγετική δύναµη αντιµετωπίζει πιο ισχυρό ανταγωνισµό από έναν οικονοµικό αντίπαλο.

Επιπλέον, διάφοροι συµµετέχοντες σε ένα σύστηµα «ελεύθερου εµπορίου» θα έχουν µικρότερο κίνητρο να συνεχίσουν να συµµετέχουν, αν αυτό δεν αποδίδει κέρδη και ανάπτυξη. Αυτό συνέβη σίγουρα στην παγκόσµια οικονοµία µετά τη Μεγάλη Ύφεση του 2007-2008.

Μια άλλη πτυχή που δεν πρέπει να υποτιµηθεί: Όταν ο Τραµπ ανακοίνωσε τους δασµούς σε χάλυβα και αλουµίνιο, επικαλέστηκε ένα τµήµα της εµπορικής νοµοθεσίας του 1962, που χρησιµοποιείται σπάνια, το οποίο του επιτρέπει να δράσει προς όφελος της «εθνικής ασφάλειας» των ΗΠΑ. Η πραγµατική σηµασία αυτής της επίκλησης είναι η συγχώνευση των οικονοµικών και των στρατιωτικών επιλογών.

Είναι γνωστό ότι οι ΗΠΑ δεν βλέπουν την Κίνα µόνο ως τον µεγαλύτερο οικονοµικό ανταγωνιστή, αλλά και ως τον βασικό στρατιωτικό ανταγωνιστή στην Ασία και στον κόσµο. Με αυτή την έννοια, ο Τραµπ δεν διαφέρει ουσιωδώς από τον προκάτοχό του, Μπαράκ Οµπάµα, του οποίου η πολιτική για «πίβοτ στην Ασία» στόχευε κυρίως στην περικύκλωση της Κίνας.

Για µια σειρά λόγους –κυρίως την αδυναµία των ΗΠΑ να απεµπλακούν πλήρως από τους «βάλτους» της Μέσης Ανατολής και του Αφγανιστάν– ο Οµπάµα δεν µπόρεσε ποτέ να υλοποιήσει το «πίβοτ» που επεδίωκε. Αλλά αυτό αποτελεί το ρητό στόχο των γερακιών της κυβέρνησης Τραµπ, όπως περιγράφεται από το κείµενο Εθνικής Στρατηγικής Ασφαλείας που κυκλοφόρησε στο τέλος του 2017.

Ο Τραµπ έχει ένα επιχείρηµα που πείθει τουλάχιστον ένα τµήµα του στρατιωτικού κατεστηµένου: Οι ΗΠΑ δεν µπορούν να είναι η κυρίαρχη στρατιωτική δύναµη αν συνεχίσουν να εξάγουν τη βιοµηχανία και την τεχνολογία τους σε άλλες χώρες. Αν οι δύο µεγαλύτερες οικονοµίες του πλανήτη συνεχίσουν στο δρόµο προς τη σύγκρουση, ο «εύκολος» εµπορικός πόλεµος του Τραµπ µπορεί να κλιµακωθεί σε κάτι πολύ πιο επικίνδυνο...

*Ο Lance Selfa είναι στέλεχος της ISO στις ΗΠΑ. Αυτή είναι µια περιληπτική εκδοχή του άρθρου, όπως δημοσιεύτηκε στην Εργατική Αριστερά. Ολόκληρο το άρθρο στα αγγλικά μπορείτε να το βρείτε εδώ

Ετικέτες