Συριζα και πασοκ έστρωσαν το δρόμο για τη νίκη Μητσοτάκη

Ψηφίζουμε Αριστερά

για δυνατή αντιπολίτευση

στη Βουλή και στους δρόμους

Παλεύουμε για μαζική, ενωτική, ριζοσπαστική Αριστερά, στήριγμα των αγώνων

Με την φόρα που της δίνει το αποτέλεσμα του πρώτου γύρου, η Νέα Δημοκρατία επιδιώκει μια όσο το δυνατόν πιο ευρεία αυτοδυναμία, αλλά και να χτίσει την αυτοπεποίθηση του κοινωνικού στρατοπέδου που εκπροσωπεί.  

Υπερφίαλα στελέχη της απαντούν σε κάθε κριτική (πχ για τις θανατηφόρες συνέπειες της διάλυσης του ΕΣΥ) ότι «αυτά κρίθηκαν με το 41%». Το επιτελείο Μητσοτάκη συνεχίζει να δημαγωγεί ψηφοθηρικά προς το κάτω κομμάτι της κοινωνίας (αυξήσεις μισθών), παρότι στις Βρυξέλλες πλέον «βαράνε καμπάνες» που προαναγγέλουν δημόσια τη λιτότητα. Αλλά -κυρίως- η Νέα Δημοκρατία και τα στηρίγματά της (ΜΜΕ) συνεχίζουν να απευθύνονται στους επιχειρηματίες και τους εύπορους, κατακεραυνώνοντας το «κρατικό μονοπώλιο στην εκπαίδευση» και αντιμετωπίζοντας με έξαλλη οχλαγωγία και «ιερή οργή» ακόμα και τα ψελλίσματα του ΠΑΣΟΚ και του ΣΥΡΙΖΑ για έναν κάποιο φόρο σε κάποια υπερ-κέρδη κάποιων επιχειρήσεων. Μετά το έγκλημα στην Πύλο, τόσο το κόμμα της ΝΔ, όσο και τα ΜΜΕ, καταστρατηγούν κάθε λογική όταν δηλώνουν θλίψη για τους «κατατρεγμένους», αλλά δεν κάνουν ούτε καν ρητορικό βήμα πίσω από τη «φύλαξη των συνόρων». Με βολικό άλλοθι τη στοχοποίηση των «διακινητών», σαν να φταίνε αυτοί για όλα -για το ότι υπάρχει μετανάστευση και προσφυγιά, για το ότι η μόνη διαθέσιμη δίοδος που της αφήνουν τα κράτη-μέλη της ΕΕ είναι η «παράνομη», πανάκριβη κι ακραία επικίνδυνη. Είναι μια σκληρή προειδοποίηση: Ούτε μπροστά σε εκατόμβες νεκρών δεν πρόκειται να αλλάξει η ρατσιστική πολιτική και η προώθηση του αντιδραστικού αφηγήματος που την υποστηρίζει.  

Όσοι και όσες ασφυκτιούμε από όλα αυτά, όσοι κι όσες δεν ανήκουμε σε αυτούς που «κέρδισαν» από τα πεπραγμένα της πρώτης τετραετίας Μητσοτάκη, όλοι κι όλες εμείς που το «οικονομικό θαύμα» της «Ελλάδας 2.0» περνάει από πάνω μας σαν οδοστρωτήρας, πρέπει να τους κόψουμε την φορά.  

Αυτό δεν μπορεί να το κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ. Που μετά από 4 χρόνια θλιβερής «αντιπολίτευσης», έκανε μια ακόμα πιο θλιβερή προεκλογική καμπάνια  και μετά την εκλογική του συντριβή στρίβει ακόμα δεξιότερα. Πρώτα φορτώνει τις ευθύνες για το κακό εκλογικό αποτέλεσμα σε… όλους τους άλλους και μετά εκβιάζει την ψήφο όσων -σωστά- αντιλαμβάνονται ότι δεν τους εκπροσωπεί αυτό το μεταλλαγμένο κόμμα, ταυτίζοντας τις επιλογές τους με… ενίσχυση της ΝΔ. Αυτά, από το κόμμα που ενίσχυσε τις προοπτικές της ΝΔ περισσότερο από κάθε άλλο, συναινώντας σε κρίσιμες πολιτικές και παθαίνοντας αφωνία όποτε τίθεται ζήτημα αμφισβήτησης κεντρικών κατευθύνσεων της άρχουσας τάξης. Καμιά απολύτως εμπιστοσύνη δεν μπορεί να υπάρξει σε μια τέτοια ηγεσία, ότι η ενίσχυσή της θα μπορούσε να λειτουργήσει ως «ανάχωμα» στη Δεξιά. Και προφανώς το ίδιο ισχύει και για το ΠΑΣΟΚ, που διαγκωνίζεται με τον ΣΥΡΙΖΑ για την «κεντροαριστερά», με το βλέμμα στους μεταξύ τους συσχετισμούς, φιλοδοξώντας μια «παλινόρθωση» της πολιτικής δύναμης που από τη δεκαετία του ’90 και μετά υπήρξε «πρωτοπόρα» στην επιβολή των νεοφιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων και τη σύγκλιση (φτάνοντας και στη συγκυβέρνηση) με τη Δεξιά.  

Για να σταλεί ένα ηχηρό μήνυμα στη ΝΔ ότι θα έχει απέναντί της αντίπαλο, που θα επιχειρήσει «να της κόψει τη φόρα», χρειάζεται να ενισχυθούν αυτές οι πολιτικές δυνάμεις που ανέλαβαν λιγότερο ή περισσότερο αυτή την ευθύνη -της στήριξης των αγώνων, της μετωπικής αντιπαράθεσης με την κυβερνητική πολιτική- και την προηγούμενη 4ετία. Γιατί αυτές είναι οι δυνάμεις που θα συνεχίσουν να το κάνουν και την επόμενη μέρα.  

Θα έχει σημασία να μην «πιεστεί» από τη δεύτερη κάλπη η δύναμη που συγκέντρωσε το ΚΚΕ, ένα κόμμα με σταθερή αναφορά στους εργατικούς αγώνες και ενεργό ρόλο και οργανωμένη δύναμη στα σωματεία, του οποίου η παρουσία αποτελεί σημαντικό παράγοντα στις δυνατότητες αντιστάσεων/κινητοποιήσεων, αντίλογου στον κυρίαρχο λόγο. Η σχετική ενίσχυσή του υπήρξε το μόνο θετικό νέο στο συνολικά κακό αποτέλεσμα της 21ης Μάη και αυτή η εικόνα δεν πρέπει να «ψαλιδιστεί».  

Θα είναι κρίσιμο να μην επιτρέψουμε να πετύχει η (από τα πάνω) επιχείρηση «εξαφάνισης» του «ΜΕΡΑ25 – Συμμαχία για τη Ρήξη», που συμβολίζει -στο κοινοβουλευτικό πεδίο- την επίμονη ύπαρξη και μιας «άλλης Αριστεράς», ανοιχτής στα κοινωνικά κινήματα, στην εξέλιξη της ίδιας, στη συμπόρευση με άλλες δυνάμεις. Το αποτέλεσμα του «ΜΕΡΑ-25 – Συμμαχία για την Ανατροπή» στις πρώτες κάλπες υπήρξε από τα βασικά στοιχεία που έκαναν «μαύρη» την εικόνα της κάλπης. Αυτή η ζοφερή εικόνα, μιας Βουλής χωρίς αυτές τις «φωνές», πρέπει να αντιστραφεί.    

Θα είναι καλοδεχούμενη εξέλιξη μια ενίσχυση των ψηφοδελτίων της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και της υπόλοιπης αντικαπιταλιστικής Αριστεράς, γνωρίζοντας ότι η εκλογική καταγραφή αυτών των δυνάμεων είναι πάντα δυσανάλογη του ρόλου τους στην οργάνωση των κοινωνικών αντιστάσεων στις οποίες συναντιόμαστε συχνά.    

Σε κάθε περίπτωση, δεν είναι ώρα για διαγκωνισμό μεταξύ αυτών των δυνάμεων για το ποια είναι η «μοναδική», η «πιο αναγκαία» ή η «συνεπέστερη». Σε ό,τι μας αφορά, ο κάθε ένας από αυτούς τους σχηματισμούς έχει διαφορετικές αρετές και διαφορετικές αδυναμίες.  

Ο καθένας και η καθεμιά μπορεί να ζυγίσει τις επιλογές του, τις πολιτικές συμπάθειες του, τα επίδικα που ιεραρχεί υψηλότερα σε αυτήν τη δεύτερη κάλπη. Το ζητούμενο δεν είναι να «αποσπάσει» ο ένας από τον άλλο επιρροή, αλλά να μεγιστοποιηθεί το «άθροισμα» αυτού του χώρου, που δηλώνει έτοιμος να αντιπαρατεθεί με τις πολιτικές της ΝΔ, που δεν υποκύπτει σε εκβιασμούς «χαμένης ψήφου», που δεν θέλει να επιτρέψει στην (αθροισμένη) ακροδεξιά να αναδειχθεί ως σημαντικότερος πόλος από την Αριστερά.    

Στην προετοιμασία μας για τον νέο πολιτικό-κοινωνικό κύκλο που ανοίγει, θα χρειαστεί να ανατρέξουμε στις καλύτερες στιγμές του απολογισμού της 4ετίας που έκλεισε. Όπου οι κοινωνικές αντιστάσεις αναθερμάνθηκαν με μαζικότητα και ορατότητα που είχε εκλείψει για χρόνια (Εφετείο, Νέα Σμύρνη, Τέμπη, νίκες σε E-Food και Cosco, φεμινιστικές κινητοποιήσεις, αντιρατσιστικές διαδηλώσεις κ.ά.). Αυτή την αγωνιστική κοινωνική διαθεσιμότητα θα την χρειαστούμε απέναντι σε μια κυβέρνηση που έρχεται με την επιθετικότητα που της δίνει σήμερα η αυτοπεποίθηση και η εκλογική δύναμη που συγκέντρωσε. 

Σε αυτό το πεδίο θα πρέπει να στρέψουμε το βλέμμα μας την επόμενη περίοδο. Επιδιώκοντας συστηματική ενότητα δράσης, ως απαραίτητη προϋπόθεση για τη συγκέντρωση δυνάμεων που θα στηρίξουν με επάρκεια και θα δώσουν δυναμική στις κοινωνικές αντιστάσεις. Διεξάγοντας θαρρετά και επίμονα την πολιτική-ιδεολογική αντιπαράθεση με τις κυρίαρχες ιδέες και πολιτικές, αντιπαραβάλλοντας την αλληλεγγύη απέναντι στην εξατομίκευση ή την (σεξιστική, ρατσιστική) μισανθρωπιά, τους συλλογικούς αγώνες για τη ζωή που μας αξίζει απέναντι στην παραίτηση, τη διεκδίκηση αιτημάτων με βάση τις ανάγκες της κοινωνικής εργαζομένης πλειοψηφίας και όχι την κερδοφορία των επιχειρήσεων, την αλληλεγγύη με τους «άλλους» εργαζόμενους και τη σύγκρουση με τους «δικούς μας» άρχοντες απέναντι στον εθνικισμό, την υπεράσπιση της ειρήνης και της δικαιοσύνης απέναντι στους ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς.  

Όλα αυτά ξεκινούν από την οργάνωση της άμυνας του κόσμου μας απέναντι στις επιθέσεις που έρχονται. Σε αυτά κρίσιμες ευθύνες έχουν οι δυνάμεις με τις μεγαλύτερες δυνατότητες -με πρώτο το ΚΚΕ που θα όφειλε να κινηθεί με τρόπο που να αντιστοιχεί στην οργανωτική του δύναμη, αλλά και το ΜΕΡΑ25, που χρειάζεται να συνεχίσει τον δρόμο που ξεκίνησε να βαδίζει για σύνδεση με τα κινήματα στο δρόμο, ριζοσπαστικοποίηση της πολιτικής του κ.ο.κ.  

Όμως ιδιαίτερες ευθύνες έχει ο κορμός των δυνάμεων της ριζοσπαστικής-αντικαπιταλιστικής Αριστεράς, οι οργανώσεις της και το δυναμικό που συσπειρώνεται λιγότερο ή περισσότερο γύρω τους. Με μικρότερο βάρος -από το ΚΚΕ οργανωτικά, από το ΜΕΡΑ25 εκλογικά- αλλά με δυσανάλογα σημαντικό ρόλο στην καθημερινή κοινωνική και πολιτική δράση όλο το προηγούμενο διάστημα, αυτός ο «χώρος» έχει να παίξει σημαντικό ρόλο. Θα χρειαστεί να απολογίσει τι κάναμε ή δεν κάναμε το προηγούμενο διάστημα, να συζητήσει τι πρέπει να κάνουμε ή να μην κάνουμε το επόμενο, ώστε να επιδιώξει έναν αυθεντικό κοινό βηματισμό και συντονισμό, για να μπορέσουμε μαζί να χτίσουμε το αντίπαλο δέος στον Μητσοτάκη αλλά και το σύνολο της αστικής πολιτικής, από τα κάτω και από τα αριστερά. 

Ετικέτες