Σε όλες τις επαναστατικές καταστάσεις της ιστορίας των τελευταίων 150 χρόνων, όπου επικρατούσαν κοινωνικές συνθήκες αθλιότητας και αυταρχισμού, όπως στη ρωσική ή στη χιλιανή οικονομία στις αντίστοιχες περιόδους, το αριστερό κομμουνιστικό κίνημα δεν έκανε στην άκρη την επικαιρότητα του σοσιαλισμού, αλλά απεναντίας την έθεσε κυριολεκτικά στο επίκεντρο.

Τα χρονικά ορόσημα της σοσιαλιστικής επαγγελίας

          Στη διάρκεια των δύο τελευταίων σχεδόν αιώνων, επιχειρήθηκε η σοσιαλιστική επαναστατική αλλαγή σε γεγονότα που στάθηκαν ορόσημα για την εξέλιξη του αριστερού και εργατικού κινήματος : Η Παρισινή Κομμούνα του 1871, η Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917, η Κινεζική Επανάσταση του 1950, το εγχείρημα της Λαϊκής Ενότητας στη Χιλή στα 1970 – 73, μεταξύ άλλων προσπαθειών, με μεγαλύτερο ή μικρότερο συμβολισμό. Σε όλες αυτές τις ιστορικές περιπτώσεις τα επαναστατικά εγχειρήματα είτε συνετρίβησαν από την στρατιωτική, αιματηρή, δικτατορική επιβολή (Κομμούνα, Χιλή, εαμικό κίνημα, γερμανική εξέγερση κλπ.), είτε οδηγήθηκαν στον σταδιακό τους εκφυλισμό, εξ αιτίας των εγγενών τους ανεπαρκειών, μετατρεπόμενα σε μορφές αυταρχικού κρατικού καπιταλισμού, ο οποίος και έδωσε τη θέση του από το μεταίχμιο του 1990, στον αυταρχικό ιδιωτικό καπιταλισμό του σύγχρονου νεοφιλελευθερισμού (Ρωσία, Κίνα κ.ά.). Μ’ αυτά τα δεδομένα, εκεί όπου επιχειρήθηκε η υλοποίηση της σοσιαλιστικής επαγγελίας, είτε γνώρισε την καταστολή και την καταστροφή, είτε έδωσε γέννηση σε καθεστώτα που αναιρούσαν το βασικό περιεχόμενο του σοσιαλισμού.

          Από την άλλη πλευρά, σημαντικά τμήματα του αριστερού κινήματος, και ιστορικά πρωτίστως η σοσιαλδημοκρατία, επαγγέλθηκαν τον σοσιαλισμό, τοποθετώντας τον σε ένα απώτατο μέλλον, ως το αποτέλεσμα μιας εξελικτικής ανάπτυξης του καπιταλισμού και σταδιακών μεταρρυθμίσεων στα πλαίσιά του. Και σ’ αυτή την περίπτωση, και πέρα από ενδιάμεσες περιόδους εισοδηματικής αναδιανομής και «κράτους πρόνοιας», το σοσιαλδημοκρατικό ρεύμα, που αποσπάστηκε από τις αρχές του 20ου αιώνα από τον κορμό του κομμουνιστικού κινήματος, αστόχησε στην επίτευξη των επιδιώξεών του. Στην αφετηρία του με την σύνταξή του στηνστήριξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, με τις πρακτικές ενσωμάτωσής του στο σύστημα της αστικής διαχείρισης, και στις τελευταίες δεκαετίες με την εκ βάθρων νεοφιλελεύθερή του μετάλλαξη. Οι ίδιες οι καπιταλιστικές κρίσεις (του μεσοπολέμου και η σύγχρονη) κατέστησαν απρόσφορη τη σοσιαλδημοκρατική πολιτική, που μετέθετε την σοσιαλιστική αλλαγή πάντοτε για το πιο απόμακρο σημείο του ορίζοντα.

          Στον σύγχρονο κόσμο, και στην ελληνική περίπτωση ιδιαίτερα, η σοσιαλιστική αναφορά χαρακτηρίζει το σύνολο, χωρίς καμία εξαίρεση, όλων των αριστερών πολιτικών σχηματισμών, ωστόσο με εντελώς διαφορετικό τρόπο σε κάθε περίπτωση. Σε γενικές γραμμές εκείνο που συμβαίνει είναι μια διπλή εκτροπή : Από τη μια πλευρά προβάλλει η στρατηγική της απώθησης της σοσιαλιστικής επαγγελίας στο ιστορικό υπερπέραν (περίπτωση του ΚΚΕ), χωρίς να διασυνδέεται οργανικά με τις άμεσες προκλήσεις και τα κρίσιμα επίδικα της ταξικής πάλης του ιστορικού παρόντος. Από την άλλη πλευρά προβάλλεται η αντίληψη της άμεσης δρομολόγησης μιας κομμουνιστικής επαναστατικής προοπτικής, που παρόλη την καθαρότητά της, αδυνατεί να λειτουργήσει με όρους ευρείας λαϊκής συσπείρωσης και αποτελεσματικότητας. Εξίσου στο προσκήνιο έρχεται και η ίδια η πολιτική αναφορά του μνημονιακά μεταλλαγμένου ΣΥΡΙΖΑ, η οποία προφανώς και δεν εγκαταλείπει την λεκτική αναφορά στον σοσιαλισμό, μόνον που αυτή θα επέλθει, με βάση την υλική κυβερνητική του πολιτική, με την ισχυροποίηση της καπιταλιστικής ανάπτυξης και την όξυνση της κοινωνικής ανέχειας.

Εθνικό - απελευθερωτική και κοινωνικό - ταξική διαπάλη

Τέλος, τόσο στον προ του 3ου Μνημονίου ΣΥΡΙΖΑ, όσο και σε σημερινές δυνάμεις της Αριστεράς, επικρατεί η άποψη και η αντίστοιχη πολιτική, ότι ναι μεν ο σοσιαλισμός παραμένει η οραματική αναφορά του μέλλοντος, ωστόσο εξ αιτίας της κοινωνικής και οικονομικής καταστροφής που έχουν επιφέρει η καπιταλιστική κρίση και οι πολιτικές των Μνημονίων, εκείνο που πρωτεύει είναι ένα είδος εθνικοαπελευθερωτικής, κατά τα εαμικά πρότυπα, πλατειάς πατριωτικής και διαταξικής συμπαράταξης, που να δώσει άμεσες λύσεις στα οξυμένα λαϊκά προβλήματα, και να απαλλάξει τη χώρα από τα σύγχρονα ιμπεριαλιστικά δεσμά και κατοχή. Είναι ηλίου φαεινότερον ότι σ’ αυτή την περίπτωση υιοθετείται η παλαιότερη αντίληψη του ΚΚΕ, κυρίως της δεκαετίας του 1980, για την παρεμβολή αναρίθμητων ενδιάμεσων σταδίων μέχρι την σοσιαλιστική απόληξη των πραγμάτων. Η σοσιαλιστική αναφορά γίνεται «έμπνευση του μέλλοντος», μακράν του να αποκρυσταλλώνει σοσιαλιστικές πρακτικές στο ιστορικό παρόν. Απουσιάζει έτσι η επίκληση του σοσιαλισμού ως επικαιρότητας και αναγκαιότητας του σήμερα, μέσα στον πυθμένα της κρίσης υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου και των ατελεύτητων Μνημονίων, με τρόπο ριζωμένο στις υλικές αντιθέσεις και διακυβεύματα της σύγχρονης ταξικής διαπάλης.

Η βασική επιχειρηματολογία που προβάλλεται από αυτή την άποψη είναι ότι η ελληνική κοινωνία σήμερα έχει υποστεί ισχυρά μνημονιακά πλήγματα, ότι βρίσκεται κάτω από «ξενική» κυριαρχία, σχεδόν «αποικιακού» τύπου, ότι ζει κάτω από την «μπότα της κατοχής», και ως εκ τούτου εκείνο που χρειάζεται είναι η απαλλαγή από αυτή την επικυριαρχία και η επούλωση των μνημονιακών πληγών της λιτότητας, της ανεργίας κλπ. Μ’ αυτή την έννοια επαναφέρεται στο προσκήνιο η αντίληψη για την δρομολόγηση ενός «σύγχρονου» ΕΑΜ, μιας μετωπικής συμμαχίας ευρύτατων διαταξικών διαστάσεων, με κύριο στόχο την εθνική απελευθέρωση. Γι’ αυτό και η σημερινή κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ θεωρείται «εθνοπροδοτική», παραδομένη στις ορέξεις των δανειστών της χώρας, έτσι ώστε η απομάκρυνσή της θα επιφέρει την αποκατάσταση της εθνικής κυριαρχίας και την δρομολόγηση μιας ανάπτυξης ικανής να θεραπεύσει τα μνημονιακά τραύματα στο σώμα της ελληνικής κοινωνίας.

Ιστορικά το ΕΑΜ στο οποίο γίνεται αναφορά είχε ακραιφνώς εθνικά απελευθερωτικά χαρακτηριστικά, τα οποία χρωματίζονταν με κοινωνικές διαστάσεις, εφόσον στο εσωτερικό του ηγεμόνευαν οι αριστερές δυνάμεις, με πρωταρχικό το ρόλο του ΚΚΕ. Εθνική απελευθέρωση από τη ναζιστική κατοχή, διασφάλιση λαοκρατικών δημοκρατικών εξελίξεων, μέτρα κοινωνικής σωτηρίας, αυτά ήταν τα χαρακτηριστικά του εαμικού κινήματος, που ανταποκρίνονταν κατά έναν γόνιμο τρόπο στις συνθήκες και στις ανάγκες της εποχής. Στις σημερινές όμως συνθήκες, καμία εντελώς αντιστοιχία δεν υφίσταται, γιατί οι όροι που τίθενται σήμερα είναι κυρίαρχα όροι ταξικής αντιπαράθεσης αστικών δυνάμεων και λαϊκών εργαζομένων τάξεων, και σε καμία περίπτωση όροι απαλλαγής από τα δεσμά της «ξένης εξάρτησης» και κατοχής.

Ο κύριος αντίπαλος του λαϊκού εργατικού κινήματος δεν είναι πρωτευόντωςοι «ξένοι δυνάστες», τα κέντρα των Βρυξελλών, της Φραγκφούρτης και της Ουάσιγκτον, οι θεσμοί των δανειστών, αλλά πρωταρχικά η ελληνική αστική τάξη που επιβάλλει στο εσωτερικό του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού την πολιτική της δια μέσου ακριβώς της υπερεθνικής καπιταλιστικής συμμαχίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ζώνης του Ευρώ. Δεν πρόκειται για ζήτημα «εθνικής ανεξαρτησίας», γιατί ακριβώς δεν υφίσταται ξένη στρατιωτική κατοχή που να υπαγορεύει κυβερνήσεις δοσιλόγων, αλλά για οξυμένο στο έπακρο κοινωνικό ζήτημα, για διαπάλη ανάμεσα στα εργατικά ταξικά συμφέροντα και στις αστικές ανάγκες και υπαγορεύσεις. Δεν υπήρξε επέλαση ξένων δυνάμεων, στρατιωτικών και οικονομικών, που επέβαλε την μνημονιακή πολιτική και την τοκογλυφική απομύζηση της ελληνικής κοινωνίας, αλλά απεναντίας η ελληνική αστική τάξη, μπροστά στην τεράστια κρίση υπερσυσσώρευσης που προέκυψε από το 2008, και αντιμετωπίζοντας τον κίνδυνο της ταξικής κατάρρευσης, επιστράτευσε από τη μια πλευρά τον εθνικό δανεισμό και τον δανειακό έλεγχο της ΕΕ και του ΔΝΤ, και από την άλλη πλευρά την εφαρμογή των Μνημονίων. Στην σημερινή γαλλική κοινωνία όπου επιχειρείται τον τελευταίο χρόνο η ουσιαστική κατάργηση του Εργατικού Δικαίου (νόμοι Εμμανουέλ Μακρόν και Ελ Κομρί), δηλαδή η εφαρμογή σκληρών μνημονιακών μέτρων, λειτουργεί κάποια «ξένη κατοχή» που τα υπαγορεύει, τη στιγμή που η γαλλική οικονομία είναι η δεύτερη σε ισχύ στην Ευρώπη ; Είναι η ίδια η αστική τάξη της χώρας, που με την συνέργεια των ευρωπαϊκών θεσμών, επιβάλλει αυτή την ακραία νεοφιλελεύθερη πολιτική. Από ποια «ξενική» κατοχή χρειάζεται να απαλλαγεί η γαλλική εργατική τάξη, αν όχι από την αστική ταξική κυριαρχία στο εσωτερικό της χώρας;

Η ελληνική αστική τάξη, βλέποντας την κερδοφορία της να κλονίζεται ισχυρότατα προσέτρεξε σ’ αυτά τα δύο καταστρεπτικά για την κοινωνία οικονομικά και χρηματοπιστωτικά εργαλεία : Επέβαλε την εισοδηματική λιτότητα, την αύξηση της ανεργίας, την εργασιακή απορρύθμιση (αλλεπάλληλα Μνημόνια), προκειμένου να ανακάμψει η αποδοτικότητα των κεφαλαίων της και προσέτρεξε στον εθνικό δανεισμό προκειμένου να καλύψει τις δημοσιονομικές της ανάγκες, εφόσον η φορολογική ασυλία της αστικής και των ανώτερων μικροαστικών τάξεων δημιουργούσαν κυριολεκτικά «μαύρες οπές» στην δημοσιονομική διαχείριση της χώρας. Το ζήτημα είναι ότι η μετωπική αυτή νεοφιλελεύθερη επίθεση δεν αφορούσε μόνον τους όρους απασχόλησης της εργατικής τάξης, αλλά επέβαλλε ταυτόχρονα την μετακύλιση του βάρους αποπληρωμής των τόκων και χρεολυσίων στους ώμους του εργαζόμενου λαού με τις δρακόντιες περικοπές και τις φορολογικές επιβαρύνσεις. Κατά συνέπεια οι υπαγορεύσεις, πιέσεις και εκβιασμοί των ευρωπαϊκών θεσμών δεν προέκυψαν «από τα έξω», αλλά απεναντίας η ελληνική αστική τάξη, δια μέσου της ιερής της συμμαχίας με τις ευρωπαϊκές αστικές τάξεις, προώθησε τα ταξικά της συμφέροντα δια μέσου των ευρωπαϊκών οικονομικών και νομισματικών μηχανισμών.

Άλλωστε η ενδεχόμενη μονοδιάστατη επίτευξη της εθνικής κυριαρχίας και της απαλλαγής από τον κορσέ της ευρωζώνης, καθώς και του βρόγχου του δημόσιου χρέους, δεν θα επέφερε την απαλλαγή από τις μνημονιακές πολιτικές, στο μέτρο που θα διατηρούσε ανέπαφη την αστική ταξική κυριαρχία. Η οποιαδήποτε αποτίναξη του τοκογλυφικού ζυγού δεν μπορεί να έχει επαρκή αποτελέσματα, εφόσον δεν θίγει την εγχώρια καπιταλιστική κερδοφορία, και στο μέτρο που δεν συνδέεται οργανικά με βαθιούς αντικαπιταλιστικούς μετασχηματισμούς στο εσωτερικό της ελληνικής οικονομίας. Η κοινωνική απελευθέρωση είναι το κύριο ζητούμενο, και εφόσον αυτή προωθείται, επιφέρει και την απρόσκοπτη λειτουργία της λαϊκής κυριαρχίας και εθνικής ανεξαρτησίας.

Μια «ουδέτερη ζώνη» μεταξύ αστικής και σοσιαλιστικής πολιτικής ;

Το σημαντικότερο βέβαια σ’ αυτή την επιχειρηματολογία είναι ότι θεωρεί ότι «σήμερα δεν τίθεται θέμα σοσιαλισμού», αλλά αντιμετώπισης των άμεσων  λαϊκών αναγκών, θαρρείς και ο σοσιαλισμός αναφέρεται σε κάτι άλλο πέρα από τις ζωτικές εργατικές αναγκαιότητες, ότι δηλαδή αυτή η πολιτική ενδιαφέρεται για το ψωμί ενώ ο σοσιαλισμός για το παντεσπάνι. Θεωρείται δηλαδή ότι ανάμεσα στην αστική πολιτική της καπιταλιστικής διαχείρισης και ανάπτυξης και στην σοσιαλιστική πολιτική υπάρχει μια ενδιάμεση «ουδέτερη ζώνη», που δεν ανήκει σε καμία από τις δύο αυτές κατηγορίες, με ουδέτερα δηλαδή χαρακτηριστικά, και με βάση την οποία μπορεί κανείς να αντιμετωπίσει τα ζητήματα των μισθών, της κοινωνικής ασφάλισης, της ανεργίας κλπ., με μια πολιτική που δεν θα είναι ακραιφνώς αστική, δεν θα μπαίνει όμως ταυτόχρονα στο πεδίο των σοσιαλιστικών απαντήσεων. Έτσι ο σοσιαλισμός αντιμετωπίζεται ως μια «επαγγελία πολυτελείας» του μέλλοντος, χωρίς κοινωνική χρησιμότητα στο ιστορικό παρόν, πράγμα που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο αναπαράγει την αντίληψη του ΚΚΕ για τον σοσιαλισμό (λαϊκή εξουσία και οικονομία) που μετατίθεται στο «ιστορικό υπερπέραν».

Πιστεύεται έτσι ότι εφόσον έχει υπάρξει μια πολύχρονη οικονομική και κοινωνική καταστροφή (λόγω των Μνημονίων και της κεφαλαιοκρατικής κρίσης), εκείνο που προέχει είναι πρωτίστως η αύξηση της «εισοδηματικής πίτας», μια ανασυγκροτημένη δηλαδή ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων (δηλαδή της καπιταλιστικής οικονομίας), θέτοντας στο απυρόβλητο τις αστικές παραγωγικές σχέσεις. Εντούτοις μια τέτοια λογική ουδόλως οδηγεί στην ριζική αντιμετώπιση των καίριων λαϊκών προβλημάτων (αμοιβής, περίθαλψης, συντάξεων, απασχόλησης κ.ά.), γιατί το μόνον το οποίο μπορεί να επιφέρει είναι στην καλύτερη των περιπτώσεων η ανάταξη της καπιταλιστικής οικονομικής ανάπτυξης, δηλαδή η ισχυροποίηση της κοινωνικής κυριαρχίας του κεφαλαίου, το οποίο για να μπορεί να αναπαραχθεί κερδοφόρα σήμερα έχει ζωτική ανάγκη την εφαρμογή συνεχών μνημονιακών πολιτικών.

Σε όλες τις επαναστατικές καταστάσεις της ιστορίας των τελευταίων 150 χρόνων, όπου επικρατούσαν κοινωνικές συνθήκες αθλιότητας και αυταρχισμού, όπως στη ρωσική ή στη χιλιανή οικονομία στις αντίστοιχες περιόδους, το αριστερό κομμουνιστικό κίνημα δεν έκανε στην άκρη την επικαιρότητα του σοσιαλισμού, αλλά απεναντίας την έθεσε κυριολεκτικά στο επίκεντρο. Δεν περίμενε πρώτα να υπάρξει μια αστική οικονομική ανάκαμψη, και μετά να θέσει το ζήτημα του κοινωνικού μετασχηματισμού ( βάζοντας μπροστά τον Κερένσκι και θέτοντας στην άκρη τον Λένιν ) , αλλά αντίθετα το έθεσε στην πρώτη γραμμή των προτεραιοτήτων του. ( «σοβιέτ + εξηλεκτρισμός» ο Β. Λένιν, «εθνικοποιήσεις + δημοκρατία» ο Σ. Αλλιέντε ). Τι έχει πιάσει αυτές τις μορφές του αριστερού κινήματος και συνεχώς αναβάλλουν την επίκληση της σοσιαλιστικής επικαιρότητας για το απώτατο μέλλον ; Η Αριστερά γίνεται πρωταγωνιστική δύναμη (από την σοβιετική μέχρι τη χιλιανή εμπειρία) ακριβώς σε περιόδους κρίσης και κατάπτωσης των λαϊκών τάξεων. Σε περιόδους εντατικής καπιταλιστικής ανάπτυξης, σχετικά πλήρους απασχόλησης και λειτουργίας ενός «κράτους πρόνοιας» θριαμβεύει η σοσιαλδημοκρατία : Στην ελληνική πραγματικότητα επί μακρά σειρά ετών το ΠΑΣΟΚ διασφάλιζε μια πλειοψηφία της τάξης κατά μέσο όρο του 45%, τη στιγμή που η Αριστερά στο σύνολό της μετά βίας έφτανε στο 12%. Ο ίδιος ο ΣΥΡΙΖΑ κατέστη πλειοψηφικός στις εκλογικές αναμετρήσεις του 2015, γιατί καταγράφονταν ως η ριζοσπαστική διέξοδος στις λαϊκές ανάγκες («να πληρώσουν οι πλούσιοι» κλπ.), και ο ίδιος θα καταστεί εκ νέου μειοψηφικός εφόσον εφαρμόζει μια πολιτική στήριξης της καπιταλιστικής οικονομικής ανάκαμψης και ανάπτυξης.

Ο σοσιαλισμός ως ρεαλιστική αναγκαιότητα και όχι ως πολυτέλεια

Πώς είναι δυνατό να επιτύχεις την αποκατάσταση των μισθών και των συντάξεων χωρίς να επιβάλλεις μια ισχυρή αναδιανεμητική πολιτική προς όφελος των υποτελών τάξεων και σε βάρος της επιχειρηματικής κερδοφορίας ; Πώς είναι δυνατό να αντιμετωπίσεις την υπερμεγέθη ανεργία αν δεν θέσεις σε λειτουργία με κοινωνικοποιημένους όρους τις παραγωγικές μονάδες που εκκαθαρίζει η καπιταλιστική κρίση; Πώς είναι δυνατό να αποκαταστήσεις τη δημοκρατία χωρίς να θεσμοθετήσεις και να επιβάλλεις κατοχυρωμένες διαδικασίες εργατικού ελέγχου, ενεργού δηλαδή ρόλου των εργαζομένων, στην ίδια την παραγωγική επιχειρηματική δραστηριότητα ; Τέτοιου είδους μέτρα δεν ανήκουν στη σφαίρα της «πολιτικής ουδετερότητας», δεν αντιπροσωπεύουν την αναβολή του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού για το μέλλον, αλλά απεναντίας φέρνουν στο προσκήνιο ζωτικής αναγκαιότητας αντικαπιταλιστικές τομές στο ιστορικό παρόν. Δεν μπορεί να υπάρχει επίλυση των λαϊκών προβλημάτων έξω και πέρα από την άμεση επίκληση και υλική προαγωγή της σοσιαλιστικής επικαιρότητας. Δεν είναι η προτεραιότητα της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων (οικονομισμός) και στη συνέχεια το άνοιγμα του δρόμου για τον μελλοντικό σοσιαλισμό, αλλά η προτεραιότητα, για το αριστερό επαναστατικό κίνημα, είναι η απαρχή μετασχηματισμού των αστικών σχέσεων παραγωγής, η οποία εφόσον υλοποιείται μπορεί να επιφέρει και την απελευθερωμένη ολόπλευρη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων.

Προφανώς η ανάδειξη της επικαιρότητας του σοσιαλισμού στο ιστορικό παρόν δεν μεταφράζεται στην άμεση εφαρμογή της κομμουνιστικής επαγγελίας. Απεναντίας, ο δρόμος που συνδέει την σημερινή κοινωνική αθλιότητα και την καταθλιπτική αστική κυριαρχία με τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό είναι το ριζοσπαστικό μεταβατικό πρόγραμμα. Αυτό περιλαμβάνει τομές αντικαπιταλιστικού χαρακτήρα που δεν είναι δυνατό να απορροφηθούν σε μια διαδικασία ενσωμάτωσης. Απεναντίας εκφράζουν μορφές αμφισβήτησης και περιορισμού του διευθυντικού δικαιώματος του κεφαλαίου, όσο και μορφές μερικής κοινωνικοποίησης της παραγόμενης υπεραξίας για την ικανοποίηση συλλογικών κοινωνικών αναγκών. Μ’ αυτή την έννοια το ριζοσπαστικό μεταβατικό πρόγραμμα (μακράν της λογικής της αναπτυξιακής ανασυγκρότησης του κεφαλαίου και των όποιων διαταξικών συμμαχιών) δεν είναι παρά η υλική αποτύπωση της σοσιαλιστικής επαγγελίας στο καπιταλιστικό παρόν.

Η λογική ότι μια τέτοια τοποθέτηση δεν είναι για την σημερινή συγκυρία, αλλά για το απώτερο μέλλον, εφόσον δεν υπάρχουν υποκειμενικές συνθήκες αναγκαίες γι’ αυτό, και άρα απαιτούνται ευρείες διαταξικές πατριωτικές συμπαρατάξεις (που εκ των πραγμάτων ξεθωριάζουν στο έπακρο τα χαρακτηριστικά οποιουδήποτε αριστερού προγράμματος) είναι ολότελα αβάσιμες. Η ίδια η πρόσφατη εμπειρία της Ριζοσπαστικής Αριστεράς κατέδειξε ότι ένα στοιχειώδες μεταβατικό πρόγραμμα ήταν εφικτό να υλοποιηθεί, εφόσον ο ΣΥΡΙΖΑ, ως πολιτικός αποδέκτης της λαϊκής οργής και προσδοκιών, είχε κατακτήσει την σχετική κοινοβουλευτική πλειοψηφία (36%), η οποία και θα μπορούσε να διευρυνθεί ακόμη παραπέρα, όπως έδειξαν τα αποτελέσματα του δημοψηφίσματος της 5ης Ιουλίου 2015. Δεν πρόκειται άρα για μια ανέφικτη επιδίωξη, αλλά για την πλέον ρεαλιστική στόχευση, εφόσον παραμένει προσγειωμένη στο πεδίο των ταξικών λαϊκών συμφερόντων, και υπηρετεί με συνέπεια τους αντικαπιταλιστικούς στόχους της γενικευμένης χειραφέτησης. 

Ετικέτες