Η βασική ελληνική ιδιαιτερότητα είναι πως οι ένοπλοι δοσίλογοι ενσωματώθηκαν στον κρατικό μηχανισμό και εισχώρησαν στις πτυχές του καθεστώτος πριν προλάβουν να δικαστούν, από το Δεκέμβριο του 1944. Αυτά δηλώνει, μεταξύ άλλων, σε συνέντευξη που παραχώρησε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο ιστορικός Δημήτρης Κουσουρής με αφορμή το βιβλίο του «Δίκες των δοσίλογων 1944-1949. Δικαιοσύνη, συνέχεια του κράτους και εθνική μνήμη» (εκδόσεις Πόλις). Κι ενώ αυτή είναι η μεταχείριση που επιφυλάσσεται στους δοσίλογους στην Ελλάδα, από την άλλη μεριά η μακράν μεγαλύτερη συνιστώσα της αντίστασης, το εαμικό κίνημα, εξαιρείται από την κοινότητα των θυμάτων αλλά και των ηρώων του έθνους. Για το βιβλίο του Δ. Κουσουρή θα πραγματοποιηθεί συζήτηση την ερχόμενη Τρίτη 9 Ιουνίου στις 8 το βράδυ στο Polis Art Café (Πεσμαζόγλου 5).

ΕΡ: Ακολουθώντας την πρακτική των διεθνών δικαστηρίων, που δίκαζαν και καταδίκαζαν τους Γερμανούς, τα εθνικά δικαστήρια της μεταπολεμικής Ευρώπης δίκαζαν και καταδίκαζαν τους δοσιλόγους επί τη βάσει της αρχής της ατομικής ευθύνης, απαλείφοντας τη συλλογική ενοχή για τη συνεργασία με τους ναζί. Ισχύει το ίδιο και για τα Ειδικά Δικαστήρια Δοσιλόγων της Ελλάδας;

ΑΠ: Η υιοθέτηση της αρχής της ατομικής ευθύνης αποτέλεσε τη βασική καινοτομία της διεθνούς δικαιοσύνης μετά το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, αφού έδωσε τη δυνατότητα στους νικητές να διώξουν ποινικά και να τιμωρήσουν τους δράστες εγκλημάτων που παραβίαζαν τους διεθνείς κανόνες του πολέμου.

Πέρα από τα Διεθνή Στρατιωτικά Δικαστήρια που στήθηκαν στη Νυρεμβέργη και στο Τόκιο, έκτακτα δικαστήρια στήθηκαν, με τη μια ή την άλλη μορφή, σε όλες τις χώρες που είχαν γνωρίσει την κατοχή του 'Αξονα. Ο αριθμός όσων με τον έναν ή τον άλλο τρόπο διώχθηκαν από τη δικαιοσύνη μετριέται σε δεκάδες ή εκατοντάδες χιλιάδες -ανάλογα με το μέγεθος της χώρας.

Το συγκριτικό πλεονέκτημα της ποινικής αντιμετώπισης των εγκλημάτων ήταν ότι προσέφερε ένα μέσο εκτόνωσης του αιτήματος για τιμωρία, που ταυτόχρονα αποπολιτικοποιούσε τις υποθέσεις που κρίνονταν και περιόριζε τον αριθμό όσων τελικά θα διώκονταν και τιμωρούνταν. Όπως, καταδικάζοντας κάποια μέλη της ηγεσίας του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος, οι δίκες της Νυρεμβέργης «έσβησαν» από τη δημόσια σφαίρα την ενεργή συμμετοχή και στήριξη του γερμανικού λαού στην πολιτική του Χίτλερ, έτσι και η τιμωρία μέρους μόνο από όλους όσοι κατηγορήθηκαν για συνεργασία με τους κατακτητές έθεσε τα θεμέλια των λογής μεταπολεμικών εθνικών μύθων περί καθολικής αντίθεσης και αντίστασης στη φασιστική κατοχή. Τα ΕΔΔ εφάρμοσαν και προσάρμοσαν αυτό το μοντέλο δικαιοσύνης στις συνθήκες και τις νομικοπολιτικές παραδόσεις της χώρας.

ΕΡ: Πού συνταυτίζονται και πού αποκλίνουν οι τύχες των δοσιλόγων σε Ελλάδα και Ευρώπη μετά το τέλος του Β' Παγκοσμίου Πολέμου;

ΑΠ: Συνταυτίζονται καταρχήν στο ότι στην Ελλάδα, όπως και στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες, οι διώξεις των δοσιλόγων έλαβαν τέλος κάπου στις αρχές της δεκαετίας του 1950, σε μια διαδικασία που ο ιστορικός Νόρμπερτ Φράι συνόψισε με το τρίπτυχο «αμνήστευση, επανενσωμάτωση, αποστιγματισμός».

Η στατιστική σύγκριση δείχνει ότι ο αριθμός εκείνων που τελικά τιμωρήθηκαν, έστω τύποις, στην Ελλάδα, ήταν από τους χαμηλότερους στην Ευρώπη: η μοναδική χώρα με αισθητά χαμηλότερο ποσοστό τιμωρίας ήταν η Ιταλία, όπου είχε δοθεί αμνηστία από το 1946 κιόλας από τον Τολιάτι, που από τη θέση του υπουργού Δικαιοσύνης παραδέχτηκε πως ήταν πρακτικά αδύνατο να διωχθούν όλοι όσοι είχαν λάβει ταυτότητα του Φασιστικού Κόμματος.

Η βασική ελληνική ιδιαιτερότητα ήταν πως οι ένοπλοι δοσίλογοι ενσωματώθηκαν στον κρατικό μηχανισμό και εισχώρησαν στις πτυχές του καθεστώτος πριν προλάβουν να δικαστούν, από τον Δεκέμβριο του 1944. Η Λευκή Τρομοκρατία μετά τη Βάρκιζα εγκαθίδρυσε ένα κλίμα φόβου που περιόρισε δραματικά την όποιας μορφής τιμωρία μπορούσε να επιβάλλει η δικαιοσύνη.

Στην πολιτική δίκη των κυβερνήσεων οι βασικοί κατηγορούμενοι καταδικάστηκαν, αλλά κανείς δεν εκτελέστηκε, όπως συνέβη π.χ. στη Γαλλία, στην Τσεχοσλοβακία, στη Νορβηγία και αλλού.

Οι λογής ταγματασφαλίτες αντιμετωπίστηκαν με σκανδαλώδη επιείκεια από τα Ειδικά Δικαστήρια, που έφτασαν στο σημείο να τους αθωώνουν στερεοτυπικά «δια λόγους βλακείας» λόγω του νεαρού της ηλικίας τους.

Όσον αφορά τον οικονομικό δοσιλογισμό, από τους εξέχοντες εκπροσώπους της προπολεμικής αστικής τάξης που συνεργάστηκαν με τον κατακτητή, στην Ελλάδα δεν καταδικάστηκαν ούτε καν κάποιες ελάχιστες εξαιρέσεις, όπως συνέβη π.χ. στη Γαλλία.

ΕΡ: Οι δίκες των δοσίλογων στην Ελλάδα αποσκοπούσαν στη νομιμοποίηση του μεταπολεμικού καθεστώτος. Από την άλλη, όμως, πλευρά η ελληνική δικαιοσύνη τάχθηκε σαφώς με το μέρος της μιας παράταξης του Εμφυλίου. Πού οδήγησε αυτή η αντίφαση, αν πρόκειται όντως για αντίφαση;

ΑΠ: Πρόκειται όντως για μια αντίφαση εν τοις όροις, αφού η αστική δικαιοσύνη που οφείλει, τυπικά τουλάχιστον, να είναι υπεράνω των πολιτικών και λοιπών διαιρέσεων, μετατρέπεται με ταχύτατο τρόπο σε μηχανισμό πολιτικής δίωξης και, κυριολεκτικά, φυσικής εξόντωσης του εαμικού κινήματος.

Οι αριθμοί είναι εύγλωττοι: ανάμεσα σε 1945 και 1949 εκτελέστηκαν με απόφαση πολιτικών ή στρατιωτικών δικαστηρίων 25 δοσίλογοι και πάνω από 3.000 καταδικασθέντες ως μέλη ή συνοδοιπόροι του ΚΚΕ και του ΕΑΜ.

Ωστόσο αυτή η αντίφαση είναι που περιγράφει καλύτερα απ' όλα τον ρόλο των Ειδικών Δικαστηρίων. Στα τέλη του 1945 και στις αρχές του 1946, πριν ακόμη τεθούν σε ισχύ το Γ' Ψήφισμα και οι άλλοι αντικομμουνιστικοί νόμοι, Ειδικά Δικαστήρια Δοσιλόγων σποραδικά δίκασαν και καταδίκασαν μέλη της εαμικής αντίστασης ως δοσιλόγους, με το σκεπτικό πως είχαν ασκήσει ενάντια σε εθνικόφρονες πολίτες υποκινούμενοι από τον βούλγαρο κατακτητή.

Με άλλα λόγια, το αντιφασιστικό «καθεστώς εξαίρεσης» που δημιούργησαν οι μηχανισμοί της δικαιοσύνης το 1945 εδραίωσε την ισχύ της δικαστικής εξουσίας και προετοίμασε το έδαφος για την επιβολή ενός αντικομμουνιστικού καθεστώτος εκτάκτου ανάγκης.

ΕΡ: Γιατί οι καταδίκες των δοσίλογων ήταν εντέλει τόσο περιορισμένες ακόμα και σε σχέση με τον αριθμό των προσαχθέντων σε δίκη;

ΑΠ: Οφείλω καταρχήν να θυμίσω πως πάνω από το 80% των υποθέσεων δεν έφτασε ποτέ σε δίκη, αλλά μπήκαν στο συρτάρι με βουλεύματα κιόλας από την προανακριτική διαδικασία. Πολλές από αυτές τις περιπτώσεις αφορούν οικονομικούς δοσίλογους, που όπως αποδείχτηκε είχαν τη δυνατότητα να δωροδοκούν δικαστές.

Αντίστοιχα, με βάση την απόφαση της μεγάλης δίκης των κυβερνήσεων, τα Τάγματα Ασφαλείας ήταν μονάδες τήρησης της τάξης, σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, και η δίωξη των μελών τους μπορούσε να γίνει μόνο αν υπήρχαν επαρκείς ενδείξεις για υπέρβαση των καθηκόντων τους.

Όπως είπαμε, η Λευκή Τρομοκρατία και η οικονομική καχεξία ριζοσπαστικοποιούσαν τους συντηρητικούς και πίεζαν τους δημοκρατικούς δικαστές να εξαντλούν την επιείκειά τους στους δοσιλόγους και την αυστηρότητά τους στους εαμικούς. Αυτό το κλίμα αποτυπώνεται και στην εξέλιξη των δικών.

Συχνά οι μάρτυρες κατηγορίας δεν προσέρχονται, ή προσέρχονται στο δικαστήριο για να αναιρέσουν τις προηγούμενες επιβαρυντικές καταθέσεις, ως αποσπασθείσες υπό πίεση από τις αρχές του ΕΑΜ στις ταραγμένες μέρες της Απελευθέρωσης. Εξάλλου, υψηλόβαθμοι κρατικοί παράγοντες μεσολάβησαν συχνά ούτως ώστε οι κατηγορούμενοι να λάβουν βρετανικές βεβαιώσεις για συμμετοχή στα συμμαχικά δίκτυα κατασκοπείας.

ΕΡ: Η θεωρία των δύο άκρων απασχόλησε πολύ τη δημόσια ζωή της χώρας κατά τα διάρκεια των δύο τελευταίων ετών. Η ίδια θεωρία εμφανίζεται και στο βιβλίο σας. Πώς τη συνδέετε με το ζήτημα των δικών των δοσίλογων, αλλά και του Εμφυλίου γενικότερα;

ΑΠ: Καταρχήν η θεωρία των δύο άκρων δεν είναι ελληνική εφεύρεση ή ιδιαιτερότητα, αλλά αντλεί τις ρίζες της από τον ευρωπαϊκό μεσοπόλεμο και απόκτησε μια νέα δυναμική με τις θεωρίες του ολοκληρωτισμού μετά τον Πόλεμο κι ακόμα περισσότερο μετά την κατάρρευση των καθεστώτων του υπαρκτού σοσιαλισμού και το τέλος του Ψυχρού Πολέμου.

Σε γενικές γραμμές, διαφορετικές εκδοχές της θεωρίας, που συνοψίζονται εν ολίγοις στην ταύτιση «μαύρου» και «κόκκινου» φασισμού, επιστρατεύονται σε περιόδους κρίσης των φιλελεύθερων δημοκρατιών και σηματοδοτούν την αύξηση της επιρροής αντικοινοβουλευτικών και αντιδημοκρατικών ρευμάτων και ιδεών.

Στην Ελλάδα της δεκαετίας του 1940, η ιδεολογία των «δύο άκρων» αποτέλεσε καταρχήν κατασκευή της «γκρίζας ζώνης» των αστικών ελίτ της Κατοχής - εκείνων δηλαδή που αν και συμβιβάστηκαν ή συνεργάστηκαν με τους νέους κυρίαρχους της χώρας, προτίμησαν να μην εκτεθούν ιδιαίτερα και να διατηρήσουν επαφές με παράγοντες των Συμμάχων και της εξόριστης κυβέρνησης.

Στα Ειδικά Δικαστήρια παρακολουθούμε πώς αυτή η οπτική μετατρέπεται σε επίσημη κρατική ιδεολογία, επιτρέποντας στις κρατικές και πολιτικές ελίτ της εθνικοφροσύνης να ενσωματώσουν και σταδιακά να ελέγξουν τους πρώην δοσιλόγους αλλά και να δεχτούν άφθονη υλική και πολιτική στήριξη από ΗΠΑ και Μεγάλη Βρετανία για να συντρίψουν το εαμικό κίνημα.

Στη σημερινή Ελλάδα, η επανεμφάνιση τέτοιων θεωριών αποτελεί κυρίως προϊόν της κρίσης και της όξυνσης των κοινωνικών και πολιτικών αντιθέσεων. Η δημόσια ιστορία υπήρξε βέβαια προνομιακό πεδίο για την προετοιμασία του εδάφους και την εισαγωγή των ρευμάτων του μεταψυχροπολεμικού «νέου αντικομμουνισμού» στα καθ' ημάς, μέσα από τη συστηματική προσπάθεια επανεγκόλπωσης των δοσιλόγων στην εθνική μνήμη του πολέμου.

ΕΡ: Μιλήστε μας για το υλικό της έρευνάς σας. Ποιες ακριβώς πηγές μελετήσατε, τι αφηγούνται τα στοιχεία τους και πώς ερμηνεύετε αυτή την αφήγηση;

ΑΠ: Κορμός της έρευνάς μου ήταν τα δικαστικά έγγραφα του ΕΔΔ της Αθήνας καθώς και υλικά περιφερειακών αρχείων που έχουν στο μεταξύ καταστεί διαθέσιμα στην έρευνα. Το Ειδικό Δικαστήριο της Αθήνας συγκροτήθηκε πρώτο, τον Φεβρουάριο του 1945, κι εκεί διεξήχθησαν οι πιο πολιτικές και δημόσιες δίκες που αποτέλεσαν και τον «οδηγό» για τις δίκες που ακολούθησαν.

Οι εφημερίδες, που συχνά δημοσίευαν εκτενή πρακτικά, ειδικά για τη δίκη των κυβερνήσεων αλλά και για δίκες κάποιων εξεχουσών περιπτώσεων δοσίλογων, αποτελούν εξαιρετική πηγή για να ανιχνεύσει κανείς τη σχέση ανάμεσα σε όσα διαδραματίζονταν στις δικαστικές αίθουσες και την περιρρέουσα κοινωνική και πολιτική πόλωση έξω από αυτές.

Στην ίδια κατεύθυνση, χρησιμοποίησα επίσης τη νομοθεσία και τη σχετική νομική συζήτηση, τα πρακτικά της Βουλής, μαρτυρίες και απομνημονεύματα πολιτικών ή οικονομικών παραγόντων, πρακτικά συνεδριάσεων και εκθέσεις πεπραγμένων δημόσιων οργανισμών και επιμελητηρίων ή ιδιωτικά αρχεία κάποιων από τους πρωταγωνιστές της περιόδου που κατάφερα να εντοπίσω.

Οι αίθουσες των δικαστηρίων, ειδικά στις μεγάλες δημόσιες δίκης, αποτέλεσαν τη σκηνή επί της οποίας διατυπώθηκε για πρώτη φορά το επίσημο εθνικό αφήγημα για το τι συνέβη στην Κατοχή. Σε αντίθεση με τις περισσότερες άλλες χώρες, όπου αυτό το αφήγημα συμπεριέλαβε στον αντιφασιστικό πατριωτικό μύθο του πολέμου άτομα και ομάδες που είχαν μόνο μικρή ή καμιά σχέση με τα κινήματα της Αντίστασης, στην Ελλάδα η μακράν μεγαλύτερη συνιστώσα της αντίστασης, το εαμικό κίνημα, εξαιρείται από την κοινότητα των θυμάτων αλλά και των ηρώων του έθνους.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1940, όταν πια η τιμωρία αλλά και η διαδικασία επανενσωμάτωσης των δοσίλογων είχε πλέον ολοκληρωθεί, το έργο της δικαιοσύνης χάνει το ενδιαφέρον του στο εσωτερικό αλλά αποκτά διεθνές ενδιαφέρον στη διαδικασία συγκρότησης των στρατοπέδων του Ψυχρού Πολέμου. Αυτό με οδήγησε επίσης να παρακολουθήσω τις περιορισμένες προσπάθειες διεθνοποίησης του ζητήματος στα αρχεία π.χ. του ΟΗΕ ή δημοκρατικών οργανώσεων του εξωτερικού.

ΕΡ: Κοιτάζοντας σήμερα το θέμα της αντιμετώπισης του δοσιλογισμού στην Ελλάδα όχι μόνο από ιστορική και νομική, αλλά και από πολιτική, κοινωνική και ηθική σκοπιά, πιστεύετε πως έχει επέλθει επούλωση του τραύματος;

ΑΠ: Πρόκειται μάλλον για ένα ταμπού της δημόσιας μνήμης του πολέμου. Ωστόσο η ιδέα πως «εδώ, σε αντίθεση ίσως με αλλού, οι δοσίλογοι δεν τιμωρήθηκαν επαρκώς», αποτελεί κοινό τόπο σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες μετά τον πόλεμο, όπως π.χ. η Γαλλία, το Βέλγιο, η Ιταλία ή η Αυστρία. Τα φιλελεύθερα κοινοβουλευτικά καθεστώτα της δυτικής Ευρώπης ανακύκλωσαν εν πολλοίς τα υλικά του ναζισμού και των συνεργατών του κι η Ελλάδα δεν αποτέλεσε εξαίρεση στον κανόνα. Απλά εδώ η δουλειά έγινε πολύ πιο γρήγορα και πολύ πιο απροκάλυπτα.

Το γεγονός πως στη χώρα μας η μοίρα των δοσίλογων συνδέεται με το τραύμα ενός αιματηρού και μακρόχρονου εμφυλίου κι ενός αυταρχικού καθεστώτος που διήρκεσε μέχρι το 1974, έκανε το ταμπού πιο ανθεκτικό και πιο δύσκολο να σπάσει. Σήμερα, η απενεχοποίηση του δοσιλογικού παρελθόντος ασφαλώς συνδέεται με την επιρροή και την αντοχή της νεοναζιστικής Χρυσής Αυγής, την αναβίωση αυταρχικών κρατικών πρακτικών επιτήρησης κι ελέγχου των λαϊκών κινητοποιήσεων, ή τη συγκρότηση ρατσιστικών και δολοφονικών μηχανισμών αντιμετώπισης της μετανάστευσης, όπως η Frontex.

Αν η εμπειρία του Εμφυλίου συνεχίζει να αποτελεί ένα παρελθόν στο οποίο καταφεύγουν τα σύγχρονα πολιτικά υποκείμενα, ένθεν κακείθεν του πολιτικού φάσματος για να αντλήσουν την πολιτική τους ταυτότητα για τις μάχες του σήμερα, τούτο είναι μάλλον σύμπτωμα μιας επιμόλυνσης του παλαιού τραύματος από την ανοιχτή πληγή της σημερινής κρίσης.

Ετικέτες