Αναδημοσιεύουμε το άρθρο του Α. Νταβανέλου, από τη Σοσιαλιστική Διεθνιστική Επιθεώρηση "Κόκκινο"-τεύχος 2, που κυκλοφορεί και φιλοξενεί αφιέρωμα για τα "πλατιά κόμματα" της ριζοσπαστικής Αριστεράς σε Ελλάδα, Ιταλία, Βραζιλία και Ισπανία. Πρόκειται για μια πρώτη αναδρομή στην περίοδο συγκρότησης του ΣΥΡΙΖΑ, στις πολιτικές συγκρούσεις στο εσωτερικό του, στα προβλήματα που άνοιξαν το δρόμο για την προδοσία της 13ης Ιουλίου. Αυτή τη συζήτηση θα την συνεχίσουμε.

Οι μεγάλες αστικές εφημερίδες δεν κρύβουν την άγρια χαρά τους για τη βαθιά μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ.

Το κόμμα που πολέμησαν με πάθος –γιατί συστηματοποιούσε μια ριζοσπαστική αντιπολίτευση στη λιτότητα και στήριζε όλες τις μαζικές αντιστάσεις, ακόμα και τις πιο «εξωκοινοβουλευτικές»– δεν υπάρχει πια. Στη θέση του έχει αναδυθεί ένα αρχηγικό κόμμα που, στο όνομα του «να μείνει η χώρα στο ευρώ», έχει αναλάβει την πολιτική καθοδήγηση μιας άγριας αντεργατικής και αντικοινωνικής πολιτικής, έχει αναλάβει να επιβάλει το Μνημόνιο 3.

Αυτή τη χαρά συμμερίζεται και ένα τμήμα της σεχταριστικής Αριστεράς που, ενισχυμένο από τη σημερινή πολιτική Τσίπρα, σπεύδει να δηλώσει: Όλο το εγχείρημα του ΣΥΡΙΖΑ ήταν σάπιο από την αρχή, η κατάληξή του ήταν προδιαγεγραμμένη, δεν υπήρχε αντικειμενικά η δυνατότητα για μια πολιτική που να είναι, αφενός, ενωτική και άρα μαζική και, ταυτόχρονα, ριζοσπαστικά αριστερή. Το μόνο που απομένει πλέον ως δυνατότητα είναι μια αργή και υπομονετική δουλειά «συγκρότησης» και «καταγραφής», μια δουλειά συγκέντρωσης δυνάμεων που σχεδόν εξ ορισμού μεταθέτει τις αποφασιστικές πολιτικές μάχες σε ένα απροσδιόριστο μέλλον.

Όμως τι θα συμβεί, αν ο κόσμος μας έχει ανάγκη για αποφασιστικές μάχες εδώ και τώρα και όχι «αύριο», όταν θα έχει(;) προετοιμαστεί ένα ώριμο πολιτικά και οργανωτικά κόμμα της Αριστεράς;

Το ερώτημα αυτό τέθηκε αμέσως και με έντονο τρόπο από το βίαιο ξέσπασμα της κρίσης στην Ελλάδα, μας «συνόδευε» σε μεγάλο τμήμα της διαδρομής μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ και από τις απαντήσεις που συλλογικά δόθηκαν –μέσα στα πλαίσια του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και έξω από αυτά–  κρίθηκαν σημαντικές πολιτικές επιτυχίες, αλλά και μεγάλες αποτυχίες.

Οι σεχταριστικές απόψεις αυτές υποβαθμίζουν ακόμα ένα στοιχείο που η διεθνής Αριστερά μπόρεσε να δει με μεγαλύτερη καθαρότητα: την ταχύτητα και τη μαζικότητα με την οποία αντέδρασε στο ξεπούλημα της 12ης Ιουλίου η ευρύτερη «αριστερή πτέρυγα» του ΣΥΡΙΖΑ.

Το κύμα των παραιτήσεων και αποχωρήσεων ηγετικών και «ενδιάμεσων» στελεχών, απλών μελών, ακόμα και ολόκληρων οργανώσεων, υπήρξε πλατύ και εκδηλώθηκε αμέσως. Η Αριστερή Πλατφόρμα πήρε την πρωτοβουλία για τη συγκρότησης της Λαϊκής Ενότητας, από τον χώρο των «53» και της Νεολαίας συγκροτήθηκαν άλλες ομαδοποιήσεις, ακόμα και ένας ολόκληρος κόσμος που παρέμεινε στον ΣΥΡΙΖΑ εκδηλώνει καθημερινά την αγωνία για την πορεία του κόμματος και της κυβέρνησης Τσίπρα.

Όλος αυτός ο κόσμος ηττήθηκε στις εκλογές της 20ής Σεπτέμβρη, αδυνατώντας να χτίσει μέσα σε 20 μέρες μια αποτελεσματική πολιτική και εκλογική απάντηση στη βίαιη «στροφή» της ηγετικής ομάδας Τσίπρα, που γινόταν με την πλήρη υποστήριξη του ντόπιου και διεθνούς συστήματος. Όμως συγκράτησε μια σημαντική συσπείρωση αγωνιστών-στριών, δημιούργησε ένα πρωταρχικό οργανωτικό πλαίσιο, με επίμονη αναφορά στο μαρξισμό και στη σοσιαλιστική στρατηγική.

Ο κόσμος αυτός –αλλά και δυνάμεις της «άλλης» Αριστεράς– μπορεί να παίξει κρίσιμο ρόλο στη μάχη της αντίστασης στο Μνημόνιο 3. Μόνο όταν θα γνωρίζουμε το αποτέλεσμα αυτής της μάχης, θα μπορούμε να βγάλουμε τα τελικά συμπεράσματα για τον απολογισμό του ΣΥΡΙΖΑ. Σήμερα βρισκόμαστε σε ένα σημείο κρίσης, μετά από μια μεγάλη πολιτική ήττα, αλλά έχουμε μπροστά μας μια επόμενη μάχη που μπορεί να κρίνει τον πόλεμο. Από αυτά που μέχρι σήμερα έχουμε κάνει, προκύπτει η δυνατότητα να παρουσιαστούμε στο πεδίο της μάχης και να διεκδικήσουμε, με την υποστήριξη του κόσμου, τη νίκη. Η πρόσφατη πολιτική ιστορία, ακόμα και η ίδια η ιστορία του ΣΥΡΙΖΑ, αποδεικνύουν ότι, στο σκληρό έδαφος της ταξικής πάλης στην Ελλάδα, ανάλογες μεγάλες πολιτικές ανατροπές ήταν και είναι εφικτές.

Με αυτές τις σκέψεις και αποφασιστικά συγκεντρωμένοι σε αυτή την προοπτική, διατυπώνουμε κάποιες πρώτες σκέψεις για τον αναγκαίο απολογισμό της πορείας μας μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ, της περιόδου μεταξύ του 2004 και του 2015.

Η προϊστορία

Κάποια από τα πιο υπερφίαλα στελέχη του σημερινού ΣΥΡΙΖΑ ισχυρίζονται ότι ο ΣΥΡΙΖΑ αποτέλεσε την «ομαλή συνέχεια» του ρεύματος της ανανεωτικής Αριστεράς, δηλαδή της ελληνικής εκδοχής του ευρωκομουνισμού, επιχειρώντας να αποδείξουν, μέσω της μαζικότητας που απέκτησε ο ΣΥΡΙΖΑ και της πολιτικής νίκης του Γενάρη του 2015, ότι το ρεύμα αυτό υπήρξε «μακράς πνοής», τουλάχιστον στην Ελλάδα.

Ο ισχυρισμός δεν είναι ακριβής.

Στις αρχές της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα, όλες οι δημοσκοπήσεις έδειχναν ότι ο Συνασπισμός ήταν επικίνδυνα κοντά στο όριο εκλογικής βιωσιμότητας λίγο πάνω (ή λίγο κάτω!) από το 3%. Όλοι γνώριζαν ότι μια δεύτερη κοινοβουλευτική περίοδος εκτός Βουλής (μετά την αποτυχία με το 2,94% στις εκλογές του Οκτώβρη του 1993) θα ήταν πιθανότατα μοιραία για τον Συνασπισμό.

Ο λόγος γι’ αυτή την πρόβλεψη ήταν η τραγική κατάσταση στο εσωτερικό του κόμματος. Πράγματι το ευρωκομουνιστικό πολιτικό πλαίσιο κυριαρχούσε στον ΣΥΝ, όμως η πλειοψηφία των στελεχών και των μελών του προερχόταν από το ΚΚΕ. Αυτή η αντίφαση ενισχυόταν από τη μεγάλη διείσδυση των ιδεών της κεντροαριστεράς, από την αίγλη του σοσιαλφιλελεύθερου «εκσυγχρονισμού» επί Σημίτη, ιδεών που δεν είχαν κερδίσει μόνο μια σειρά ηγετικών στελεχών (π.χ. Ανδρουλάκης, Δαμανάκη, Μπίστης κ.ά.), αλλά κυκλοφορούσαν ευρύτατα στο στελεχικό δυναμικό και στις οργανώσεις του κόμματος. Το Νοέμβρη του 2001, ο Λ. Κύρκος, ο «Νέστορας» της ευρωκομουνιστικής παράδοσης, είχε προτείνει μια «ομοσπονδία» μεταξύ ΠΑΣΟΚ και ΣΥΝ. Την προοπτική αυτή ενίσχυαν οι πιο ευέλικτες ομάδες της ηγεσίας του ΠΑΣΟΚ –ειδικά ο Κώστας Λαλιώτης– που έβλεπαν τη διεύρυνση της σοσιαλδημοκρατίας προς τον ΣΥΝ ως αντίβαρο στη φθορά που το ΠΑΣΟΚ είχε υποστεί επί Σημίτη και ως μοναδική ελπίδα για μια νέα εκλογική νίκη απέναντι στην ανερχόμενη ΝΔ του Κώστα Καραμανλή.

Στην κορυφή αυτής της ασταθούς πυραμίδας στον ΣΥΝ στεκόταν, ως πρόεδρος, ο Νίκος Κωσταντόπουλος –που δεν προερχόταν από την κομουνιστική, αλλά από την κεντροαριστερή παράδοση– και ως συντονιστής της Κεντρικής Πολιτικής Επιτροπής ο Στέργιος Πιτσιόρλας, στέλεχος του πρώην ΚΚΕ εσωτερικού και σήμερα –μετά από μακρά πορεία απομάκρυνσης επί ΣΥΡΙΖΑ– πρόεδρος του ΤΑΙΠΕΔ…

Στις συνθήκες αυτές εκδηλώθηκε η προδρομική και σημαντική για τις μετέπειτα εξελίξεις ίδρυση του «Χώρου Διαλόγου και Κοινής Δράσης της Αριστεράς». Στο «Χώρο» συμμετείχε ένα τμήμα της Αριστεράς του ΣΥΝ (από το, τότε ενιαίο, Αριστερό Ρεύμα και το Κοκκινοπράσινο Δίκτυο), η ΑΚΟΑ, η ΚΕΔΑ, οι Ενεργοί Πολίτες του Μανόλη Γλέζου και μια σειρά σημαντικοί «ανένταχτοι»: ο Θοδ. Δρίτσας, η Τασία Χριστοδουλοπούλου, ο Δήμος Τσακνιάς, ο Γ. Μηλιός, ο Μάκης Σπαθής, ο Γ. Μητραλιάς κ.ά. Από το χώρο της άκρας Αριστεράς συμμετείχαν η ΔΕΑ, η ΚΟΕ, το Δίκτυο, το Ξεκίνημα (για ένα διάστημα), ενώ αρχικά παρακολούθησαν τις διαδικασίες, ως «παρατηρητές», το ΣΕΚ και το ΔΗΚΚΙ.

Ο «Χώρος» επιχειρούσε μια πρώτη συστηματική συζήτηση για τη δύσκολη κατάσταση στην Αριστερά, αλλά και μια διερεύνηση των δυνατοτήτων κοινής δράσης (π.χ. στο ασφαλιστικό ή στις αντιπολεμικές κινητοποιήσεις…). Όμως η ίδρυσή του απαντούσε σε βαθύτερα «μηνύματα»: στις πρώτες προκλήσεις του διεθνούς αντιπαγκοσμιοποιητικού κινήματος (ευρωπορείες, Σιάτλ, Πράγα), στις ελπιδοφόρες επιτυχίες της πρώτης περιόδου της Κομουνιστικής Επανίδρυσης στην Ιταλία, στην ανάγκη για γενικευμένη κριτική στην κεντροαριστερά μετά την αποτυχία της «πληθυντικής Αριστεράς» στη Γαλλία, σε ένα ομιχλώδες κάλεσμα για μια «ανασύνθεση» της Αριστεράς που έμοιαζε να προκύπτει από πολλές πηγές (ακόμα και από τα ευρωπαϊκά τμήματα της 4ης Διεθνούς).

Ο «Χώρος» έβαζε με σαφήνεια τη διαχωριστική γραμμή ενάντια στην κεντροαριστερή στρατηγική, ενώ επιχειρούσε να ανοίξει μια σοβαρή συζήτηση αντιμετώπισης των δυσκολιών που είχε δημιουργήσει η κρίση των ΚΚ μέσα στη σκληρή δεκαετία του ’90, αλλά και η στασιμότητα ή η κρίση των οργανώσεων της επαναστατικής Αριστεράς, 30 χρόνια μετά τον Μάη του ’68, πανευρωπαϊκά.

Στο μεταξύ διάστημα, η ηγεσία του ΣΥΝ είχε επιχειρήσει κάποιες εκλογικές συμμαχίες με κάποια τμήματα από αυτά που τελικά συμμετείχαν στον «Χώρο» (ΑΚΟΑ, ΚΕΔΑ, Μαν. Γλέζος κ.ά.). Όμως τα αποτελέσματα ήταν πενιχρά. Το δρεπάνι του 3% εξακολουθούσε να κρέμεται απειλητικό.

Ήταν σαφές ότι για ένα εγχείρημα μεγαλύτερων φιλοδοξιών υπήρχε η προϋπόθεση της ριζοσπαστικοποίησης της πολιτικής. Και η βοήθεια εδώ ήρθε «απ’ έξω»…

Προϊόν της ριζοσπαστικοποίησης

Η ίδρυση του ΣΥΡΙΖΑ υποβοηθήθηκε αποφασιστικά από ένα κύμα ριζοσπαστικοποίησης στο εσωτερικό της χώρας και διεθνώς.

Η γιγάντια απεργία και τα τεράστια συλλαλητήρια σε όλη τη χώρα ενάντια στην κατεδάφιση του ασφαλιστικού, επί Γιαννίτση, ενίσχυσαν τη βαθιά διαχωριστική γραμμή μεταξύ της Αριστεράς και του σοσιαλφιλελευθερισμού. Στο εσωτερικό του Συνασπισμού, αυτή η εξέλιξη βοήθησε την αριστερή πτέρυγα να αναλάβει τις ευθύνες της, να αρχίσει μια μάχη απέναντι σε όσους-ες αλληθώριζαν προς το ΠΑΣΟΚ και να αρχίσει να αναδεικνύει την απόρριψη της κεντροαριστερής στρατηγικής ως προϋπόθεση για την ανασυγκρότηση.

Η πιο σημαντική ενίσχυση ήρθε από το διεθνές κίνημα ενάντια στη νεοφιλελεύθερη καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση. Το 2001, στη Γένοβα, οι δυνάμεις που συμμετείχαν στο «Χώρο», συγκρότησαν ένα μεγάλο μπλοκ (Ελληνική Επιτροπή για τη Διεθνή Διαδήλωση στη Γένοβα), που συμμετείχε ακόμα και στα πιο «καυτά» σημεία της σύγκρουσης. Το κύμα ελπίδας, που ερχόταν από τις διεθνείς κινητοποιήσεις, έσπρωχνε όλο το πλαίσιο των αναζητήσεων προς τα αριστερά. Για παράδειγμα, στη Γένοβα, η Νεολαία του ΣΥΝ (με Γραμματέα, τότε, τον Αλέξη Τσίπρα) έριχνε το σύνθημα «Πνίξατε τα Βαλκάνια στο αίμα – Άντε και γαμήσου σύντροφε Ντ’ Αλέμα!», εκφράζοντας έτσι την αηδία της απέναντι στους μέχρι χθες αξιοσέβαστους διεθνείς συνομιλητές του κόμματός της.

Η Αριστερά στην Ελλάδα –με την τιμητική εξαίρεση του ΣΕΚ–  υποτίμησε αυτό το διεθνές κίνημα. Η διστακτική αντιμετώπιση του ΚΚΕ, αλλά και του ΝΑΡ κ.ά., έδιναν στις δυνάμεις που συσπειρώνονταν στο «Χώρο» μεγαλύτερα περιθώρια για πρωτοβουλίες.

Μια πρώτη δοκιμασία ήρθε με το αντιπολεμικό κίνημα. Μετά το χτύπημα της Αλ Κάιντα στη Νέα Υόρκη (11/9/2001), ο ΣΥΝ αντέδρασε με τη γραμμή των «ίσων αποστάσεων» απέναντι τόσο στον ιμπεριαλισμό όσο και την τρομοκρατία. Η στάση αυτή δεν έγινε δεκτή από τους υπόλοιπους στο «Χώρο» και χρειάστηκαν αρκετά «επεισόδια» για να επιβληθεί μια στοιχειωδώς αξιοπρεπής αντιπολεμική-αντιιμπεριαλιστική γραμμή.

Στη βάση των επιτυχιών, αλλά και των πολιτικών κεκτημένων, αυτής της πρώτης περιόδου έγινε εφικτή η συγκρότηση του Ελληνικού Κοινωνικού Φόρουμ. Η σημαντική συμμετοχή στις διαδηλώσεις κατά την ελληνική προεδρία της ΕΕ (Γενάρης-Ιούνης 2004, από το Ναύπλιο μέχρι τη Χαλκιδική…) έδειξε ότι στη βάση μιας ριζοσπαστικής αριστερής γραμμής ήταν δυνατό να ενεργοποιηθεί ένα πολύ πλατύτερο δυναμικό, που μέχρι τότε χανόταν στη διασπορά. Η διαπίστωση αυτή επιβεβαιώθηκε και κατά τις γιγάντιες διαδηλώσεις ενάντια στον πόλεμο του Μπους στο Ιράκ.

Ταυτόχρονα γινόταν φανερό ότι έπρεπε επειγόντως να βρεθεί ένα «εργαλείο» που θα επέτρεπε σε όλον αυτό τον κόσμο να συμμετέχει πιο συστηματικά και μόνιμα στον πολιτικό αγώνα. Στο εσωτερικό του Συνασπισμού είχε σταθεροποιηθεί η επιλογή για μια πολιτική συμμαχία με τις δυνάμεις «του Χώρου και του Φόρουμ», για μια ανασύνταξη μέσω της αναφοράς «στα κινήματα», ενώ είχαν μπει σε πορεία υποβάθμισης οι τάσεις που εξακολουθούσαν να εναποθέτουν τις ελπίδες τους στη σοσιαλδημοκρατία. Τα θεμέλια για τη δημιουργία του ΣΥΡΙΖΑ είχαν τεθεί.

Προϊόν μιας διαρκούς πολιτικής σύγκρουσης

Η ιδρυτική Πολιτική Διακήρυξη του ΣΥΡΙΖΑ υπογράφηκε στα τέλη του 2003 από τους: ΑΚΟΑ, Ενεργοί Πολίτες, ΔΕΑ, ΚΕΔΑ, ΚΟΕ, ΣΥΝ και πολλούς-ές ανένταχτους. Η Διακήρυξη παρουσιάστηκε δημόσια στις 3 Δεκέμβρη 2003 από τους Γ. Μπανιά, Μ. Γλέζο, Γ. Θεωνά, Ν. Γαλάνη, Στ. Πιτσιόρλα, Τ. Χριστοδουλοπούλου, Αντ. Νταβανέλο. Προκάλεσε έντονες αντιδράσεις από την «ανανεωτική πτέρυγα» του ΣΥΝ, που κατηγόρησε το κόμμα της ότι εμπλέκεται όχι σε μια εκλογική συμμαχία, αλλά σε μια γενικότερη πολιτική συμμαχία με απροσδιόριστες συνέπειες για το κόμμα του ΣΥΝ.

Η Διακήρυξη συνοδευόταν από μια συμφωνία που δήλωνε: α) Ο ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί πολιτικό μέτωπο οργανώσεων και ανένταχτων που διατηρούν την αυτονομία και την ελεύθερη έκφραση των απόψεών τους. β) Ο ΣΥΡΙΖΑ λειτουργεί δια της συναίνεσης και αναγνωρίζει ένα λελογισμένο δικαίωμα «βέτο» σε κάθε συνιστώσα του. γ) Θα υπάρξει πλουραλιστική εκπροσώπησή του στη βουλή. δ) Θα περιλαμβάνει τη λέξη «Συνασπισμός» στον τίτλο του και πρόεδρος στην Κοινοβουλευτική Ομάδα του θα είναι ο πρόεδρος του ΣΥΝ.

Στη βάση αυτή ο ΣΥΡΙΖΑ (με την απομάκρυνση της ΚΟΕ, που δήλωσε απλή εκλογική στήριξη) συμμετείχε με σχετική επιτυχία στις εκλογές του Μάρτη 2004, παίρνοντας το 3,26% των ψήφων.

Στις εκλογές αυτές δεν τηρήθηκε η συμφωνία για πλουραλιστική εκπροσώπηση. Με τον χειρισμό του Ν. Κωσταντόπουλου και της Αν. Φιλίνη, το «φάουλ» δεν διορθώθηκε μετεκλογικά. Το γεγονός προκάλεσε μια πρώτη κρίση μεταξύ της Γραμματείας του ΣΥΡΙΖΑ και του κόμματος του ΣΥΝ, κρίση που συνδυαζόταν με την εσωτερική σύγκρουση στον ΣΥΝ σχετικά με το αν υπάρχουν γενικότερες προοπτικές για τον ΣΥΡΙΖΑ ή όχι.

Η κρίση αυτή εντάθηκε με τις διαφορές απέναντι στο σχέδιο Ανάν και συνδαυλίστηκε συστηματικά από την Ανανεωτική Πτέρυγα που επιδίωκε καθαρά την ακύρωση του εγχειρήματος, βλέποντας τον κίνδυνο διολίσθησης προς «αριστερίστικες» κατευθύνσεις. Στις ευρωεκλογές του Ιούνη του 2004 ο ΣΥΝ κατέβηκε μόνος, συγκεντρώνοντας μόλις 4,16%, έναντι του προηγούμενου 5,25% το 1999.

Η επιλογή ΣΥΡΙΖΑ ήταν πλέον σαφώς συνδεδεμένη με τη συζήτηση για «ριζοσπαστικοποίηση» του ΣΥΝ και μόνο ένα σημαντικό βήμα προς αυτή την κατεύθυνση θα επέτρεπε την επανεκκίνηση του εγχειρήματος. Το βήμα αυτό έγινε στο 4ο Συνέδριο του Συνασπισμού (9-12/12/2004), το αποκαλούμενο και συνέδριο «αριστερής στροφής». Στο συνέδριο αυτό ο Συνασπισμός άλλαξε πρόεδρο, εκλέγοντας τον Αλέκο Αλαβάνο στη θέση του Ν. Κωσταντόπουλου, ενώ ήταν το πρώτο συνέδριο στην ιστορία του ΣΥΝ όπου το (πλειοψηφικό) ενιαίο, τότε, Αριστερό Ρεύμα διεκδίκησε και ανέλαβε τις ευθύνες του ως ηγεσία του κόμματος.

Στο ηγετικό επίπεδο του ΣΥΝ η επικράτηση της «αριστερής στροφής» ήταν πιο δύσκολη απ’ ό,τι τελικά φάνηκε στο συνέδριο. Ας δώσουμε το λόγο στον Γ. Μπαλάφα (που έχει γράψει ένα «χρονικό» των 20 χρόνων του ΣΥΝ): «Το κείμενο του Αριστερού Ρεύματος, που εισηγήθηκε ο Λαφαζάνης, χαρακτήριζε τον ΣΥΡΙΖΑ στρατηγική επιλογή την οποία το κόμμα όφειλε να προωθήσει, καταλόγιζε ευθύνες στον ΣΥΝ για την αναστολή της λειτουργίας του σχήματος και έκανε κριτική στο δεύτερο κείμενο ότι άφηνε παράθυρα για συνεργασία με το ΠΑΣΟΚ»… Το δεύτερο κείμενο, της Παρέμβασης και της Ανανεωτικής Συσπείρωσης, που παρουσίασε ο Λυκούδης, «έβλεπε κριτικά τον ΣΥΡΙΖΑ, με θετικές και αρνητικές πλευρές». Στην ΚΠΕ του ΣΥΝ το κείμενο Λαφαζάνη εγκρίθηκε με μόλις 51 ψήφους έναντι 48, ενώ υπήρξαν 7 λευκά, 3 αποχές και ένα «παρών» (Ν. Κωσταντόπουλος).

Παρ’ όλα αυτά, η «αριστερή στροφή» του ΣΥΝ δημιούργησε τις προϋποθέσεις επανεκκίνησης του ΣΥΡΙΖΑ, που μπόρεσε πλέον να μπει ενιαίος στην κρίσιμη περίοδο της μάχης ενάντια στη Δεξιά του Κ. Καραμανλή. Όμως αυτό δεν σημαίνει ότι στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ τελείωσαν οι συγκρούσεις, που μάλιστα κάποτε έπαιρναν ακόμα και υπαρξιακή διάσταση. Οι πιο γνωστές από αυτές τις συγκρούσεις ήταν σχετικά με την επιμονή του ΣΥΝ στην υποψηφιότητα Πανούση για την Περιφέρεια Αττικής (2006), τα προβλήματα εκπροσώπησης στις ευρωεκλογές του 2009, το ξέσπασμα της κρίσης μεταξύ Αλαβάνου και Τσίπρα, η επιμονή της πλειοψηφίας του ΣΥΝ για υποψηφιότητα του Αλ. Μητρόπουλου στην Περιφέρεια Αττικής (2010), για να φτάσουμε στα μεγάλα προβλήματα του προγράμματος, της πολιτικής γραμμής και της τακτικής, που κορυφώθηκαν μετά τις εκλογικές νίκες του 2012 και πήραν εκρηκτική διάσταση μετά τη νίκη στις 25 Γενάρη του 2015.

Οι συγκρούσεις αυτές εξελίσσονταν σε ένα διπλό πεδίο. Αφενός, μεταξύ της Γραμματείας του ΣΥΡΙΖΑ και του κόμματος του ΣΥΝ. Αφετέρου, στο εσωτερικό του ΣΥΝ, μεταξύ των υποστηρικτών της συνέχειας του ΣΥΡΙΖΑ, που είχε γίνει συνώνυμο με τη «ριζοσπαστικοποίηση» του ΣΥΝ, και της δεξιάς «ανανεωτικής» πτέρυγας, που έψαχνε μόνιμα τρόπο για απαγκίστρωση από τον ΣΥΡΙΖΑ.

Πολλοί σύντροφοι έξω από τον ΣΥΡΙΖΑ, και κάποιοι σύντροφοι στη διεθνή Αριστερά, εσφαλμένα νομίζουν ότι η επιλογή ΣΥΡΙΖΑ, η απόφαση για δράση μέσα από ένα ενωτικό εγχείρημα της ριζοσπαστικής Αριστεράς, σήμαινε έναν κάποιο «συμφιλιωτισμό» με τον Συνασπισμό γενικά, ή ότι οι εσωτερικές πολιτικές σχέσεις συνιστούσαν ένα «αγαπησιάρικο» κλίμα. Αυτά δεν έχουν σχέση με την ταραχώδη διαδρομή που ζήσαμε. Και αυτή η πραγματικότητα δημιουργούσε την υποχρέωση για την ανάπτυξη των «εργαλείων» με τα οποία ο καθένας έπαιρνε μέρος σ’ αυτή την εσωτερική πολιτική μάχη που, συχνά, είχε καθοριστικές συνέπειες.

Από τον Αλαβάνο στον Τσίπρα

Η περίοδος της ηγεσίας του Αλ. Αλαβάνου υπήρξε σημαντική τόσο για τον ΣΥΝ όσο και για τον ΣΥΡΙΖΑ.

Αρχικά ο Αλαβάνος έδωσε έμφαση στην αποκατάσταση των σχέσεων μεταξύ του ΣΥΝ και της Γραμματείας ΣΥΡΙΖΑ, υπογραμμίζοντας ότι θεωρεί τον ΣΥΡΙΖΑ «οριστική» επιλογή. Στα τέλη μάλιστα της θητείας του ως πρόεδρος του ΣΥΝ, έδειξε μια τάση να «οχυρωθεί» στον ΣΥΡΙΖΑ, για να αμυνθεί πολιτικά απέναντι στο ίδιο του το κόμμα.

Η βασική αρετή του Αλαβάνου αναδείχθηκε στο πολιτικό πεδίο. Σπάζοντας μια παράδοση του «ανανεωτικού» χώρου, συγκρούστηκε γρήγορα και έντονα με τη ΝΔ του Καραμανλή, διεκδικώντας ξανά για την Αριστερά τα «αντιδεξιά» αντανακλαστικά, που είχαν κατασυκοφαντηθεί από τον εκφυλισμό τους επί ΠΑΣΟΚ. Πίστεψε νωρίς στις δυνατότητες νίκης του νεολαιίστικου κινήματος ενάντια στην ιδιωτικοποίηση των ΑΕΙ (Άρθρο 16) και προσπάθησε να ταυτίσει το κόμμα του με αυτή την προοπτική, σπάζοντας μια άλλη παράδοση του «ανανεωτισμού» που είχε γίνει διστακτικός απέναντι στις ιδιωτικοποιήσεις. Υποστήριξε κάποιες αντισυμβατικές τακτικές με ρίσκο (όπως η υποψηφιότητά του στο Ηράκλειο, όπου «βγήκε» την τελευταία στιγμή, ή η πρότασή του για τον Αλέξη Τσίπρα στο Δήμο της Αθήνας), που έχτιζαν ένα προφίλ ριζοσπαστισμού. Μέσα από αυτές τις επιλογές χτίστηκε μια σημαντική δημοσκοπική επιρροή του ΣΥΡΙΖΑ, που ήταν μια πρώτη προειδοποίηση για τη μετέπειτα έκρηξη του 2012.

Σημαντική ήταν επίσης η στάση του κατά την εξέγερση του Δεκέμβρη του 2008. Παρά τις μεγάλες συστημικές πιέσεις (Συμβούλιο Πολιτικών Αρχηγών), την πίεση του ΚΚΕ («χαϊδεύετε τα αυτιά των κουκουλοφόρων») και τις σφοδρές αντιδράσεις στο εσωτερικό του ΣΥΝ που απαιτούσαν «καταδίκη της βίας απ’ όπου κι αν προέρχεται», κράτησε τον ΣΥΡΙΖΑ στη μίνιμουμ στάση: Συνεχίστε να διαδηλώνετε! Το αποτέλεσμα ήταν δημοσκοπικά κακό: Η επιρροή του ΣΥΡΙΖΑ έμοιαζε να μειώνεται σημαντικά. Όμως πολιτικά συνέβη το αντίθετο: Ο ΣΥΡΙΖΑ ξεχώρισε από το «σωρό» των παραδοσιακών κομμάτων, βάζοντας τα θεμέλια για την πολιτική και εκλογική νίκη του στο επόμενο διάστημα.

Κατά τη γνώμη μου, κορυφαία στιγμή του Αλαβάνου υπήρξε η άποψή του για τα καθήκοντα της Αριστεράς, όταν ξέσπασε η κρίση: α) Η εκτίμηση ότι η Ελλάδα είναι ο αδύναμος κρίκος του καπιταλισμού στην Ευρώπη. β) Η προτροπή για ρήξη με τον «ευρωπαϊσμό» που κυριαρχούσε στον ΣΥΝ (το τέλος της ανοχής στο Μάαστριχτ). γ) Η εκτίμηση για τον επερχόμενο «εργατικό Δεκέμβρη». δ) Το σύνθημα για μια κυβέρνηση της Αριστεράς. ε) Η πρόταση για μετατροπή του ΣΥΡΙΖΑ σε ενιαίο κόμμα.

Όμως η βασική αδυναμία του Αλαβάνου ήταν οι απόψεις του για το κόμμα. Απόψεις που διαφάνηκαν από την αρχική του επίθεση στις «τάσεις», μια επίθεση που ήταν εκτός τόπου και χρόνου. Απόψεις που επιβεβαιώθηκαν με την αιφνιδιαστική παραίτησή του από την ηγεσία του κόμματος και την απόπειρα να εγκαταστήσει μια «διαρχία»: όπου άλλος θα είχε την ηγεμονία επί της πολιτικής και άλλος θα τραβούσε το κουπί στους «μηχανισμούς», δηλαδή στο κόμμα. Μια μετέπειτα πικρόχολη παρατήρηση του Δημ. Παπαδημούλη είναι σωστή: ο Αλ. Αλαβάνος δεν πρότεινε απλώς τον Αλ. Τσίπρα, στην ουσία τον επέβαλε στην ηγεσία του ΣΥΝ.

Σε εκείνο το θυελλώδες διάστημα υποστηρίξαμε αρχικά την πολιτική του Αλαβάνου, ως συνέχεια της «αριστερής στροφής» στον ΣΥΝ, ως αναγκαίο προχώρημα για τη συνέχεια του ΣΥΡΙΖΑ. Βαδίσαμε μαζί του στο Μέτωπο Αλληλεγγύης και Ανατροπής ενάντια στην επιλογή της πλειοψηφίας του ΣΥΝ για τον Αλ. Μητρόπουλο στην Περιφέρεια Αττικής, επιλογή που εκτιμήσαμε ως προαναγγελία προσανατολισμού σε γενικότερα «ανοίγματα» προς τους σοσιαλδημοκράτες. Προσπαθήσαμε –μαζί με άλλους στη Γραμματεία του ΣΥΡΙΖΑ– να μην πάρει η σύγκρουση Αλαβάνου-Τσίπρα καταστροφικά χαρακτηριστικά, να βρεθεί τρόπος «συνύπαρξης», να αποφευχθούν σενάρια οριστικής διάσπασης του ΣΥΡΙΖΑ. Όταν αυτές οι προτάσεις της πλειοψηφίας της Γραμματείας του ΣΥΡΙΖΑ απορρίφθηκαν (τόσο από τον ΣΥΝ, όσο και από τον Αλ. Αλαβάνο), δεχθήκαμε (μαζί με τη μεγάλη πλειοψηφία όσων δώσανε με το ΜΑΑ την εκλογική μάχη στην Περιφέρεια της Αττικής) την «επανεκκίνηση» του ΣΥΡΙΖΑ στην τελική ευθεία προς τον Γενάρη του 2015.

Στις εκλογές του 2009 και μετά από αυτή την ανοιχτή κρίση, ο ΣΥΡΙΖΑ πήρε 315.000 ψήφους και 4,16%. Πρόεδρος της ΚΟ εκλέχτηκε, από τους 9 βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ, ο Αλ. Τσίπρας.

Κόμμα των μελών;

Οι προτάσεις του Αλ. Αλαβάνου για άμεση μετατροπή του ΣΥΡΙΖΑ σε ένα ενιαίο «κόμμα των μελών του» συναντούσαν ένα εσωτερικό «κύμα» στον ΣΥΡΙΖΑ που εξέφραζε ένα αυθεντικό αίτημα για εσωκομματική δημοκρατία και πιο συγκροτημένη λειτουργία του. Το συγκροτούσαν τα μέλη της ΠΑΣΑ, της ΑΚΟΑ, της ομάδας Ρόζα, του Κόκκινου, της ΑΠΟ κ.ά. Η πρόταση ήταν για μια γρήγορη μετάβαση σε ενιαίες τοπικές και κλαδικές οργανώσεις, την υιοθέτηση της αρχής «ένα μέλος–μία ψήφος», τη λήψη αποφάσεων δια πλειοψηφίας.

Το πρόβλημα που είχαμε με την πρόταση αυτή ήταν το ερώτημα αν υπήρχαν οι πολιτικές προϋποθέσεις, οι αναγκαίες σχέσεις εμπιστοσύνης, για να στηριχθεί αυθεντικά μια τέτοια ενοποίηση. Και η απάντησή μας ήταν αρνητική.

Καταρχήν την πρόταση αυτή απέρριπτε η μεγάλη πλειοψηφία των μελών του ΣΥΝ: το Αριστερό Ρεύμα εκδήλωνε έντονο σκεπτικισμό, οι «ανανεωτικοί» μιλούσαν για casus belli, ενώ η στελεχική ομάδα γύρω από τον Τσίπρα διατύπωνε κάποιες απόψεις, που προειδοποιούσαν ότι μια άκαιρη ενοποίηση ήταν δυνατόν να οδηγεί κατευθείαν σε ένα –με πρόσχημα την «άμεση δημοκρατία»– αρχηγικό κόμμα. Αυτός ο κίνδυνος, η μετατροπή του ΣΥΡΙΖΑ σε έναν «διευρυμένο Συνασπισμό», ήταν η βασική ανησυχία μας σε αυτή την κρίσιμη συζήτηση.

Τα ζητήματα αυτά τέθηκαν στην 3η Πανελλαδική Συνδιάσκεψη του ΣΥΡΙΖΑ (27-28/11/2009). Σε αυτή εργαστήκαμε για έναν «προωθητικό συμβιβασμό» που έκανε βήματα συγκρότησης του ΣΥΡΙΖΑ, βάζοντας το ζήτημα της μετάβασής του σε «κόμμα των μελών» μέσα από μια συγκεκριμένη και μετρήσιμη διαδικασία.

Το σύνθημα της 3ης Συνδιάσκεψης ήταν «ΣΥΡΙΖΑ παντού!», που όριζε ως καθήκον τη συγκρότηση των τοπικών οργανώσεών του. Αυτές θα λειτουργούσαν με κέντρο τις συνελεύσεις τους, με ενιαίο μητρώο μελών (ανένταχτων και οργανωμένων στις «συνιστώσες»), που θα εφοδιάζονταν με «κάρτα μέλους» και θα αναδείκνυαν τοπικές-συντονιστικές «ηγεσίες». Διατηρείτο η αντιπροσωπευτικότητα στη Γραμματεία και η συναίνεση ως μέθοδος των αποφάσεων. Η αρχή «ένα μέλος–μία ψήφος» και οι αποφάσεις δια πλειοψηφίας παραπέμπονταν στην επόμενη 4η Συνδιάσκεψη, το αργότερο μέσα σε ένα χρόνο. Σε μια Συνδιάσκεψη η οποία θα έπρεπε να είναι «σαφώς συγκροτημένη», δηλαδή θα έπρεπε να ήταν ένα σώμα εκλεγμένων αντιπροσώπων από τις οργανώσεις μελών που θα έπρεπε στο μεταξύ να έχουν συγκροτηθεί.

Η απόφαση αυτή προκάλεσε την οργή της δεξιάς πτέρυγας του ΣΥΝ. Ο Λ. Κύρκος δήλωσε δημόσια ότι η Ανανεωτική Πτέρυγα οφείλει «να αποφασίσει να πολεμήσει χωρίς συμβιβασμούς» και, αν παραμείνει μειοψηφία, «θα πρέπει να προχωρήσει στη δημιουργία νέου σχήματος». Ο Α. Νεφελούδης (ναι, ο σημερινός γενικός γραμματέας του υπουργείου Εργασίας) καλούσε από τις στήλες της «Αυγής» τους συντρόφους του να τελειώνουν με τον ΣΥΡΙΖΑ, «με αυτόν τον ανιστόρητο-αριστερίστικο-σκοτεινό γκρουπουσκουλισμό…».

Όμως η απόφαση της 3ης Συνδιάσκεψης συνάντησε και έντονες αντιδράσεις από το χώρο της «δημοκρατικής ευαισθησίας» μέσα στο ΣΥΡΙΖΑ. Πολλοί από αυτούς τους συντρόφους –με τα πιο καλά κίνητρα!– όταν αργότερα ο Αλ. Τσίπρας χρησιμοποιούσε ασύστολα την, τάχα, «άμεση δημοκρατία» (π.χ. με τα γιγαντιαία κομματικά «σώματα», όπου ζητούσε αιφνιδιαστικές ψηφοφορίες και έμπαινε υποψήφιος ως τάχα «ίσος» με τους άλλους συνέδρους, που παρακολουθούσαν σύξυλοι), θεωρούσαν ότι έτσι «ο Αλέξης κατεδαφίζει τους μηχανισμούς» και έμεναν προσδεδεμένοι στην ουρά του για πολύ. Ευτυχώς όχι και στις κρίσιμες μέρες του 2015.

Μέσα στα πλατιά κόμματα, η σύνδεση της εσωκομματικής δημοκρατίας –των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των μελών!– με τη γενική πολιτική ωρίμανση του κόμματος αποτελεί μια δύσκολη «άσκηση» ειλικρίνειας, σοβαρότητας και υπευθυνότητας. Σήμερα στο Podemos, όπου ο Ιγγλέσιας χρησιμοποιεί μια εικονική «άμεση δημοκρατία» για να καταργήσει κάθε δημοκρατικό δικαίωμα των μελών, έχουμε ένα ακόμα πιο σαφές παράδειγμα.

Στον ΣΥΡΙΖΑ, μετά την 3η Συνδιάσκεψη, πολλοί-ές εργαστήκαμε για να ολοκληρωθεί η μετάβαση στο «κόμμα των μελών». Οι όροι δημοκρατίας και πειθαρχίας, συλλογικότητας και αποτελεσματικότητας, η αρχή «ένα μέλος–μία ψήφος», οι αποφάσεις με πλειοψηφία κ.ο.κ. παρουσιάστηκαν στο καταστατικό που, τελικά, υιοθετήθηκε στο ιδρυτικό συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ, ενώ στη συνέχεια παραβιάστηκε συστηματικά και βάναυσα…

Κυβέρνηση της Αριστεράς

Η μεγάλη δοκιμασία για τον ΣΥΡΙΖΑ, όπως και για όλους μέσα στην Αριστερά στην Ελλάδα, ήταν η περίοδος που ακολούθησε το ξέσπασμα της κρίσης.

Μια περίοδος θυελλωδών και παρατεταμένων αγώνων, με κέντρο την απεργία και το «πεζοδρόμιο», που ξεπέρασε κατά πολύ τα δεδομένα της προηγούμενης ταξικής πάλης στην Ελλάδα, αλλά και στην Ευρώπη. Μια περίοδος, όπου η εργατική τάξη, ως ραχοκοκαλιά μιας ευρύτερης κινητοποίησης των λαϊκών δυνάμεων, ήρθε κατ’ επανάληψη αντιμέτωπη με τη γυμνή δύναμη του κράτους.

Στην περίοδο αυτή, ο ΣΥΡΙΖΑ μπήκε με μικρότερες δυνάμεις από το ΚΚΕ, και με δυνάμεις μεγαλύτερες, αλλά όχι ποιοτικά μεγαλύτερες (βλ. αποτελέσματα περιφερειακών εκλογών του 2010), από την ΑΝΤΑΡΣΥΑ.

Το 2012 ήταν πλέον καθαρό ότι ο ΣΥΡΙΖΑ επικράτησε εκλογικά. Νωρίτερα είχε επικρατήσει πολιτικά, κερδίζοντας την υποστήριξη πλατιών εργατικών και λαϊκών δυνάμεων και μάλιστα σε μια φάση άμεσης κινητοποίησής τους, παρά τα εσωτερικά προβλήματα συνοχής και ιδεολογικής σταθερότητας.

Αυτό το «φαινόμενο» χρειάζεται ερμηνεία. Μια πρώτη πλευρά της απάντησης είναι η έκκληση του ΣΥΡΙΖΑ για ενότητα δράσης, ο ενιαιομετωπικός χαρακτήρας της πολιτικής, αλλά και της συγκρότησής του που –παρά τα προβλήματα– ταίριαζε με τα συναισθήματα και τις διαθέσεις πλατιών τμημάτων του κόσμου. Όμως αυτό δεν αρκούσε και δεν αρκεί. Ο ΣΥΡΙΖΑ κέρδισε την περίοδο, γιατί πήρε την ευθύνη να προτείνει απάντηση στο πρόβλημα της κυβερνητικής εξουσίας έτσι και όπως μπορούσε να τεθεί στις συγκεκριμένες συνθήκες. Το βάθρο της επιτυχίας του ήταν το σύνθημα για την κυβέρνηση της Αριστεράς.

Οι αγωνιζόμενοι άνθρωποι κατανοούσαν ότι, για να σώσουν τον εαυτό τους και την τάξη τους από τις συνέπειες της λιτότητας, όφειλαν να ανατρέψουν την κυβέρνηση των μνημονίων. Το έκαναν με τον ΓΑΠ, το έκαναν με τον Παπαδήμο και βρήκαν απέναντί τους τον Σαμαρά, με τα ΜΑΤ, τα χημικά και τις επιστρατεύσεις των απεργών. Η ανατροπή του Σαμαρά με μεθόδους «πεζοδρομίου» προϋπέθετε προεπαναστατική κατάσταση, προϋπέθετε μια δύναμη του εργατικού και λαϊκού κινήματος μεγαλύτερη από τη διαθέσιμη. Όταν, μετά από αρκετές «δοκιμές», αυτό έγινε μαζικά κατανοητό, οι άνθρωποι στράφηκαν στην προοπτική να αξιοποιήσουν την εκλογική δυνατότητα. Αυτό δεν ήταν κάποια μαζική «στροφή δεξιά»: Παρά τις λυσσαλέες προσπάθειες των ΜΜΕ δεν έγινε δυνατό να μαντρώσουν ξανά τον κόσμο στην ουρά των αστικών πολιτικών κομμάτων.

Οι συνθήκες δεν ήταν της δικής μας επιλογής –μαζί με πολλούς άλλους θα επιθυμούσαμε ο κόσμος να πάρει το δρόμο της άμεσης ανατροπής, στηριγμένος στη δική του δράση από τα κάτω– όμως οι συνθήκες παρέμεναν ιστορικές: η αίσθηση ότι μια μεγάλη αλλαγή είναι αναγκαία, αλλά και εφικτή, ήταν χειροπιαστή παντού.

Σε αυτή την κατάσταση ταίριαξε γάντι το σύνθημα για την κυβέρνηση της Αριστεράς.

Τέθηκε στη δημόσια συζήτηση, για πρώτη φορά, από τον Αλέκο Αλαβάνο το 2008-2009, πριν ξεσπάσει η κρίση, πριν από τους μεγάλους αγώνες του 2010-2012. Τότε το απορρίψαμε, θεωρώντας ότι η μόνη δυνατότητα πρακτικής υλοποίησής του θα ήταν μια στροφή στον κοινοβουλευτικό δρόμο, μια στροφή σε συνεργασίες με τα πρώτα θραύσματα της σοσιαλδημοκρατίας.

Η συζήτηση άλλαξε ποιοτικά μετά το 2010. Είχαμε πλέον τη συσσώρευση των συνθηκών που θύμιζαν έντονα τη συζήτηση στο 4ο Συνέδριο της Κομουνιστικής Διεθνούς: μια βαθιά οικονομική κρίση, μια ριζική πόλωση μέσα στην κοινωνία, μια κάθετη κλιμάκωση των ταξικών αγώνων που όμως δεν έφταναν, ή δεν έφταναν ακόμα, σε (προ)επαναστατική κατάσταση, μια βαθιά επιθυμία των εργατών για αλλαγή της κατάστασης, αλλά που δεν έφτανε, ή δεν έφτανε ακόμα, στην αποφασιστικότητα για «να σπάσουμε τον τοίχο του καπιταλισμού», μια βαθιά κρίση των βασικών αστικών κομμάτων που δεν μπορούσαν να δώσουν μια πολιτική λύση στοιχειώδους σταθερότητας για το σύστημα…

Προσπαθήσαμε να υπερασπίσουμε μια άποψη για την κυβέρνηση της Αριστεράς, που συνδεόταν με την παράδοση της Κομουνιστικής Διεθνούς και τις αποφάσεις του 4ου Συνεδρίου της: Η κυβέρνηση της Αριστεράς ως υποχρεωτικό πολιτικό σύνθημα μέσα σε συνθήκες βαθιάς κρίσης, αλλά όχι (ή όχι ακόμα) κρίσης (προ)επαναστατικής. Η κυβέρνηση της Αριστεράς, με πρόγραμμα που θα λογοδοτεί στις ανάγκες της εργατικής τάξης και των λαϊκών μαζών και όχι σε κάποιες διαταξικές αναφορές όπως η «ανάπτυξη». Η κυβέρνηση της Αριστεράς ως «μεταβατικός» σταθμός της κλιμάκωσης της ταξικής πάλης με σταθερό στόχο τη σοσιαλιστική απελευθέρωση και όχι ως «τελικός» σταθμός μιας μεταρρυθμιστικής προσπάθειας που ελπίζει ότι θα μπορεί να ικανοποιεί και να διατηρεί ενωμένους τους καπιταλιστές και τους εργάτες με μια πολιτική «εξόδου της χώρας από την κρίση». Έχοντας την άποψη αυτή, συμβαδίζαμε με έναν ευρύτερο ριζοσπαστικό κόσμο μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ, που έβλεπε –ως ελάχιστο σημείο συμφωνίας– την κυβέρνηση της Αριστεράς ως τμήμα του σχεδίου επιβολής ενός προγράμματος «ταξικής μονομέρειας».

Κρίνοντας από το αποτέλεσμα, το στρατόπεδο αυτό ηττήθηκε. Η ήττα χρειάζεται ερμηνεία.

* Ένας βασικός παράγοντας ήταν η υποχώρηση του μαζικού κινήματος, σταδιακά μετά το 2012 και πιο γρήγορα μετά το 2013. Μια αυθεντική υλοποίηση του σχεδίου «κυβέρνηση της Αριστεράς» προϋποθέτει αισθητά μεγαλύτερη συμμετοχή του κόσμου από τα κάτω. Αυτή η διαπίστωση δεν πρέπει να γίνεται κατανοητή ως εναπόθεση των ευθυνών στον κόσμο. Αντίθετα, σημαίνει την αυτοκριτική (αλλά και κριτική) θέση ότι τα τμήματα της ριζοσπαστικής Αριστεράς μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ όφειλαν να δώσουν μεγαλύτερη έμφαση στην προσπάθεια ανασύνταξης του μαζικού κινήματος και να παίρνουν πολύ περισσότερο υπόψη αυτόν τον παράγοντα στη διαμόρφωση της τακτικής τους στις πολιτικές εξελίξεις.

* Όμως δεν θα μάθουμε ποτέ αν το σχέδιο «κυβέρνηση της Αριστεράς» ηττήθηκε στην Ελλάδα για αντικειμενικούς λόγους, μέσω του συσχετισμού των κοινωνικών δυνάμεων. Γιατί το σχέδιο αυτό εγκαταλείφθηκε από την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, ουσιαστικά, αμέσως μετά τις εκλογές του Ιούνη του 2012 και ολοφάνερα μετά τη νίκη του Γενάρη του 2015. Αντικαταστήθηκε από το σχέδιο της «κυβέρνησης εθνικής σωτηρίας», από μια πολιτική εθνικής ενότητας, που άφηνε έξω ουσιαστικά μόνο τη σαμαρική Δεξιά και τη Χρυσή Αυγή.

Ανάλογες «στροφές» πριν καν φτάσουν στην πολιτική εξουσία, μπορεί σήμερα να δει κανείς στην πολιτική του Μπλόκο στην Πορτογαλία ή στους σχεδιασμούς του Ιγγλέσιας σχετικά με τις προοπτικές του Podemos στην Ισπανία.

Είναι μια απόδειξη ότι μέσα στα πλατιά κόμματα της ριζοσπαστικής Αριστεράς δεν μπορεί να θεωρηθεί λήξαν το κλασσικό στρατηγικό δίλημμα: μεταρρύθμιση ή επανάσταση; Ένα δίλλημα που, αντίθετα με ό,τι πιστεύει ένα μεγάλο τμήμα της νέας πολιτικοποίησης, δεν αφορά το παρελθόν ή ένα μακρινό μέλλον, αλλά επηρεάζει καθοριστικά την τακτική ακόμα και σε περίοδο διεκδίκησης μεταρρυθμίσεων και γίνεται αποφασιστικό μπροστά σε γενικευμένες πολιτικές ανατροπές.

Η επιμονή μας σε αυτή τη θέση εξηγεί την άρνησή μας να «αυτοδιαλύσουμε» τη ΔΕΑ, παρά την πίεση που δεχτήκαμε πάνω μας στο ιδρυτικό συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ. Εξηγεί επίσης την έμφασή μας στην προσπάθεια να οικοδομηθεί μαζική αριστερή αντιπολίτευση απέναντι στο «ρεύμα» Τσίπρα, εξηγεί τη συμμετοχή μας στην Αριστερή Πλατφόρμα και την πρωτοβουλία μας για την ίδρυση του Κόκκινου Δικτύου.

Η ίδρυση της Αριστερής Πλατφόρμας (από τις ημέρες του 1ου ιδρυτικού συνεδρίου του ΣΥΡΙΖΑ) υπήρξε επίσης μια δύσκολη απόφαση. Προκαλούσε την οργή της ευρύτερης ηγετικής ομάδας γύρω από τον Αλ. Τσίπρα, που διαπίστωνε ότι με τη συγκρότηση της Α.Π. είχε αποκτήσει έναν συνεκτικό και σχετικά ισχυρό αντίπαλο μέσα στο ίδιο του το κόμμα. Η Α.Π., αναλαμβάνοντας συστηματικά ένα ρόλο ελέγχου και αντιπαράθεσης με βάση την επιμονή στον ταξικό προσανατολισμό, προκαλούσε μια ριζοσπαστικοποίηση κάθε κριτικής φωνής μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ. Γι’ αυτό πιεστήκαμε συχνά από τη ηγετική ομάδα (και με το μαστίγιο και με το καρότο…) για να σπάσουμε την πολιτική συμφωνία με τους συντρόφους του Αριστερού Ρεύματος, τη συμφωνία που στήριζε την ύπαρξη της Α.Π.

Όμως η ίδρυση της Α.Π. προκάλεσε αντιδράσεις και από ένα τμήμα του «ριζοσπαστισμού» μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ (ΑΝΑΣΑ, «53» κ.ο.κ.). Καλοί σύντροφοι και συντρόφισσες που, τότε, δεν έβλεπαν ισχυρούς ιδεολογικούς λόγους για να διαφοροποιηθούν ουσιαστικά από την ηγετική πλειοψηφία, έβλεπαν , αντίθετα, λόγους για να κριτικάρουν (και κάποτε αρκετά επιθετικά) τη συνεργασία ανάμεσα σε ένα τμήμα της διεθνιστικής αντικαπιταλιστικής Αριστεράς (των «τροτσκιστών» της ΔΕΑ) με τους συντρόφους του Αριστερού Ρεύματος, που αναφέρονταν στην παράδοση των ΚΚ. Στις δύσκολες ημέρες του 2015 αποδείχθηκε ότι η επιμονή στην αντιλιτότητα, η επιμονή στον προσανατολισμό στην εργατική τάξη, η επιμονή στην αναφορά στον μαρξισμό, ήταν ενοποιητική βάση για να κρατήσει η Α.Π. τις γραμμές της. Και είναι προς τιμήν των συντρόφων του Αριστερού Ρεύματος που τήρησαν τις δεσμεύσεις προς τον εαυτό τους, προς τα μέλη τους, προς τον κόσμο του ΣΥΡΙΖΑ και του κινήματος, σηκώνοντας ευθύνες βαρύτερες από αυτές που κληθήκαμε να σηκώσουμε εμείς. Αναφερόμαστε σε αυτή την εμπειρία γιατί στην μετά την 20η Σεπτέμβρη περίοδο, ρεύματα και ομαδοποιήσεις που μπορεί στο παρελθόν να συγκρούονταν, σήμερα οφείλουν να δουλέψουν μαζί για την οικοδόμηση μιας αντιμνημονιακής κοίτης της ριζοσπαστικής Αριστεράς.

Στην πορεία προς τις εκλογές του Γενάρη του 2015, η τελική ελπίδα μας ήταν ότι η σίγουρη εκλογική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ θα οδηγούσε σε ένα νέο κύμα αιτημάτων των μαζών, κύμα ελπίδων που θα απαιτούσαν άμεση δικαίωση, κύμα αγώνων από τα κάτω. Αυτό δεν συνέβη. Και εδώ οι ευθύνες ήταν πλέον όλο και περισσότερο στο σύστημα «κυβέρνηση και κόμμα ΣΥΡΙΖΑ» που, στο επτάμηνο από το Γενάρη μέχρι τις 12 Ιούλη, καλλιέργησε συστηματικά την παθητικότητα των μαζών, εναποθέτοντας όλες τις ελπίδες στο αποτέλεσμα των διαπραγματεύσεων με τους δανειστές.

Από το μεταρρυθμισμό στο νεοφιλελευθερισμό

Μετά τη νίκη στις εκλογές του Ιούνη του 2012, στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ άρχισε μια πορεία συντηρητικοποίησης. Η αίσθηση ότι στις επόμενες εκλογές –όποτε και αν αυτές γίνονταν– ο ΣΥΡΙΖΑ θα κέρδιζε την κυβερνητική εξουσία, αντί να οδηγήσει στη ριζοσπαστικοποίηση των σχέσεών του με τις μάζες και στη θωράκιση του κόμματος απέναντι στις καθεστωτικές επιρροές, οδήγησε σε αυτό που ο Γ. Δραγασάκης ονόμαζε «βίαιη ωρίμανση»:

Στην καλλιέργεια των σχέσεων με σοσιαλδημοκρατικούς κύκλους, με την καραμανλική Δεξιά, με τμήματα της κυρίαρχης τάξης. Στη μετατόπιση του προγράμματος από την ταξική μονομέρεια στην πολιτική αναζήτησης μιας γενικής «διεξόδου από την κρίση». Στην αλλαγή των λειτουργιών στο κόμμα, με την αυτονόμηση της ηγετικής ομάδας και τον περιορισμό των μελών σε ρόλο οπαδών. Στην εγκατάλειψη κάθε ριζοσπαστικής-παρεμβατικής τακτικής και στην κυριαρχία των εκλογικών-ψηφοθηρικών σκοπιμοτήτων.

Αυτή η διολίσθηση προς τα δεξιά επιταχύνθηκε μετά τη μεγάλη εκλογική και πολιτική νίκη του Γενάρη.

Η ηγετική ομάδα, που είχε πλέον συγκροτηθεί γύρω από τον Αλ. Τσίπρα, αντιμετώπισε την κρίσιμη περίοδο, αμέσως μετά τις εκλογές, με δύο βασικά κριτήρια:

α) Την αποφυγή της σύγκρουσης με την κυρίαρχη τάξη στο εσωτερικό της χώρας. Γι’ αυτό παραπέμφθηκαν στις καλένδες όλες οι «μονομερείς ενέργειες» που είχε υποσχεθεί ο ΣΥΡΙΖΑ (αύξηση κατώτατου μισθού, 13η σύνταξη στους χαμηλοσυνταξιούχους, αποκατάσταση των Συλλογικών Συμβάσεων, φορολογικές ελαφρύνσεις για τις λαϊκές τάξεις κ.ο.κ.). Η ηγεσία Τσίπρα ανακάλυπτε ότι ακόμα και οι μετριοπαθείς φιλεργατικές μεταρρυθμίσεις, μέσα σε μια περίοδο βαθιάς κρίσης, είναι δυνατόν να επιβληθούν στην πράξη μόνο ως τμήμα ενός μεταβατικού προγράμματος αντικαπιταλιστικής πολιτικής. Και μπροστά σε αυτή τη διαπίστωση οπισθοχωρούσε άτακτα, ακυρώνοντας όλο το μεταρρυθμιστικό πρόγραμμά της. Αυτή η άτακτη υποχώρηση έφτασε στον παροξυσμό στον κρίσιμο τομέα των τραπεζών, όπου ο Γ. Δραγασάκης, αντί για την πολιτική της εθνικοποίησης («υπό δημόσιο, δημοκρατικό, εργατικό έλεγχο») που προέβλεπε το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ, επανέφερε απλώς (απλώς!)… μεγαλοστελέχη της σοσιαλφιλελεύθερης περιόδου Σημίτη.

β) Την αποφυγή –πάση θυσία!– της σύγκρουσης με την ηγεσία της ΕΕ και τους δανειστές. Η πολιτική αυτή ξεκίνησε ως αυταπάτη της προεκλογικής ρητορικής («η Μέρκελ θα δεχθεί και θα είναι μέρα-μεσημέρι»), προχώρησε σε εγκατάλειψη της πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ για στάση πληρωμών και την απαίτηση διαγραφής του (μεγαλύτερου μέρους) του χρέους, εξελίχθηκε σε «διαπραγμάτευση» εφ’ όλης της ύλης με τους δανειστές, για να φτάσει στην κατάπτυστη συμφωνία με τις ευρωηγεσίες στις 20 Φλεβάρη, που ήταν σαφές για κάθε εχέφρονα άνθρωπο ότι οδηγεί σε μνημόνιο.

Η προσπάθεια του Τσίπρα για απεγκλωβισμό από αυτή τη θανατηφόρα παγίδα, κάτω και από την απειλητική πίεση της πλειοψηφίας του κόμματός του, οδήγησε στην απόφαση για το Δημοψήφισμα, στον τελευταίο «σπασμό» ριζοσπαστισμού από τον ΣΥΡΙΖΑ. Η μεγάλη παρέμβαση των εργατικών και λαϊκών δυνάμεων με το καθαρό ΟΧΙ του 62% έθεσε μπροστά στην ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ τα διλήμματα όπως πραγματικά ήταν: είτε επιμονή στο πρόγραμμα αντιλιτότητας, με πλήρη ρήξη με τους δανειστές και έξοδο από την ευρωζώνη, είτε υποταγή στο νέο μνημόνιο για να «κρατηθεί η χώρα στο ευρώ». Η ηγεσία Τσίπρα χρειάστηκε λιγότερο από 24 ώρες για να ενταχθεί οριστικά στη δεύτερη επιλογή.

Ο μεταρρυθμισμός, που προσπαθούσε να αποφύγει τη σύγκρουση με τη ντόπια κυρίαρχη τάξη και τις διεθνείς συμμαχίες και επιλογές της, μετατοπίστηκε υποχρεωτικά στη νεοφιλελεύθερη πολιτική.

Το μήνυμα αυτού του ξεπουλήματος έχει μεγάλη σημασία για την πολιτικοποίηση στο εσωτερικό της χώρας, αλλά και για τη διεθνή Αριστερά που παρακολούθησε συστηματικά τις εξελίξεις στην Ελλάδα: Η πολιτική της αντιλιτότητας, για να νικήσει, οφείλει να συγκρουστεί –χωρίς όρια– με την κυρίαρχη τάξη στο εσωτερικό κάθε χώρας. Η πολιτική της αντιλιτότητας, για να νικήσει, οφείλει επίσης να συγκρουστεί με τις ευρωηγεσίες, να σπάσει την πειθαρχία στις «συνθήκες» που επιβλήθηκαν στα προηγούμενα χρόνια κυριαρχίας του νεοφιλελευθερισμού, να τολμήσει να βγει από την ευρωζώνη και το ευρώ… Αυτή είναι μια «ελάχιστη» βάση για να μπορεί να ελπίζει μια κυβέρνηση της Αριστεράς στην απολύτως απαραίτητη διεθνή αλληλεγγύη.

Προσπαθώντας να αποφύγει αυτές τις δύο κρίσιμες επιλογές, η ηγεσία Τσίπρα ωθήθηκε εκ των πραγμάτων να αποδεχθεί ένα νεοφιλελεύθερο μνημόνιο και να αναλάβει την υποχρέωση να το επιβάλει, δρώντας πλέον ενάντια στα συμφέροντα των εργαζομένων και των λαϊκών τάξεων που (υποτίθεται) εκπροσωπεί.

Αντί επιλόγου – Συμπεράσματα

α) Στην παρούσα φάση του κινήματος, αλλά και της μαρξιστικής Αριστεράς διεθνώς, η επιλογή των «πλατιών κομμάτων», η επιλογή του Ενιαίου Μετώπου στο πολιτικό πεδίο, η επιλογή μιας μακράς και συστηματικής πολιτικής συνεργασίας με τμήματα του ριζοσπαστικού ρεφορμισμού, ή του «κεντρισμού», εξακολουθεί να είναι αναγκαία. Συνδέεται με τον αμυντικό χαρακτήρα της πάλης της τάξης μας, συνδέεται με την υποχρέωση συγκέντρωσης δυνάμεων για να διεκδικηθούν νίκες, συνδέεται με τα προβλήματα ανασυγκρότησης που αντιμετωπίζουν όλα τα ρεύματα μέσα στην Αριστερά. Η πολιτική του Ενιαίου Μετώπου παραμένει ένα κριτήριο διαχωρισμού μεταξύ μιας αποφασιστικής δράσης για την αλλαγή της υπάρχουσας κατάστασης των πραγμάτων και μιας βερμπαλιστικής αναφοράς στο μαρξισμό, στην επανάσταση κ.ο.κ.

β) Αυτή η επιλογή έχει σοβαρές πολιτικές προϋποθέσεις. Η ίδρυση του ΣΥΡΙΖΑ είχε ως υπόβαθρο την απόρριψη της κεντροαριστερής στρατηγικής. Όμως η ίδια η εξέλιξη του ΣΥΡΙΖΑ απέδειξε ότι τα πολιτικά, ιδεολογικά και οργανωτικά «κενά», μέσα στα ενωτικά εγχειρήματα της ριζοσπαστικής Αριστεράς, δίνουν νέες ευκαιρίες ανασύστασης μιας κεντροαριστερής πολιτικής, που μπορεί να φτάσει και στον απόλυτο σοσιαλφιλελεύθερο εκφυλισμό, όπως στην περίπτωση της ηγεσίας Τσίπρα. Οι προσανατολισμοί του Ιγγλέσιας στο Podemos και η στροφή της ηγεσίας του Μπλόκο προς τη συγκυβέρνηση με τη σοσιαλδημοκρατία, αποδεικνύουν ότι τα φαινόμενα αυτά είναι κάθε άλλο παρά απομονωμένα.

γ) Αυτό σημαίνει ότι οι δυνάμεις της μαρξιστικής αντικαπιταλιστικής Αριστεράς, αν και όπου κάνουν την επιλογή των «πλατιών κομμάτων», οφείλουν να την κάνουν με ειδικό τρόπο: Διατηρώντας αποφασιστικά την ιδεολογική και οργανωτική αυτονομία τους, διατηρώντας την ελευθερία και την πραγματική δυνατότητα σε κριτική και διαφοροποίηση. Παίρνοντας ειδική μέριμνα, εγκαίρως, για τη συγκρότηση αριστερής πτέρυγας, με έμφαση στο πρόγραμμα και στον ταξικό προσανατολισμό. Αυτά πρέπει να γίνονται δημόσια, να φτάνουν στη μεγάλη μάζα των μελών του κόμματος, αλλά και στα πρωτοπόρα τμήματα των αγωνιστών-στριών έξω από αυτό.

δ) Στην Ελλάδα η πάλη της «περιόδου ΣΥΡΙΖΑ» δεν ήταν σισύφεια. Η έγκαιρη συγκρότηση της Αριστερής Πλατφόρμας, η συγκρότηση άλλων ριζοσπαστικών-μαρξιστικών «αντιπολιτεύσεων» («53+», Νεολαία) στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ, είχε ως αποτέλεσμα, στην κρίσιμη στιγμή, ένα σημαντικό τμήμα του κόμματος να αντιδράσει με τον απαραίτητο διαχωρισμό απέναντι στον εκφυλισμό του.

Ο κόσμος αυτός, σε συνάντηση με τμήματα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και της βάσης του ΚΚΕ (τμήματα που έχουν να λύσουν άλλα, εξίσου σοβαρά ζητήματα προσανατολισμού, όπως το ξεπέρασμα του σεχταρισμού και μιας δράσης που λογοδοτεί κυρίως στην ιδεολογική αυτάρκεια), είναι δυνατόν να συγκροτήσει μια δύναμη στρατηγικής σημασίας, στις νέες συνθήκες στην Ελλάδα, στις συνθήκες που θα διαμορφώνει η υλοποίηση του 3ου Μνημονίου, υπό την πολιτική ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ και του Αλ. Τσίπρα.

Η πορεία ανασυγκρότησης στην Ελλάδα μιας μαζικής, ριζοσπαστικής, αντικαπιταλιστικής Αριστεράς στο περιβάλλον του 21ου αιώνα θα συνεχιστεί.

ε) Αυτό ακριβώς είναι το νόημα της συμμετοχής μας στη Λαϊκή Ενότητα. Η ΛΑΕ υπήρξε ως συνάντηση του πιο προωθημένου τμήματος της αριστερής «αντιπολίτευσης» μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ, της Αριστερής Πλατφόρμας, ενός τμήματος της ΑΝΤΑΡΣΥΑ (ΑΡΑΝ, ΑΡΑΣ) και ανένταχτων αγωνιστών, που κατανόησαν την ανάγκη να εκφραστεί από την αρχή η πολιτική και εκλογική αντιπαράθεση με τη μνημονιακή μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ.

Η εκλογική αποτυχία της (με μόλις 7.000 ψήφους κάτω από το όριο του 3%) ήταν πραγματική. Όμως διαθέτει μια συγκροτημένη συσπείρωση, τη δυνατότητα πολιτικών πρωτοβουλιών και τη δυνατότητα μιας σημαντικής διεύρυνσης. Γι’ αυτό, σε ό,τι μας αφορά, αντιμετωπίζουμε τη Λαϊκή Ενότητα όχι ως ολοκληρωμένο νέο φορέα, αλλά ως πολιτικό «μέτωπο υπό κατασκευή». Αν συνυπολογιστεί το δυναμικό και άλλων ριζοσπαστικών πρωτοβουλιών, προκύπτει μια ενδιαφέρουσα διαπίστωση: Πρόκειται για όπλα μεγαλύτερης εμβέλειας απ’ όσα διαθέταμε όσοι ξεκινήσαμε το εγχείρημα του ΣΥΡΙΖΑ, στις μακρινές πλέον συνθήκες του 2003-2004…

Ετικέτες