Ο καπιταλισμός ακόμα και σήμερα δεν έχει βγει από τη διαρθρωτική κρίση στην οποία μπήκε από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 - γεγονός που καθιστά ήδη αυτή την κρίση τη μεγαλύτερη στην ιστορία του διά μέσου των αιώνων.

Η μεθοδική εφαρμογή, από τη συντριπτική πλειονότητα των κρατών (συμπεριλαμβανομένων των κεντροευρωπαϊκών κρατών), καθώς και από υπερεθνικούς οργανισμούς διακυβέρνησης (ΔΝΤ, ΠΟΕ, Παγκόσμια Τράπεζα κ.λπ.), νεοφιλελεύθερων πολιτικών (οι οποίες περιλαμβάνουν την απελευθέρωση της κίνησης κεφαλαίων σε όλες τις μορφές τους διεθνώς, την αναδιάταξη, κατά συνέπεια των κύριων κέντρων της παγκόσμιας καπιταλιστικής συσσώρευσης προς ορισμένες ζώνες που ήταν μέχρι τώρα ημι-περιφερειακές, ή και περιφερειακές, την απορύθμιση των εγχώριων αγορών η οποία στερεί τα κράτη από τα παραδοσιακά τους εργαλεία οικονομικής πολιτικής, τη ρήξη με το φορντιστικό μοντέλο στα κεντροευρωπαϊκά κράτη και συνακόλουθα τη βάναυση αμφισβήτηση των κεκτημένων της μισθωτής εργασίας) έχει σίγουρα επιτρέψει από το 1960 τη σημαντική, μεταξύ άλλων, κερδοφορία του κεφαλαίου, τουλάχιστον στους μεγάλους βιομηχανικούς και οικονομικούς ομίλους που δραστηριοποιούνται στην παγκόσμια αγορά. Όμως έτσι, εισήγαγαν ένα σύστημα συσσώρευσης, κυρίως οικονομικής και χαμηλής κρατικής ρύθμισης που είναι εγγενώς ασταθές, στο πλαίσιο του οποίου η συνεχής συσσώρευση έρχεται σε τακτά χρονικά διαστήματα αντιμέτωπη με την ανεπάρκεια της τελικής ζήτησης (η οποία οφείλεται σε ανεπαρκή ανάπτυξη, στασιμότητα ή ακόμα και υποχώρηση των πραγματικών μισθών). Κατά συνέπεια, δημιουργούν μια όχι λιγότερο περιοδική άνοδο της κερδοσκοπίας (διόγκωση του πλασματικού κεφαλαίου σε αντικατάσταση της υποτονικής ανάπτυξης του πραγματικού κεφαλαίου) ή φούσκες που σκάνε με εκκωφαντικό θόρυβο - η λεγόμενη κρίση ενυπόθηκων δανείων υψηλού κινδύνου (2007-2009) ήταν μόνο το τελευταίο επεισόδιο αυτής της διαδικασίας. Και κάθε φορά, η διάσωση του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου που έχει καταρρεύσει γίνεται εις βάρος των δημόσιων οικονομικών (των οποίων η κατάσταση έχει, κατά συνέπεια, επιδεινωθεί δραματικά) και του πραγματικού κεφαλαίου, πράγμα που οδηγεί σε νέα κύματα απολύσεων, νέες επιθέσεις έναντι του μισθού (το επίπεδο του ακαθάριστου και καθαρού μισθού, τις συνθήκες εργασίας), οι επιπτώσεις της δημοσιονομικής λιτότητας έρχονται να προστεθούν στη μισθολογική λιτότητα, επιδεινώνοντας έτσι τη χρόνια κρίση (λόγω ανεπάρκειας της τελικής ζήτησης), σε έναν τέλειο φαύλο κύκλο που ετοιμάζει τα μελλοντικά επεισόδια της δημοσιονομικής και χρηματοπιστωτικής κρίσης και την επακόλουθη ανάγκη για το κεφάλαιο (εταιρείες και κυβερνήσεις) να επιτεθεί ακόμα πιο πολύ στους μισθωτούς και γενικότερα στα λαϊκά στρώματα, κάνοντας ακόμα πιο εξευτελιστικές τις συνθήκες ζωής τους και καταστέλλοντας ακόμα πιο σκληρά κάθε αντίσταση από την πλευρά τους.

Υπό αυτές τις συνθήκες, δεν είναι παράλογο να θέσουμε το ζήτημα του κράτους εξαίρεσης. Με αυτό εννοείται μια μορφή ή ένα καθεστώς καπιταλιστικού κράτους που, ενώ διατηρεί όλες τις απαραίτητες νομικές δομές για τη διαδικασία της αναπαραγωγής του κεφαλαίου (συμπεριλαμβανομένης της εγγύησης της ατομικής ιδιοκτησίας, τις υποχρεώσεις των οικονομικών και κοινωνικών εκπροσώπων για την εκτέλεση των συμβατικών τους υποχρεώσεων, τη διαιτησία των διαφορών μεταξύ των ατόμων σύμφωνα με το δίκαιο, την καταστολή των παραβιάσεων του νόμου κ.λπ.), αναστέλλει ή ακυρώνει εντελώς τα στοιχεία αυτής της δομής που εξασφαλίζει τα ατομικά δικαιώματα (τα δικαιώματα των πολιτών, ελευθερία πληροφόρησης και έκφρασης, κυκλοφορίας, δικαίωμα του συνέρχεσθαι, του συνεταιρίζεσθαι, της έκφρασης κ.λπ..) καθώς και τις  μορφές της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας που εξακολουθούν να υφίστανται, επιτιθέμενο στις μορφές αγώνα και οργάνωσης των κυριαρχούμενων τάξεων, που βασίζονται σε αυτές, ώστε να έχουν κάποια πιθανότητα να παρεμποδίσουν τις πολιτικές που ακολουθούν προς το συμφέρον τους οι κυρίαρχοι, απαγορεύοντας και καταστέλλοντας περισσότερο ή λιγότερο άγρια την έκφρασή τους, εγκαθιδρύοντας έτσι αυταρχικές, βίαιες, ακόμα και βάρβαρες μορφές σχέσεων μεταξύ κυβερνώντων και κυβερνωμένων (συστηματική παρακολούθηση από την αστυνομία, αυθαίρετες συλλήψεις, βασανιστήρια, φυλακίσεις χωρίς δίκη ή μετά από εικονική δίκη, κράτηση σε στρατόπεδα συγκέντρωσης κάτω από αυστηρό καθεστώς κ.λπ.), όλα με στόχο να σπάσουν κάθε ενεργή αντίδραση και να προλάβουν το σχηματισμό της, τρομοκρατώντας τον πληθυσμό. Μορφή κράτους ή καθεστώς που συνήθως νομιμοποιείται υποδεικνύοντας κάποιους φανταστικούς κινδύνους (την ανατροπή, την επανάσταση, την ξένη εισβολή, την ηθική παρακμή κ.λπ.) και μερικούς αποδιοπομπαίους τράγους (ημεδαπούς ή αλλοδαπούς). Μορφή και καθεστώς που δεν μπορεί να υλοποιηθεί παρά μόνο μέσω της μεγαλύτερης ενδυνάμωσης ή και μιας αυτονόμησης των κατασταλτικών κρατικών μηχανισμών (αστυνομίας και στρατού) και τη συμμετοχή στο πολιτικό σκηνικό της άκρας δεξιάς, ενδεχομένως, ακόμα και στις πρώτες θέσεις της πολιτικής και κυβερνητικής σκηνής.

Διευκρινίζοντας τα παραπάνω, ο σκοπός αυτού του άρθρου είναι περιορισμένος. Δεν έχει την πρόθεση να αντιμετωπίσει όλα τα ζητήματα που προκύπτουν από την προοπτική της δημιουργίας καθεστώτων έκτακτης ανάγκης στην Ευρώπη στο άμεσο ή το λιγότερο άμεσο μέλλον. Εδώ θέλουμε απλά να καθορίσουμε και να δομήσουμε το πλαίσιο μέσα στο οποίο είναι σκόπιμο να θέσουμε αυτά τα ερωτήματα, αποφεύγοντας την παγίδα των ιστορικών αναλογιών που απαντούν εκ των προτέρων στο θέμα πριν καν το εξετάσουμε πραγματικά.

1. ΠΡΟΣ ΕΝΑ ΝΕΟ ΦΑΣΙΣΜΟ;

Στο πλαίσιο της δομικής κρίσης που γνώρισε ο καπιταλισμός στην Ευρώπη κατά τη διάρκεια του 1920 και του 1930, ο φασισμός ήταν ένα είδος καθεστώτος που απαντούσε σε συγκεκριμένες συνθήκες και πολύ συγκεκριμένα κοινωνιολογικά, πολιτικά και ιδεολογικά χαρακτηριστικά. Η τωρινή δομική κρίση, της οποίας μόλις αναφέραμε μερικά χαρακτηριστικά, είναι πιθανό να προκαλέσει καθεστώτα εξαίρεσης του ίδιου τύπου; Σ' αυτό δίνουμε πιο συχνά θετική απάντηση, παρόλο που η σύγκριση μεταξύ των δύο καταστάσεων έχει περισσότερες διαφορές απ' ό,τι ομοιότητες. Το θέμα θα συζητηθεί εδώ σε τρία επίπεδα: των ταξικών σχέσεων, του θεσμικού καθεστώτος, και της "συλλογικής νοοτροπίας".

Ταξικές σχέσεις

Ο φασισμός ήταν το προϊόν μιας πολύ ιδιαίτερης συγκυρίας της ταξικής πάλης, που χαρακτηριζόταν: 1) Από την αποτυχία της επαναστατικής ανόδου του προλεταριάτου την επαύριο του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, το οποίο ως εκ τούτου, βρέθηκε σε θέση άμυνας. 2) Μια κρίση ηγεμονίας της αστικής τάξης συνδεδεμένη με τη μετάβαση από τον λεγόμενο ανταγωνιστικό καπιταλισμό, στον μονοπωλιακό καπιταλισμό. 3) Την αυξανόμενη αντίθεση μεταξύ των συμφερόντων του μονοπωλιακού κεφαλαίου (στην πραγματικότητα ολιγοπωλιακού) και εκείνων του μη μονοπωλιακού κεφαλαίου. 4) Μια σχετική αυτονόμηση και πολιτική ριζοσπαστικοποίηση των παραδοσιακών μεσαίων τάξεων (μικρών και μεσαίων αγροτών, μικροαστών και μικρού κεφαλαίου) που σχετίζεται εν μέρει με τους δύο προηγούμενους παράγοντες. Σ' ένα πλαίσιο διαρθρωτικής κρίσης (λόγω της μετάβασης από τον λεγόμενο ανταγωνιστικό καπιταλισμό, στον μονοπωλιακό καπιταλισμό και της επιδείνωσης των ενδοϊμπεριαλιστικών συγκρούσεων στην Ευρώπη, τα φασιστικά καθεστώτα αποτέλεσαν μια προσωρινή και μεταβατική λύση για την κρίση εξουσίας της αστικής τάξης που της επέτρεψαν ταυτόχρονα και να βγάλει από τη μέση ό,τι απέμενε από το οργανωμένο εργατικό κίνημα, να επανιδρύσει τον άξονα συμμαχιών ανάμεσα στην αστική τάξη και τις μεσαίες τάξεις κάτω από την παραδοσιακή ηγεμονία του μεγάλου μονοπωλιακού κεφαλαίου, την προώθηση του τελευταίου, συνεχίζοντας όμως να θέτει σε κίνδυνο τις κοινωνικο-οικονομικές θέσεις του πρώτου, και, τέλος, να προσφέρει στις λαϊκές τάξεις κάποιες "αποζημιώσεις" τόσο φαντασιακές και συμβολικές, όσο και πραγματικές μέσα από τις μιλιταριστικές περιπέτειες - μέχρι του σημείου βέβαια που αυτές ήταν τουλάχιστον νικηφόρες.

Οι διαφορές με την τρέχουσα κατάσταση στην Ευρώπη είναι προφανείς, ακόμη και αν η σύγκριση δείχνει επίσης κάποια στοιχεία ταυτότητας ή ομοιότητας.

Πρώτον, η αστική τάξη, προς το παρόν, δεν χρειάζεται να εισαγάγει κάποια μορφή κράτους έκτακτης ανάγκης. Το εργατικό κίνημα υποχρεώθηκε να "συμμορφωθεί", καθώς η δυναμική της τρέχουσας κρίσης, η οποία επιδεινώθηκε από τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές, χτύπησε τις στρατηγικές, οργανωτικές και ιδεολογικές μορφές στις οποίες είχε αφεθεί να εγκλωβιστεί, στο πλαίσιο του μεταπολεμικού φορντιστικού συμβιβασμού. Επιπλέον, το υπόλοιπο του εργατικού κινήματος, του σοσιαλδημοκρατικού μοντέλου, μετατράπηκε απλά σε ρελέ της αστικής πολιτικής διαχείρισης των κρίσεων. Έτσι, άμεσα ή μέσω εξουσιοδοτημένων αντιπροσώπων της, η άρχουσα τάξη οδήγησε σήμερα στην αναδιάρθρωση των προηγούμενων τρόπων λειτουργίας και κυριαρχίας της χωρίς καν να συναντήσει σημαντική αντίσταση από το προλεταριάτο, το οποίο βρίσκεται ακόμη σε μεγάλο βαθμό σε σύγχυση και είναι αποπροσανατολισμένο, έτσι ώστε να βάζει το ίδιο εμπόδια στην επιδίωξη των στρατηγικών συμφερόντων του. Έτσι δεν υπάρχει ανάγκη για τη βίαιη καταστροφή αυτού που απομένει από το εργατικό κίνημα με το να αμφισβητηθεί, για την επίτευξη του σκοπού αυτού, το πλαίσιο του κράτους δικαίου.

Δεύτερον, δεν υπάρχει τώρα μεγάλη κρίση ηγεμονίας της αστικής τάξης στην Ευρώπη. Προφανώς, χάρη στη διεθνοποίηση ενός μέρους του μεγάλου βιομηχανικού και χρηματιστικού κεφαλαίου, προέκυψε μια αυξανόμενη ένταση μεταξύ των συμφερόντων του τελευταίου, το οποίο βρίσκεται στο επίπεδο της παγκόσμιας αγοράς και αυτού του μέρους του κεφαλαίου που συνεχίζει να λειτουργεί κατά κύριο λόγο στην εγχώρια αγορά και να εξαρτάται από τις εθνικές οικονομικές πολιτικές υποστήριξης και διατήρησης αυτής της αγοράς. Και για τους ίδιους λόγους, τα συμφέροντα του μεγάλου κεφαλαίου που είναι σε πορεία διεθνοποίησης έρχονται σε σύγκρουση όλο και περισσότερο με αυτά των παραδοσιακών μεσαίων τάξεων, που βρίσκονται και αυτές περιορισμένες στα όρια της εθνικής αγοράς ή των τοπικών και περιφερειακών αγορών. Και μάλιστα σε αυτό το βαθμό, που το κοινωνικό μπλοκ εξασφαλίζοντας την ηγεμονία της μεγαλοαστικής μονοπωλιακής τάξης συνάπτει ουσιαστικά μια συμμαχία μεταξύ της τελευταίας, του μη μονοπωλιακού κεφαλαίου και της παραδοσιακής μεσαίας τάξης (αυτή ήταν η περίπτωση της Γαλλίας μέχρι τα μέσα του 1970), η κατάρρευση αυτής της συμμαχίας, ως αποτέλεσμα της διεθνοποίησης αποδυνάμωσε τα κόμματα της δεξιάς και του κέντρου που παραδοσιακά αποτελούν το πλαίσιο αυτού του μπλοκ. Αλλά μια εναλλακτική λύση βρέθηκε στη συγκρότηση ενός νέου ηγεμονικού μπλοκ που βασίζεται ουσιαστικά στη συμμαχία του μεγάλου μονοπωλιακού κεφαλαίου σε διαδικασία διεθνοποίησης και την τάξη στελέχωσης (τα μεσαία και ανώτερα διευθυντικά στελέχη σε εταιρείες, στον κρατικό μηχανισμό, στην κοινωνία των πολιτών), της οποίας οι καλύτεροι εκπρόσωποι και υποστηρικτές είναι τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα, που ασπάζονται το νεοφιλελευθερισμό. Η εξέλιξη της γαλλικής Αριστεράς (με το Σοσιαλιστικό Κόμμα επικεφαλής) έδωσε ένα "ωραίο" παράδειγμα, οδηγώντας σε ομαλοποίηση της γαλλικής πολιτικής ζωής, η οποία έχει καταλήξει στην τακτική εναλλαγή των συνασπισμών εξουσίας άλλοτε δεξιών και άλλοτε αριστερών, που συνεργάζονται στο πλαίσιο της διαδοχικής "συγκατοίκησης" ερχόμενοι σε αντιπαράθεση μόνο σε ό,τι αφορά την τεχνική και τον τρόπο διοίκησης της κοινωνίας, σ' ένα πλαίσιο το οποίο εφεξής θεωρείται απαραβίαστο, που οριοθετείται από τα συμφέροντα του ηγεμονικού τμήματος της κυρίαρχης τάξης που συνδέεται με τη διαδικασία της διεθνοποίησης. Όμως, η παράλληλη εξέλιξη των αριστερών κομμάτων στην Ισπανία, την Ιταλία ή και στην Ελλάδα πιθανώς προήλθε από την ίδια διαδικασία.

Τρίτον, και ως αποτέλεσμα των ανωτέρω, η αυτονομία και η πολιτική ριζοσπαστικοποίηση την οποία μπορεί τώρα να διεκδικήσει η παραδοσιακή μεσαία τάξη, όπως ακριβώς και το κομμάτι του κεφαλαίου που δεν μπορεί και δεν θέλει να ακολουθήσει την πορεία της διεθνοποίησης, είναι ιδιαίτερα περιορισμένη. Πιθανώς η ρήξη των παλιών ηγεμονικών συμμαχιών, η αποδυνάμωση, ή ακόμα και η εξαφάνιση των πολιτικών σχηματισμών που τις εκπροσωπούσαν, απελευθέρωσαν ένα χώρο αυτονόμησης γι' αυτές τις διάφορες κοινωνικές δυνάμεις στην πολιτική σκηνή. Η επανεμφάνιση από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 σε διάφορα ευρωπαϊκά κράτη ακροδεξιών δυνάμεων, οι οποίες σε γενικές γραμμές δεν διεκδικούν φασιστική καταγωγή, βρίσκει εκεί, ένα από τα θεμελιώδη κοινωνικοπολιτικά κίνητρά της, ενώ ένα άλλο τής παρέχεται από την πολιτική και ιδεολογική κρίση του εργατικού κινήματος, που αφήνει στρώματα του προλεταριάτου χωρίς εκπροσώπηση, οργάνωση ή συλλογικά μέσα άμυνας ενάντια στη νεοφιλελεύθερη επίθεση, που τα καταδικάζει στην ανασφάλεια και την ανεργία, τη μισθολογική λιτότητα και την απώλεια των κοινωνικών κεκτημένων, τη φτώχεια και τη δυστυχία, την απελπισία και την αγανάκτηση. Αν όμως μπορεί να τροφοδοτήσει τη ριζοσπαστικοποίηση αυτών των κοινωνικών δυνάμεων και την ενοποίησή τους σε ένα εθνικιστικό και λαϊκιστικό μπλοκ, το οποίο προσπαθεί να αντιταχθεί στις οικονομικές και κοινωνικές επιπτώσεις της, η ίδια δυναμική της διεθνοποίησης καθιστά προφανώς αδύνατη τη σύναψη μιας νέας συμμαχίας μεταξύ αυτών και του μεγάλου κεφαλαίου, χωρίς την οποία η δημιουργία φασιστικών καθεστώτων είναι αδιανόητη και οι εθνικο-λαϊκιστικοί σχηματισμοί είναι απίθανο να καταλάβουν την εξουσία και ακόμη πιο απίθανο να διατηρηθούν σε αυτή.

Αναμφίβολα, τα φασιστικά κινήματα της δεκαετίας του 1920 κατάφεραν να σφυρηλατήσουν μια συμμαχία αυτού του τύπου σε ένα παρόμοιο πλαίσιο οξείας αντίφασης μεταξύ των συμφερόντων των διαφόρων τάξεων. Αλλά για να ξεπεραστούν τα εμπόδια, θα χρειαστεί μια διπλή πίεση στην άρχουσα τάξη, αυτή μιας ανεπίλυτης κρίσης ηγεμονίας σε ένα δημοκρατικό πλαίσιο, και η ανάγκη να καταφύγει σε ένα καθεστώς εξαίρεσης για να καταστρέψει εντελώς το εργατικό κίνημα. Διπλή πίεση η οποία αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει.

Ο μηχανισμός του κράτους

Στο πλαίσιο των δυτικοευρωπαϊκών κοινωνιών του 1920 και του 1930, όλα τα πολιτικά καθεστώτα, ανεξάρτητα από τις διαφορές τους, έπρεπε επίσης να εκτελέσουν την ίδια βασική εργασία: την ολοκλήρωση της μετάβασης από τον "ανταγωνιστικό" στον "μονοπωλιακό" καπιταλισμό και να επιλύσουν την πρώτη δομική του κρίση, που οφειλόταν εν μέρει σε αυτή τη μετάβαση. Για το σκοπό αυτό, έπρεπε να προβούν σε ριζική μεταρρύθμιση του κράτους, που χαρακτηριζόταν από την αυξανόμενη παρέμβασή του στην οικονομική και κοινωνική ζωή, καθώς και αυξημένη συγκέντρωση της εξουσίας στο εσωτερικό του ίδιου του κρατικού μηχανισμού. Με μια λέξη, έπρεπε να κάνει τη μετάβαση από το "οριοθετημένο κράτος" (ή φιλελεύθερο κράτος), που ήταν απλός εγγυητής της αναπαραγωγής του κεφαλαίου, στο "παρεμβατικό κράτος", που προάγεται σε πραγματικό διαχειριστή αυτής της διαδικασίας (για το οποίο το κεϊνσιανό μεταφορντικό κράτος θα παράσχει το κλασικό μοντέλο).

Τα φασιστικά καθεστώτα δεν έχουν κάνει τίποτα που να αποτελεί εξαίρεση στον κανόνα. Ο ιστορικός τους ρόλος ήταν να επιτευχθεί αυτό το πολιτικό έργο σε χώρες όπου δεν μπόρεσε να επιτευχθεί με δημοκρατικές μορφές. Με αυτή την έννοια, οι φαινομενικά πιο παράλογες πτυχές αυτών των καθεστώτων θα αποδειχτούν τελικά λειτουργικές. Η κρατολατρεία τους δεν εξυπηρέτησε λιγότερο τη μετάβαση σε μορφές κρατικής ρύθμισης του "μονοπωλιακού" καπιταλισμού από ό,τι το έκανε το ιδανικό του κράτους πρόνοιας την ίδια εποχή στις αγγλο-σαξονικές χώρες. Όσο για τον άκρατο εθνικισμό τους, θα οδηγήσει στην αναδίπλωση, στον προστατευτισμό ή ακόμα και στην αυτάρκεια του συνόλου των καπιταλιστικών σχηματισμών που αναπτύχθηκαν ως προοίμιο μιας φάσης αυτοδύναμης ανάπτυξης των κεντροευρωπαϊκών καπιταλισμών, που κράτησε πολλές δεκαετίες.

Αν, εκ των υστέρων, φαίνεται ότι αυτή ήταν η ουσιαστική ιστορική λειτουργία των φασιστικών καθεστώτων, πρέπει απ' την άλλη να μετρήσουμε την απόσταση μεταξύ της κοινωνικό-θεσμικής κατάστασης από την οποία προέκυψαν και εκείνης στην οποία βρίσκεται ο ευρωπαϊκός καπιταλισμός σήμερα. Το πρόβλημα που αντιμετωπίζει ο τελευταίος σήμερα είναι, κατά μία έννοια, ακριβώς το αντίθετο από αυτό που είχε τεθεί στο Μεσοπόλεμο. Ενώ τότε το ζήτημα ήταν η μετάβαση από ένα φιλελεύθερο κράτος σε έναν κρατικό παρεμβατισμό, σήμερα αντίθετα είναι η οργάνωση μιας σχετικής αποδέσμευσης του κράτους από τα καθήκοντα της οικονομικής και κοινωνικής ρύθμισης, τουλάχιστον σε εθνικό επίπεδο. Εξ ου και η αναβίωση του φιλελευθερισμού. Ενώ οι θεσμικές μεταρρυθμίσεις του μηχανισμού του εθνικού κράτους οι οποίες επιχειρήθηκαν στη δεκαετία του 1930 οδήγησαν σε μια συγκέντρωση της εξουσίας στο εσωτερικό αυτού του μηχανισμού, σήμερα οδηγούμαστε σε ένα μοίρασμα ανάμεσα στους υπερεθνικούς οργανισμούς (της Ευρωπαϊκής Ένωσης), στους εθνικούς και υπο-εθνικούς (αυτούς των επαρχιών και των μητροπόλεων). Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, η εθνικιστική αναφορά είναι όλο και λιγότερο εύστοχη, καθώς υπάρχει μια όλο και μεγαλύτερη απόσταση μεταξύ του εθνικού χώρου και του χώρου της κρατικής κυριαρχίας, αυτού στον οποίο αναπτύσσει τη δραστηριότητά του και από τον οποίο αντλεί τη νομιμότητά του.

Με μια λέξη, οι θεσμικές προκλήσεις της κρίσης και της αναδιάρθρωσης σε όλη την Ευρώπη σήμερα δεν είναι ούτε κατά διάνοια πανομοιότυπες ούτε καν παρόμοιες με εκείνες που αντιμετωπίσαμε με τη δημιουργία φασιστικών καθεστώτων στη δεκαετία του 1920 και 1930. Με αυτή την έννοια, επίσης, μια καθαρή και απλή επανέκδοση του φασισμού φαίνεται προβληματική, αν όχι αδύνατη.

Συμβολική κρίση

Σε σχέση όμως με τις ψυχοπολιτικές συνθήκες της, η τρέχουσα κατάσταση φαίνεται να αποκλίνει λιγότερο από εκείνη η οποία οδήγησε σε φασιστικά κινήματα και καθεστώτα. Στη δεκαετία του 1920 και του 1930, όπως και σήμερα, οι συνθήκες αυτές έχουν τις ρίζες τους σε αυτό που έχω ονομάσει συμβολική κρίση. Εννοώ με αυτό, τη χρόνια αδυναμία του καπιταλισμού να χτίσει και να διατηρήσει ένα συμβολικό πλαίσιο (ένα σταθερό και συνεκτικό πλαίσιο αναφοράς: τις ιδέες, τα ιδανικά, τους κανόνες και αξίες) που επιτρέπουν στα άτομα να δώσουν νόημα στην ύπαρξή τους. Ταυτόχρονα, όμως, η δυναμική αυτής της κρίσης, η οποία έκτοτε έχει επεκταθεί σημαντικά και έχει επιδεινωθεί, έχει δημιουργήσει μια νέα "συλλογική νοοτροπία". Αν δεν καθιστά ριζικά αδύνατη την πολιτική κινητοποίηση φασιστικού τύπου, της βάζει πάντως σοβαρά εμπόδια.

Οι αναλύσεις της Σχολής της Φρανκφούρτης είχαν ήδη αναφερθεί εν μέρει στη σχέση μεταξύ της εμφάνισης της "αυταρχικής προσωπικότητας" (Adorno), που αποτελεί την ψυχοπολιτική βάση του φασισμού, και ορισμένες πτυχές της συμβολικής κρίσης, ιδιαίτερα την καταστροφή των παραδοσιακών αρχών (πατριαρχική οικογένεια, εκκλησία, επαγγελματικές ενώσεις κ.λπ.). Ο "φόβος της ελευθερίας" (Fromm) και η τάση για την εθελοντική υποταγή στην οποία στηρίχθηκε η μαζική φασιστική κινητοποίηση (Ράιχ) τροφοδοτούνταν ιδιαίτερα από το άγχος της εγκατάλειψης που γεννήθηκε από τον κλονισμό αυτών των αυταρχικών δομών. Σήμερα, το ίδιο άγχος δημιουργείται από την ευρύτερη αποδιάρθρωση του κοινωνικού ιστού και την αποδόμηση σε συμβολικό επίπεδο.

Αλλά ακριβώς, αν η διαδικασία αυτή δημιουργεί τις προϋποθέσεις ύπαρξης μιας ακροδεξιάς νοοτροπίας (τροφοδοτώντας τη δυσαρέσκεια, η οποία αποτελεί τον πυρήνα της), δημιουργεί ταυτόχρονα κάποιες αντίρροπες τάσεις. Έτσι η συμβολική κρίση συνοδεύεται από τη δυσφήμιση όλων των μύθων της νεωτερικότητας, προκαλώντας  τη δυσφήμιση όλων των πολιτικο-φιλοσοφικών "μεγάλων αφηγήσεων", που δεν ευνοούν την κομματική κινητοποίηση, ειδικά στον ολοκληρωτικό φασισμό. Κατά τον ίδιο τρόπο, αυτή η κρίση έχει αιτία και συγχρόνως αποτέλεσμα, την εμφάνιση μιας αυτοαναφορικής ατομικότητας, που θέτει τον εαυτό της σαν μέτρο όλων των πραγμάτων, μην αναγνωρίζοντας καμία αξία εκτός από την ηδονιστική αυτο-ολοκλήρωση, και ως εκ τούτου, απρόθυμη να υποβληθεί σε συλλογική πειθαρχία και ακόμη λιγότερο σε αυτοθυσία, και με αυτή την έννοια πρόθυμα αντιεξουσιαστική. Αυτός ο "φιλελεύθερος - ελευθεριακός" ηδονιστικός ατομικισμός, που είναι το καθαρό προϊόν της σύγχρονης κοινωνικοποίησης κάτω από το πρίσμα της συμβολικής κρίσης και έχει ενσωματώσει κάποιες αξίες προερχόμενες από τη "σεξουαλική επανάσταση" και τα φεμινιστικά κινήματα, φαίνεται, κατά μία έννοια, διαμετρικά αντίθετος με την αυταρχική προσωπικότητα που ευνοεί τη φασιστική κινητοποίηση.

Προφανώς, αυτή η αυτοαναφορική ατομικότητα έχει πολλά ρήγματα. Καταρχήν, μια έλλειψη συνοχής και ταυτότητας, μια έντονη ανάγκη για ασφάλεια που δεν την τοποθετεί -ακριβώς το αντίθετο- μακριά από τον πειρασμό του αυταρχισμού, όταν πολλαπλασιάζονται οι πραγματικές ή φανταστικές εξωτερικές απειλές. Έτσι βλέπουμε ότι σε αυτό το επίπεδο η τωρινή πολιτισμική κρίση έχει αμφίσημα και αντιφατικά αποτελέσματα. Από τη μία πλευρά, δημιουργεί ευνοϊκούς όρους για την αποδοχή μιας θεματικής (αν)ασφάλειας, παρακμιακής και ξενοφοβικής, που στρώνει το δρόμο για τα ακροδεξιά κινήματα. Αλλά από την άλλη πλευρά και ταυτόχρονα, το είδος της ατομικότητας που συνοδεύει, σαν αιτία και σαν αποτέλεσμα μαζί, αυτή τη διαδικασία της συμβολικής κρίσης παρουσιάζεται γενικά σαν εμπόδιο για την πολιτική κινητοποίηση, πόσο μάλλον για τη στρατολόγηση φασιστικού τύπου. Ακόμα κι αν τα χάσματα αυτά δεν αποκλείουν να μπει κανείς στον πειρασμό να καταφύγει σε μια ταυτοτική και αυταρχική σύσπαση, τώρα που σκληραίνουν οι κοινωνικές συνθήκες της ύπαρξης.

2. ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΓΙΑ ΕΝΑ ΕΝΔΕΧΟΜΕΝΟ

ΚΡΑΤΟΣ ΕΞΑΙΡΕΣΗΣ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ ΣΗΜΕΡΑ

Όλες οι παραπάνω αναλύσεις φαίνεται να δείχνουν ότι οι προϋποθέσεις για τη διαδικασία της φασιστικής κρατικής εξουσίας δεν πληρούνται σήμερα στην Ευρώπη. Και αντίθετα: τα ειδικά χαρακτηριστικά της τρέχουσας δομικής κρίσης του καπιταλισμού, καθιστούν εντελώς απίθανο το σχηματισμό, σε τέτοιες συνθήκες, και ως εκ τούτου την επανέκδοση του φασιστικού σεναρίου. Με αυτή την έννοια, εμφανίζεται ως ιστορικά ξεπερασμένο. Και σ' αυτό το ζήτημα, η Ιστορία δεν προορίζεται για να επαναληφθεί.

Αλλά ο φασισμός δεν είναι μακριά: το μόνο που χρειάζεται, είναι το καθεστώς έκτακτης ανάγκης που μπορεί να χρησιμοποιήσει μια αστική τάξη που αισθάνεται ότι απειλούνται τα ζωτικά της συμφέροντα, ή απλά έχει αποτύχει στο έργο της για αναδιοργάνωση των σχέσεων εκμετάλλευσης και κυριαρχίας. Οι διάφορες στρατιωτικές δικτατορίες και τα βοναπαρτίστικα πειράματα που σημάδεψαν την παγκόσμια ιστορία ανάπτυξης του καπιταλισμού είναι εδώ για να μας το θυμίζουν.

Αν, παρά τη διάρκεια και τη σοβαρότητα αυτής της κρίσης, οι ευρωπαϊκές αστικές τάξεις μάς έχουν ακόμη απαλλάξει από τέτοια καθεστώτα, είναι επειδή ουσιαστικά παρέμειναν κυρίαρχες της κατάστασης, συνεχίζοντας τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές τους για τη διαχείριση της κρίσης χωρίς να αντιμετωπίζουν σημαντικά εμπόδια ή αντίσταση. Ας προσπαθήσουμε όμως να ορίσουμε ποιοι παράγοντες θα μπορούσαν, αντίθετα, να τις οδηγήσουν στο δρόμο της αυταρχικής σκλήρυνσης της κυριαρχίας τους. Με τη διεθνοποίηση του κεφαλαίου, το κέντρο βάρους των ανησυχιών της ηγεμονικής μερίδας της αστικής τάξης έχει σίγουρα μετατοπισθεί από τον εθνικό χώρο στον παγκόσμιο χώρο. Είναι σε αυτό το επίπεδο που αντιμετωπίζει -και θα αντιμετωπίζει ολοένα και περισσότερο- τις προκλήσεις και τα πιο σοβαρά προβλήματα για να διαιωνίσει την κυριαρχία της. Ανάμεσα σε αυτά, ορισμένα ενέχουν τη δυνατότητα να αποσταθεροποιήσουν την παγκόσμια καπιταλιστική, αλλά και την εσωτερική τάξη σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες. Ο κατάλογος που παραθέτουμε παρακάτω δεν φιλοδοξεί να είναι εξαντλητικός και οι παράγοντες αυτοί μπορούν κάλλιστα εν μέρει να συνδυαστούν μεταξύ τους.

1) Σε περίπτωση επιδείνωσης της τρέχουσας διαρθρωτικής κρίσης (παρόξυνση των αντιφάσεων της αναπαραγωγής του κεφαλαίου, δηλαδή της υπερπαραγωγής του κεφαλαίου σε όλες τις μορφές του), που οφείλεται στις συνεχείς νεοφιλελεύθερες πολιτικές, μπορεί να καταστήσει αναγκαία τη περαιτέρω σκλήρυνση των συνθηκών εκμετάλλευσης της καπιταλιστικής κυριαρχίας στους παλιούς κεντρικούς σχηματισμούς, συμπεριλαμβανομένης και της Ευρώπης. Αυτό θα οδηγούσε την αστική τάξη στο να επιτεθεί ακόμα πιο σκληρά, απ' ό,τι μέχρι στιγμής, στο προλεταριάτο. Η αμφισβήτηση των υλικών, θεσμικών, πολιτιστικών κατακτήσεων των προηγούμενων αγώνων, κυρίως εκείνων της φορντικής εποχής, που μέχρι στιγμής είναι περιορισμένη και άνισα κατανεμημένη σε διάφορους ταξικούς κλάδους, θα πάρει στη συνέχεια πιο ριζοσπαστική στροφή, ασυμβίβαστη με τη διατήρηση των δημοκρατικών μορφών κυριαρχίας.

2) Σε μια κρίση του καπιταλισμού που επιδεινώνεται, μια πιθανή αναβίωση της μαχητικότητας του προλεταριάτου, με βάση την εξέλιξη των συνθηκών, την ενοποίηση της εκμετάλλευσης και της κυριαρχίας στον παγκόσμιο χάρτη και την (ανα)σύνταξη, επομένως, ενός προλεταριακού δυναμικού κινήματος σε αυτό το επίπεδο, συμπεριλαμβανομένων των ευρωπαϊκών σχηματισμών, που θα έβαζε την αστική τάξη σε θέση άμυνας και θα υπονόμευε την επιδίωξη μιας πολιτικής σύμφωνης με τα συμφέροντά της, δεν θα μπορούσε και αυτό, παρά να έχει αποτέλεσμά την αυταρχική αντίδραση. Αυτή η εσωτερική απειλή θα έφερνε πιο κοντά όλες τις ιδιοκτήτριες τάξεις (την αστική τάξη και τα παραδοσιακά μεσαία στρώματα) σε ένα αντιδραστικό και αντεπαναστατικό μπλοκ.

3) Η δυναμική της διεθνοποίησης του κεφαλαίου, σε συνδυασμό με την εμβάθυνση της διαρθρωτικής κρίσης, που θα την υποσκάπτει, θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μια πολυδιάσπαση του παγκόσμιου χώρου (της παγκόσμιας αγοράς και του παγκόσμιου συστήματος των κρατών) σε διάφορους αντίπαλους και ανταγωνιστικούς πόλους (Ευρώπη, Βόρεια Αμερική, Νότια Αμερική, Κίνα, Νοτιοανατολική Ασία κ.λπ.) - κάτι που θα ήταν μια επικαιροποιημένη έκδοση των παραδοσιακών ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων. Ο ανταγωνισμός μεταξύ αυτών των πόλων θα μπορούσε να οδηγήσει σε κίνδυνο στρατιωτικής αντιπαράθεσης ή ακόμη και σε πραγματική αντιπαράθεση, καθιστώντας απαραίτητη τη χρήση σκληρών μέτρων στο εσωτερικό κάθε πόλου, όπως και τη βίαιη αντιπαράθεση στο εξωτερικό (στους αντίπαλους πόλους). Χρησιμοποιώντας σκληρά μέτρα, θα μπορούσε να καταστεί αναγκαίο, ιδίως σε εκείνους από τους πόλους (για παράδειγμα τον ευρωπαϊκό πόλο) οι οποίοι θα βρίσκονται σε μειονεκτική θέση σε αυτόν τον εντεινόμενο ανταγωνισμό, αναγκάζοντας τις αστικές τάξεις τους να σκληρύνουν τις εσωτερικές συνθήκες της εκμετάλλευσης και της κυριαρχίας καθώς στρέφουν στο δρόμο μιας ταυτοτικής κινητοποίησης τα λαϊκά στρώματα γύρω από ισχυρά καθεστώτα. Με λίγα λόγια, ένα σενάριο που θυμίζει εκείνο που φαντάστηκε ο Τζορτζ Όργουελ στο 1984.

4) Μια μεγάλης κλίμακας αποσταθεροποίηση της εγγύς περιφέρειας της Ευρώπης (Βόρεια Αφρική, Μέση Ανατολή και Ανατολική Ευρώπη), με άμεσες απειλές στα σύνορά της (π.χ. με τη μορφή της μαζικής εισροής προσφύγων ή εμφυλίων πολέμων) θα μπορούσε να παράγει το ίδιο αποτέλεσμα. Ήδη, ορισμένες εξελίξεις βαίνουν προς αυτή την κατεύθυνση, ως αποτέλεσμα των "αραβικών επαναστάσεων", η ισλαμική πίεση κατά μήκος του τόξου από το Σαχέλ ως την Κεντρική Ασία, η εγκατάλειψη στην οποία βυθίζεται μεγάλο μέρος του πληθυσμού της Αφρικής. Και πάλι, η σωτηρία των ευρωπαϊκών αστικών τάξεων θα μπορούσε να διαδραματιστεί, μεταξύ άλλων, στο επίπεδο της εθνικιστικής (ή "ευρωπαϊστικής" ή "φιλοδυτικής") και πολεμικής κινητοποίησης του συνόλου του πληθυσμού "τους", που θα υποστήριζε καθεστώτα εξαίρεσης, τα οποία θα δικαιολογούσαν την ύπαρξή τους με τη σωτηρία που υποτίθεται ότι θα εξασφάλιζαν.

5) Τέλος, είναι σαφές ότι η εντεινόμενη οικολογική κρίση, που καθιστά ακατάλληλες για κατοίκηση ολόκληρες γεωγραφικές περιοχές, προκαλεί γενοκτονίες και μαζική μετανάστευση. Καθώς η καλλιεργήσιμη γη σπανίζει, οι πρώτες ύλες και οι πηγές ενέργειας ακριβαίνουν και επιδεινώνουν τον ανταγωνισμό για την κυριότητά τους, θα ενισχύονται όλοι οι παραπάνω παράγοντες (η επιδείνωση της τρέχουσας δομικής κρίσης του καπιταλισμού, η αναγκαιότητα της σκλήρυνσης των όρων εκμετάλλευσης και καπιταλιστικής κυριαρχίας, η αυξανόμενη αντιπαλότητα μεταξύ των διαφόρων πόλων της παγκόσμιας συσσώρευσης), ενώ επίσης θα εγκαθίστανται καθεστώτα εξαίρεσης που θα παρουσιάζονται σαν θεόσταλτα. Ένα σενάριο που παρουσιάζεται συχνά, και είναι εκείνο του "οικο-φασισμού."

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Πρέπει, βέβαια, ακόμη να καθορίσουμε ποιες μορφές (θεσμικές και ιδεολογικές) μπορούν να πάρουν τέτοια καθεστώτα εξαίρεσης. Πιθανώς πολλές και ποικίλες, ανάλογα με τη σχετική σημασία των διαφόρων παραγόντων που τα γεννούν, αλλά και τη σχετική θέση τους μέσα στην παγκόσμια διαμόρφωση στους κόλπους της οποίας δημιουργούνται. Είναι μάλλον δύσκολο να προβλεφθεί, αλλά η συλλογική συζήτηση θα μπορούσε ίσως να κινηθεί προς αυτή την κατεύθυνση, όπως και προς εκείνη της κριτικής εξέτασης των προηγούμενων προτάσεων.

Αρκεί να σημειωθεί ότι η ανάλυση των συνθηκών από τις οποίες μπορεί να προκύψουν τέτοια συστήματα δείχνουν σαφώς ότι μια πιθανή αυταρχική σκλήρυνση της αστικής διακυβέρνησης δεν θα μπορούσε, εν πάση περιπτώσει, να συμβεί παρά στο επίπεδο των καθεστώτων των κρατών που διαμορφώνονται υπό την άμεση επιρροή της παγκόσμιας κατάστασης ή στην περίπτωσή μας εντός της ΕΕ. Είναι ένα ακόμη σημείο στο οποίο η σημερινή κατάσταση διαφέρει από εκείνη που γέννησε τους ευρωπαϊκούς φασισμούς στο Μεσοπόλεμο.

Εντός των ηπειρωτικών συστημάτων, οι συνθήκες της άσκηση της αστικής κυριαρχίας αποφασίζονται όλο και λιγότερο στα διάφορα κράτη-μέλη, και όλο και περισσότερο σε υπερεθνικά όργανα που τα καπελώνουν και τα κηδεμονεύουν. Έτσι, είναι σύμφωνα με τον κανόνα της "τρόικας" (Ευρωπαϊκή Ένωση, Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, Διεθνές Νομισματικό Ταμείο), τον οποίο οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις αναπαράγουν σήμερα. Με αυτόν τον τρόπο στερείται από κάθε ουσία η αντιπροσωπευτική (κοινοβουλευτική) δημοκρατία, έτσι όπως έχει εξελιχθεί ιστορικά ως κλασική πολιτική μορφή της αστικής κυριαρχίας, μετατρέποντας το εθνικό Κοινοβούλιο σε μια απλή αίθουσα καταγραφής των αποφάσεων των "τροϊκανών", ιδρύοντας έτσι, εκ των πραγμάτων, ήδη μια μορφή κράτους εξαίρεσης που προχωράει κρυφά χωρίς να λέει το όνομά του. Αυτό συμβαίνει ιδιαίτερα στην Ελλάδα σήμερα, καθιστώντας την ένα πειραματόζωο που αξίζει ιδιαίτερης προσοχής.

*Ο Alain Bihr είναι συγγραφέας και πανεπιστημιακός καθηγητής στο πανεπιστήμιο της France Conte, με ιδιαίτερη ενασχόληση και πλούσιο συγγραφικό έργο όσον αφορά το φαινόμενο της ακροδεξιάς ιδιαίτερα στη Γαλλία.