Καθώς ο παγερός χειμώνας σκέπασε μεγάλες εκτάσεις των ΗΠΑ στις αρχές του μήνα, υπήρξε σοβαρή ανησυχία για το μεγάλο αριθμό ανθρώπων εκτεθειμένων στον -προερχόμενο από τη φύση- κίνδυνο του «πολικού τυφώνα». Αλλά υπάρχει κι ένας άλλος κίνδυνος που, σε συνδυασμό με τον κρύο χειμώνα, απειλεί τους ανθρώπους –και είναι κίνδυνος φτιαγμένος από ανθρώπους: η φτώχεια.

Οι πό­λεις στις Κε­ντρι­κές και Βό­ρειες Πο­λι­τεί­ες πήραν τα συ­νη­θι­σμέ­να μέτρα για να ελα­χι­στο­ποι­ή­σουν τον αντί­κτυ­πο του κρύου χει­μώ­να στους κα­τοί­κους τους. Αλλά για τους αν­θρώ­πους που ζού­σαν ήδη στο πε­ρι­θώ­ριο, το δριμύ ψύχος κα­θί­στα­ται άμεση απει­λή για τις ίδιες τις ζωές τους.  Στο Σι­κά­γο, για πα­ρά­δειγ­μα, τα κα­τα­λύ­μα­τα αστέ­γων ήταν μο­νί­μως υπερ­πλή­ρη σύμ­φω­να με τα ρε­πορ­τάζ, κάτι που υπο­χρέ­ω­νε αυ­τούς που δε χω­ρού­σαν να ψά­χνουν οπου­δή­πο­τε αλλού κα­τά­λυ­μα- ή σε κά­ποιες πε­ρι­πτώ­σεις να χρη­σι­μο­ποιούν τις μα­ζι­κές συ­γκοι­νω­νί­ες όλη νύχτα για να εξα­σφα­λί­σουν ζε­στα­σιά.

Οι Kevin Govertκαι Marcus Faletti, άστε­γοι, έδω­σαν συ­νέ­ντευ­ξη στον ιστό­το­πο  DNAinfoChicago, στην ανα­πτυσ­σό­με­νη συ­νοι­κία WickerPark, καθώς οι θερ­μο­κρα­σί­ες κα­τρα­κυ­λού­σαν στις αρχές του μήνα. Και οι δυο εξή­γη­σαν ότι έπαι­ζαν τη ζωή τους κο­ρώ­να-γράμ­μα­τα στους δρό­μους, καθώς τα μόνα δια­θέ­σι­μα κρε­βά­τια σε κα­τα­λύ­μα­τα ήταν, όπως είπαν, μο­λυ­σμέ­να με κο­ριούς.

Σύμ­φω­να με το ρε­πορ­τάζ του DNAinfo:

«Ο Govert, που κοι­μά­ται κοντά σε ένα κτί­ριο το οποίο με­τα­τρέ­πε­ται σε γυ­μνα­στή­ριο, ξύ­πνη­σε καθώς ερ­γά­τες τον σκε­πά­ζα­νε με έναν πλα­στι­κό μου­σα­μά για να μειώ­σουν την υγρα­σία στον “πα­γω­μέ­νο του υπνό­σα­κο”, ενώ ο Faletti, που κοι­μά­ται σε μια σχο­λι­κή πε­ριο­χή, χρη­σι­μο­ποιού­σε “ένα σωρό από κα­σκόλ”.

“Έπρε­πε να τι­νά­ζω το χιόνι από πάνω μου”είπε ο Faletti,προ­σθέ­το­ντας “δε στα­μά­τη­σε να χιο­νί­ζει μέχρι που ξη­μέ­ρω­σε”».   

Τα θερ­μαι­νό­με­να κέ­ντρα της πόλης πα­ρέ­με­ναν ανοι­χτά για αρ­κε­τές ώρες κατά τις μέρες που υπήρ­χε κρύο-ρε­κόρ, αλλά όταν κλεί­σουν τη νύχτα, οι άν­θρω­ποι ανα­γκά­ζο­νται να ψά­ξουν κάπου αλλού να μεί­νουν.  

Αυτό εγεί­ρει ένα ζή­τη­μα: Γιατί, σε μια πόλη πνιγ­μέ­νη στον πλού­το, θα πρέ­πει να υπάρ­χουν άτομα που ανα­ρω­τιού­νται που θα κοι­μη­θούν –όχι μόνο την πιο πα­γω­μέ­νη νύχτα που έχει υπάρ­ξει μέχρι σή­με­ρα, αλλά και οποια­δή­πο­τε νύχτα του χρό­νου; Γιατί δεν μπο­ρεί η πόλη να πα­ρέ­χει επαρ­κή αριθ­μό κρε­βα­τιών, σε ένα ασφα­λές και κα­θα­ρό πε­ρι­βάλ­λον, για τους αν­θρώ­πους που τα χρειά­ζο­νται;

Τα δη­μό­σια σχο­λεία στο Σι­κά­γο –δια­βό­η­τα για το δια­λυ­μέ­νο σύ­στη­μα θέρ­μαν­σης– ακύ­ρω­σαν τα μα­θή­μα­τα στις 6 και 7 Γε­νά­ρη μόνο την τε­λευ­ταία στιγ­μή, μετά από την κα­τα­κραυ­γή των γο­νιών και του Συν­δι­κά­του Εκ­παι­δευ­τι­κών του Σι­κά­γο. Το συν­δι­κά­το ισχυ­ρι­ζό­ταν δι­καί­ως ότι στην προ­σπά­θειά τους να φτά­σουν στο σχο­λείο σε τόσο πα­γω­μέ­νες θερ­μο­κρα­σί­ες, τα παι­διά  κιν­δύ­νευαν με κρυο­πα­γή­μα­τα και άλλα προ­βλή­μα­τα υγεί­ας. Και πού ήταν ο «Δή­μαρ­χος του 1%», Rahm Emanuel, στη διάρ­κεια μιας από τις πιο ακραί­ες κλι­μα­τι­κές κρί­σεις στην ιστο­ρία της πόλης; Σε δια­κο­πές με την οι­κο­γέ­νειά του στην Ιν­δο­νη­σία για πε­ρισ­σό­τε­ρο από 1 βδο­μά­δα, ώσπου αρ­κε­τές δό­σεις κακής δη­μο­σιό­τη­τας τον ανά­γκα­σαν να επι­στρέ­ψει, ξε­κού­ρα­στος, ανα­νε­ω­μέ­νος και φρε­σκο-μαυ­ρι­σμέ­νος.

Και όμοια με τον Emanuel, δεν μπο­ρού­σες να βρεις τον J. Peter Lark, γε­νι­κό διευ­θυ­ντή της Κε­ντρι­κής Υπη­ρε­σί­ας Ύδρευ­σης και Ηλε­κτρι­σμού, στην πόλη που υπο­τί­θε­ται ότι πρέ­πει να πα­ρέ­χει τις υπη­ρε­σί­ες του κατά τη διάρ­κεια μιας κρί­σης.  Ο επι­κε­φα­λής αυτής της «προ­ο­δευ­τι­κής, στην υπη­ρε­σία της κοι­νό­τη­τας» υπη­ρε­σί­ας στην πρω­τεύ­ου­σα του Michigan, έφυγε δια­κο­πές με τη γυ­ναί­κα του στη Νέα Υόρκη –την επο­μέ­νη μιας σφο­δρό­τα­της χιο­νο­θύ­ελ­λας στα τέλη του Δε­κέμ­βρη που άφησε 40.000 αν­θρώ­πους χωρίς ηλε­κτρι­κό και θέρ­μαν­ση, κά­ποιους μέχρι και για 11 μέρες.  

Αλλά ακόμα και πριν πιά­σει η πα­γω­νιά στις Κε­ντρο­δυ­τι­κές Πο­λι­τεί­ες των ΗΠΑ, αυτός ο χει­μώ­νας ήταν  θα­να­τη­φό­ρος για τις πιο ευ­πα­θείς ομά­δες, ακόμα και σε μέρη όπως η Bay Area του Σαν Φραν­σί­σκο, από τις πλου­σιό­τε­ρες πε­ριο­χές στη χώρα. Το Δε­κέμ­βρη, του­λά­χι­στον εφτά άστε­γοι πέ­θα­ναν από το κρύο σε δια­φο­ρε­τι­κά πε­ρι­στα­τι­κά στην BayArea, σύμ­φω­να με τον ιστό­το­πο ThinkProgress.

Ανά­με­σα στα θύ­μα­τα ήταν ο Joe White, ένας πε­νη­ντά­χρο­νος άντρας που ζούσε άστε­γος στους δρό­μους του  Hayward. Σύμ­φω­να με το συγ­γρα­φέα Scott Keyes, ο  White «ήθελε να δου­λέ­ψει και τα κα­τά­φερ­νε να βρί­σκει με­ρο­κά­μα­τα σε χα­μα­λί­κια από δω κι απο κεί, αλλά ποτέ δεν είχε αρ­κε­τό ή τόσο στα­θε­ρό ει­σό­δη­μα ώστε να μπο­ρεί να έχει ένα σπίτι να ζει. Το Hayward δεν έχει κα­νέ­να κα­τα­φύ­γιο έκτα­κτης ανά­γκης με κρε­βά­τια για αν­θρώ­πους που δεν έχουν κα­νέ­ναν στον κόσμο, έτσι ο White κοι­μό­ταν έξω».

Από ανα­μο­νή σε ανα­μο­νή, τε­λι­κά ο White βρέ­θη­κε δεύ­τε­ρος σε μία λίστα αν­θρώ­πων που έχρι­ζαν μό­νι­μης υπο­στή­ρι­ξης και φι­λο­ξε­νί­ας στο Hayward. Αλλά πριν προ­λά­βει να εγκα­τα­στα­θεί, το κορμί του βρέ­θη­κε νεκρό στο προ­αύ­λιο του Δη­μαρ­χεί­ου της πόλης. Τον είχαν ξυ­λο­κο­πή­σει και του είχαν κλέ­ψει το και­νού­ριο του παλτό -η αστυ­νο­μία εκτι­μά ότι πέ­θα­νε από το κρύο.  Σύμ­φω­να με το  ThinkProgress:

«Σύμ­φω­να με τον Εθνι­κό Συ­να­σπι­σμό για τους Αστέ­γους, πε­ρί­που 700 άστε­γοι άν­θρω­ποι πε­θαί­νουν από υπο­θερ­μία κάθε χρόνο. Αυτοί οι θά­να­τοι είναι πιο συ­χνοί στην Ανα­το­λι­κή Ακτή και στην Κε­ντρι­κή και Βό­ρεια Αμε­ρι­κή, όχι στην Κα­λι­φόρ­νια. Αλλά οι θερ­μο­κρα­σί­ες στην Bay Area (ΣτΜ: που βρί­σκε­ται στην Πο­λι­τεία της Κα­λι­φόρ­νια) ήταν κάτι πα­ρα­πά­νω από πο­λι­κές τις προη­γού­με­νες δυο βδο­μά­δες, εκ­θέ­το­ντας χι­λιά­δες άστε­γους αν­θρώ­πους σε κίν­δυ­νο.

Η Bay Area έχει ένα από τα πιο υψηλά πο­σο­στά αστέ­γων, εν μέρει λόγω της πρό­σφα­της εκρη­κτι­κής ανά­πτυ­ξης που έχει οδη­γή­σει στην αύ­ξη­ση των ανι­σο­τή­των και στην έλ­λει­ψη σπι­τιών που να είναι οι­κο­νο­μι­κά προ­σβά­σι­μα σε όσους δεν έχουν κα­λο­πλη­ρω­μέ­νες  δου­λειές στον χώρο της Πλη­ρο­φο­ρι­κής.

Για αυ­τούς που χτυ­πή­θη­καν άσχη­μα από την αυ­ξα­νό­με­νη ανι­σό­τη­τα, η ζωή είναι ιδιαί­τε­ρα δύ­σκο­λη όταν πέ­φτουν οι θερ­μο­κρα­σί­ες. Πολ­λές συ­νοι­κί­ες στην Bay Area δε δια­θέ­τουν κα­τα­φύ­για έκτα­κτης ανά­γκης, εν μέρει γιατί οι πα­γω­νιές δεν είναι πολύ συ­χνές. Αλλά τι συμ­βαί­νει σε πολ­λούς από τους χι­λιά­δες αν­θρώ­πους που ζούνε χωρίς κα­τά­λυ­μα στην BayArea, πε­ρι­μέ­νο­ντας να ακου­στεί το όνομά τους στη λίστα για τα ελά­χι­στα οι­κο­νο­μι­κά προ­σι­τά δια­με­ρί­σμα­τα που υπάρ­χουν; “Αυτό που συμ­βαί­νει είναι ότι πε­θαί­νουν στο δρόμο”, έγρα­ψε η Betty DeForest, πρώην πρό­ε­δρος της Νό­τιας Ενο­ρί­ας του Hayward, σε ένα μέιλ που έστει­λε στο δη­μο­τι­κό συμ­βού­λιο μετά το θά­να­το του White την προη­γού­με­νη εβδο­μά­δα».

Στο San Jose, την πρω­τεύ­ου­σα της Silicon Valley, όπου το μέσο ετή­σιο ει­σό­δη­μα ενός νοι­κο­κυ­ριού ήταν 91.000 $ το 2012, του­λά­χι­στον 3 άντρες  - οι Daniel Brillhart, Enrique Rubio και Daniel Moore—πέ­θα­ναν πι­θα­νά από το κρύο, με­τα­ξύ της Μέρας των Ευ­χα­ρι­στιών και των μέσων Δε­κεμ­βρί­ου. Ο Moore, σύμ­φω­να με την εφη­με­ρί­δα «San Jose Mercury News», «βρέ­θη­κε κου­λου­ρια­σμέ­νος σε ένα χαρ­τό­κου­το πίσω από έναν κάδο σκου­πι­διών». Ο Brillhart, σύμ­φω­να με την εφη­με­ρί­δα «πέ­θα­νε σε ένα δρόμο γε­μά­το με σκου­πί­δια, κάτω από τη Λε­ω­φό­ρο 87, μια ώρα αφό­του μπήκε η τε­λευ­ταία Μέρα Ευ­χα­ρι­στιών της ζωής του». 

Αυτοί οι άν­θρω­ποι  κυ­ριο­λε­κτι­κά πε­τά­χτη­καν στην άκρη, σε ένα από τα πιο πλού­σια μέρη της χώρας. Κι αν ρω­τή­σεις τον Greg Gopman, έτσι ακρι­βώς πρέ­πει να γί­νε­ται.

Ο Gopman, o 27χρο­νος ιδρυ­τής της τε­χνο­λο­γι­κή­ςε­ται­ρεί­ας  AngelHack, ανέρ­τη­σε δυο λόγια στο προ­σω­πι­κό προ­φίλ του στο Facebook τον πε­ρα­σμέ­νο Δε­κέμ­βρη, για να πει στον κόσμο τι ακρι­βώς πι­στεύ­ει για τον άστε­γο πλη­θυ­σμό του  Σαν Φραν­σί­σκο: 

«Η δια­φο­ρά είναι ότι σε άλλες κο­σμο­πο­λί­τι­κες πό­λεις, το κα­τώ­τε­ρο κομ­μά­τι της κοι­νω­νί­ας κλεί­νε­ται στο κα­βού­κι του. Που­λά­νε μπι­χλι­μπί­δια, ζη­τια­νεύ­ουν ντρο­πα­λά, είναι ήσυ­χοι και γε­νι­κά κρα­τιού­νται μα­κριά σου. Συ­νει­δη­το­ποιούν ότι είναι προ­νό­μιο να ζούνε στο πιο πο­λι­τι­σμέ­νο τμήμα της πόλης και βλέ­πουν τους εαυ­τούς τους σαν φι­λο­ξε­νού­με­νους. Και αυτό είναι μια χαρά. 

Αντί­θε­τα στο κέ­ντρο του Σαν Φραν­σί­σκο, οι ξε­πε­σμέ­νοι μα­ζεύ­ο­νται σαν τις ύαι­νες, φτύ­νουν, κα­του­ρά­νε, σε ενο­χλού­νε, που­λά­νε ναρ­κω­τι­κά, κά­νουν σα­μα­τά, λει­τουρ­γούν σαν να τους ανή­κει το κέ­ντρο της πόλης. Σα να είναι το μέρος ανα­ψυ­χής τους... Το οποίο στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, είναι το επι­χει­ρη­μα­τι­κό κέ­ντρο μιας από τις πιο πλού­σιες πε­ριο­χές στις ΗΠΑ. Ειναι ντρο­πή...

Μπο­ρεί να κη­ρύτ­τεις τη συ­μπό­νια, την ισό­τη­τα, μπο­ρεί να αγα­πάς όλον τον κόσμο, αλλά υπάρ­χει μια πε­ριο­χή στην πόλη για τους ξε­πε­σμέ­νους και μια για την ερ­γα­τι­κή τάξη. Δεν υπάρ­χει τί­πο­τα θε­τι­κό να κερ­δί­σου­με με το να τους κρα­τά­με τόσο κοντά μας». 

Τέ­τοιες δη­λώ­σεις απο­τε­λούν ένα πα­ρά­θυ­ρο για να δούμε το πώς βλέ­πει η «αφρό­κρε­μα» όλους εμάς τους υπό­λοι­πους. Ο Gopman δεν είπε κάτι το ξε­χω­ρι­στό σε σχέση με το πώς σκέ­φτε­ται η τάξη του –απλά το είπε δη­μό­σια. Στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, όμως, όπως υπο­γράμ­μι­σε o Julianne Hing από την Colorlines, η ανά­πτυ­ξη της υψη­λής τε­χνο­λο­γί­ας στη Bay Area έχει απο­τε­λέ­σει κε­ντρι­κό πα­ρά­γο­ντα επι­δεί­νω­σης της κρί­σης στέ­γα­σης. Όπως έγρα­ψε ο Hing:

«Να τι δεν μπο­ρεί να κα­τα­λά­βει ο Gopman. Η έκρη­ξη της τε­χνο­λο­γι­κής βιο­μη­χα­νί­ας,της οποί­ας είναι μέρος ο Gopman,προ­κά­λε­σε μια ροή πλού­του στη Bay Area και μαζί με αυτήν ένα κύμα νέων αφί­ξε­ων από αν­θρώ­πους που θέ­λουν ένα κομ­μά­τι από τη γοη­τεία της πόλης. Οι δυ­νά­μεις της αγο­ράς έδρα­σαν γρή­γο­ρα σε συν­δυα­σμό με την απου­σία προ­στα­τευ­τι­κών ρυθ­μί­σε­ων και εκτό­ξευ­σαν τα νοί­κια και τις εξώ­σεις. Οι εξώ­σεις, σύμ­φω­να με την έκ­θε­ση του 2012 της «Συλ­λο­γι­κό­τη­τας ενά­ντια στις Εξώ­σεις» του Σαν Φραν­σί­σκο, είναι η βα­σι­κή αιτία ύπαρ­ξης αστέ­γων στην πόλη... “Το 35% των ερω­τη­θέ­ντων απά­ντη­σε ότι αμέ­σως πριν κα­τα­λή­ξουν άστε­γοι ζού­σαν σε σπίτι ιδιό­κτη­το ή ενοι­κια­ζό­με­νο, μόνοι τους ή με τον-την σύ­ντρο­φό τους”, γρά­φει η έκ­θε­ση.

Για να το πούμε δια­φο­ρε­τι­κά, άν­θρω­ποι όπως  Gopmanστην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα συ­νέ­βα­λαν στον –γκού­χου, γκού­χου- ξε­πε­σμό των ζωών των πιο ευά­λω­των αν­θρώ­πων της πόλης».

Ο Gopman και το συ­νά­φι του δε βλέ­πουν απλά εμάς την «πλέ­μπα» σαν ανά­ξιους να ανα­πνέ­ου­με τον ίδιο αέρα με αυ­τούς. Πα­ρα­βλέ­πουν επί­σης και τους πολ­λα­πλούς τρό­πους με τους οποί­ους το σύ­στη­μα είναι στη­μέ­νο προς όφε­λος της μι­κρο­σκο­πι­κής μειο­ψη­φί­ας στην οποία ανή­κουν. Αρ­πά­ζουν γιατί μπο­ρούν, ενώ εμείς οι υπό­λοι­ποι τα βγά­ζου­με πέρα με λίγα –και μετά έχουν το θρά­σος να «που­λά­νε μούρη» με τα πλού­τη τους. 

Όπως ο προϊ­στά­με­νος της JP Morgan Chase, oJaime Dimon, του οποί­ου η με­γά­λη τρά­πε­ζα έπαι­ξε ρόλο στο γκρέ­μι­σμα της οι­κο­νο­μί­ας των ΗΠΑ το 2008, με το απε­ρί­σκε­πτο τζο­γά­ρι­σμά της, αφή­νο­ντας μετά εκα­τομ­μύ­ρια Αμε­ρι­κα­νούς ερ­γά­τες να πλη­ρώ­σουν το μάρ­μα­ρο.

Ο Dimon, ο οποί­ος ακόμα και σή­με­ρα βγά­ζει 19 εκα­τομ­μύ­ρια δολ­λά­ρια το χρόνο, έστει­λε μια κάρτα δια­κο­πών στους ερ­γα­ζό­με­νους  της JP Morgan με φω­το­γρα­φία του ίδιου, της οι­κο­γέ­νειάς του και του σκύ­λου του, να παί­ζουν τένις σε ένα δω­μά­τιο από το σπί­τι-πα­λά­τι του. Στη φω­το­γρα­φία δεί­χνουν πλή­ρως αδιά­φο­ροι για τα ακρι­βά βάζα, δια­κο­σμη­τι­κά και έναν πί­να­κα ζω­γρα­φι­κής του Jackson Pollock που θα μπο­ρού­σαν να κα­τα­στρέ­ψουν κατά τη διάρ­κεια του παι­χνι­διού τους.  Είναι σαν να λέει η οι­κο­γέ­νεια Dimon, όπως το έθεσε ένας τη­λε­πα­ρου­σια­στής του MSNBC, ο  Chris Hayes:  «Έι, εί­μα­στε τόσο πλού­σιοι που μπο­ρού­με να κα­τα­στρέ­φου­με τα υπάρ­χο­ντά μας».

Και o ιδρυ­τής του Amazon -και σή­με­ρα ιδιο­κτή­της της WashingtonPost-  Jeff Bezos «δια­σώ­θη­κε» από το Ναυ­τι­κό του Εκουα­δόρ ώστε… να ξε­πε­ρά­σει με άνεση το πρό­βλη­μα που είχε με πέτρα στο νεφρό. Ο Bezos έκανε δια­κο­πές με το πο­λυ­τε­λές του γιωτ στα νησιά Γκα­λα­πά­γκος όταν άρ­χι­σε να αι­σθά­νε­ται πό­νους από την πέτρα στο νεφρό. Με­τα­φέρ­θη­κε από ελι­κό­πτε­ρο του Εκουα­δο­ρια­νού Ναυ­τι­κού στο Νησί Baltra, από όπου το ιδιω­τι­κό του τζετ τον με­τέ­φε­ρε στις ΗΠΑ για «επεί­γου­σα θε­ρα­πεία». 

Το πρό­βλη­μα δεν είναι απλά η ανε­ξέ­λεγ­κτη αλα­ζο­νεία μιας χού­φτας υπερ­πλού­σιων τρα­πε­ζι­τών ή με­γι­στά­νων του Ίντερ­νετ. Αυτά τα πα­ρα­δείγ­μα­τα αντα­να­κλούν μια βαθιά πό­λω­ση μέσα στην αμε­ρι­κά­νι­κη κοι­νω­νία  -και το χάσμα με­τα­ξύ φτω­χών και πλου­σί­ων θα γίνει ακόμα με­γα­λύ­τε­ρο αν η «αφρό­κρε­μα» συ­νε­χί­σει ανε­μπό­δι­στα το βιολί της.

Η κα­τάρ­γη­ση των επι­κου­ρι­κών επι­δο­μά­των ανερ­γί­ας για τους μα­κρο­χρό­νια άνερ­γους, μαζί με τις δρα­στι­κές πε­ρι­κο­πές σε προ­γράμ­μα­τα όπως τα κου­πό­νια σί­τι­σης –του οποί­ου η χρη­μα­το­δό­τη­ση μειώ­θη­κε κατά 5 δι­σε­κα­τομ­μύ­ρια δο­λά­ρια από τις «αυ­τό­μα­τες πε­ρι­κο­πές» της ομο­σπον­δια­κής κυ­βέρ­νη­σης, ένα τε­ρά­στιο πλήγ­μα για τους 47 εκα­τομ­μύ­ρια Αμε­ρι­κα­νούς που βα­σί­ζο­νται σε αυτή τη βο­ή­θεια για να επι­βιώ­σουν κάθε μήνα- σπρώ­χνει ήδη απελ­πι­σμέ­νες οι­κο­γέ­νειες ακόμα πε­ρισ­σό­τε­ρο στο γκρε­μό αυτό το χει­μώ­να.

Αλλά ο αρ­θρο­γρά­φος του Forbes, ο John Tamny,  πρό­σφα­τα δή­λω­σε στη Jessica William του Daily Show,ότι αν ήταν στο χέρι του, θα κα­ταρ­γού­σε πλή­ρως τα κου­πό­νια σί­τι­σης και θα υπο­χρέ­ω­νε τους φτω­χούς, ερ­γα­ζό­με­νους και άνερ­γους, να στη­ρι­χθούν στην φι­λαν­θρω­πία. «Νο­μί­ζω ότι αν οι άν­θρω­ποι λι­μο­κτο­νού­σαν κυ­ριο­λε­κτι­κά, θα βλέ­πα­με μια με­γά­λη άν­θη­ση της φι­λαν­θρω­πί­ας για να αντι­με­τω­πι­στεί», είπε ο Tamny.

Στο κάτω κάτω, πρό­σθε­σε, οι φτω­χοί της Αμε­ρι­κής δεν λι­μο­κτο­νούν δα κυ­ριο­λε­κτι­κά στους δρό­μους. «Αν είναι να είσαι φτω­χός, αυτή είναι η χώρα στην οποία θα ήθε­λες να είσαι φτω­χός».

Αυτά να τα πει στους εφτά άστε­γους που πέ­θα­ναν από τε­λεί­ως αντι­με­τω­πί­σι­μες αι­τί­ες στη  Bay Areaαυ­τό το χει­μώ­να. Να τα πει σε κεί­νους στις Βό­ρειες και Κε­ντρι­κές Πο­λι­τεί­ες των ΗΠΑ που πα­σχί­ζουν να βρουν κα­τα­φύ­γιο για να προ­στα­τευ­τούν από τις κα­ται­γί­δες. Να τα πουν σε όλους αυ­τούς στις ΗΠΑ που αγω­νιούν για το πώς θα τα βγά­λουν πέρα και πώς θα τα­ΐ­σουν τα παι­διά τους, ενώ άν­θρω­ποι όπως ο Jaime Dimon και ο Jeff Bezos ζουν στη χλίδα, με τόσα λεφτά που μπο­ρούν να κά­ψουν και με­ρι­κά.

Αυτό το χει­μώ­να, θα έπρε­πε το μυαλό μας να βρί­σκε­ται σε αυ­τούς που είναι πα­ρα­πε­τα­μέ­νοι εκεί έξω στο κρύο -και να πα­λέ­ψου­με για έναν κόσμο όπου δεν υπάρ­χει ούτε ένας πα­ρα­πε­τα­μέ­νος.

Ετικέτες