Κωδικοποιημένα και σύντομα, ορισμένα πρώτα σχόλια για το κάτι σαν εκλογικό νόμο (στην ουσία τροπολογίες επί του υπάρχοντος εκλογικού νόμου) που προτείνει η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ.

1. Νόμος απλής αναλογικής με διατήρηση ενός ορίου 3% για την επιμέτρηση και τον διαμοιρασμό εδρών, πολύ απλά δεν υφίσταται, δεν υπάρχει. Αν και βέβαια ορισμένοι δημοσιολόγοι θα σπεύσουν να τονίσουν ότι το συγκεκριμένο όριο έχει κριθεί συνταγματικό από τη σύνθεση του Εκλογοδικείου, με κριτήριο τον σχηματισμό κυβερνήσεων, το 3% δεν παύει να παραβιάζει τις θεμελιώδεις αρχές ισότητας της ψήφου και αντιστοίχησης της λαϊκής βούλησης με τις κοινοβουλευτικές έδρες. Εκείνο όμως που αξίζει να υπενθυμιστεί είναι το γεγονός ότι σύμφωνα με τα σημερινά ισχύοντα, το όριο 3% λειτουργεί πάγια όχι μόνο σαν κοινοβουλευτικό κατώφλι, αλλά και ως έμμεσο μπόνους κυρίως του πρώτου κόμματος – ανεξάρτητα από την ύπαρξη οποιουδήποτε άλλου μπόνους χ ή ψ εδρών – καθώς όσο υψηλότερο ποσοστό εξωκοινοβουλευτικών κομμάτων συγκεντρώνεται τόσες περισσότερες έδρες παίρνουν πρώτα, το πρώτο και εν συνεχεία το δεύτερο κόμμα στις κατανομές – και αυτό δεν φαίνεται να αλλάζει στις προτεινόμενες διατάξεις. Με άλλα λόγια, οι τροποποιήσεις της εκλογικής νομοθεσίας που προτείνονται από τη συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ σε αυτό το σκέλος προσπαθούν να διατηρήσουν ένα σαφές προβάδισμα διανομής εδρών για το πρώτο και κατόπιν το δεύτερο κόμμα ανεξάρτητα από το  πόσα κόμματα θα περάσουν το παγιωμένο όριο του 3%.

 

2. Η παραχώρηση του δικαιώματος του εκλέγειν στα 17 έτη αποτελεί ίσως τη μεγαλύτερη, καλπονοθευτική κουτοπονηριά των τελευταίων ετών. Αν και αφενός στην αιτιολογική έκθεση υποστηρίζεται ότι αυτό γίνεται ώστε να εκφραστούν με την ψήφο τους, οι γενιές που πλήττονται περισσότερο από την κρίση και αφετέρου ορισμένοι πατενταρισμένοι νεοφιλελεύθεροι ωρύονται ότι αυτά γίνονται μόνο στην Κούβα ή την Βόρεια Κορέα ή την Αργεντινή της Κίρχνερ, προσωπικά θεωρώ ότι η παραπάνω μεθόδευση της συγκυβέρνησης έρχεται να αυξήσει όχι τη συμμετοχή αλλά την αποχή. Αποτέλεσμα αυτής της αύξησης της αποχής, μέσω της άμεσης αύξησης των εν δυνάμει ψηφοφόρων στο τμήμα της νεολαίας, που ως επί το πλείστον έδειξε στις τελευταίες εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2015 ότι αντέδρασε στην κυβίστηση του μνημονιακού ΣΥΡΙΖΑ διά της εκλογικής σιωπής του και της παραμονής του στα σπίτια του, είναι πάλι η πριμοδότηση των κοινοβουλευτικών κομμάτων που θα περνούν το όριο του 3% - και αυτό καλύτερα από όλους το έχει σταθμίσει φυσικά ο Βασίλης Λεβέντης, εξού και εμφανίζεται οπαδός των συγκυβερνητικών προτάσεων...

 

Είναι φανερό, επομένως ότι η συγκυβέρνηση δεν ποντάρει στη συμμετοχή και την εκλογική παρουσία των νέων, αλλά στην αποστράτευση, την απογοήτευση, ίσως και στον δρόμο της ξενιτιάς που όλο και περισσότεροι παίρνουν ακόμη και αμέσως μετά το Λύκειο, με άλλα λόγια επιδιώκει να παγιώσει ένα υψηλό ποσοστό αποχής προκειμένου να διατηρήσει (στοιχειωδώς ενδεχομένως) τον έλεγχο του υπόλοιπου, εκλογικού σώματος. Κάτι τέτοιο όμως μπορεί κάλλιστα να αποδειχθεί και κυβερνητικό μπούμερανγκ, κακά τα ψέματα όμως, το κλίμα και η περιρρέουσα ατμόσφαιρα στην νεολαία δεν είναι κλίμα που οδηγεί τον μέσο, νέο άνθρωπο στην κάλπη – εφόσον φυσικά παραμένει και διαμένει στην Ελλάδα.

 

Αξίζει επίσης να τονιστεί ότι η συγκεκριμένη εκχώρηση έρχεται χωρίς να υφίστανται εκείνες οι κοινωνικές και νεολαιίστικες πιέσεις και διεργασίες οι οποίες για παράδειγμα προϋπήρχαν όταν το ΠΑΣΟΚ στις αρχές της δεκαετίας του 1980, καθιέρωσε την ψήφο στα 18 – με ανάλογη διόρθωση και στην γενική ενηλικότητα του Αστικού Κώδικα (και εδώ θα επανέλθω παρακάτω). Ίσως μάλιστα είναι πιο εύγλωττη σε αυτό το σημείο η στάση του Πάνου Καμμένου, για το πως αντιμετωπίζει η συγκυβέρνηση αυτό το νέο ηλικιακό σημείο. Πρόσφατα ο Καμμένος συνδύασε μια τέτοια δυνατότητα (εκλέγειν στα 17) με τη δυνατότητα απόκτησης διπλώματος οδήγησης και αγοράς αυτοκινήτου! Οι νέοι ζυγίζονται και λογαριάζονται σαν πιθανοί, δυναμικοί καταναλωτές – και μάλιστα με το πρεστίζ ενός μέσου μετακινήσεων – και όχι εν δυνάμει ενεργοί πολίτες. Εδώ αξίζει μια παρένθεση: Αν ο Καμμένος σχεδιάζει να αλιεύσει ψήφους τάζοντας αυτοκίνητα και διπλώματα οδήγησης, αντιγράφει με καθυστέρηση και με άκομψο τρόπο, τον πολιτικό του πατέρα, Κωνσταντίνο Μητσοτάκη που έταζε φθηνά αυτοκίνητα μέσα στο νοσηρό και σηπτικό κλίμα της διετίας 1989 – 1990. Το σύνθημα που φωνάζαμε οι τότε-σχεδόν - έφηβοι και όχι μόνο  ήταν πολύ απλό και... αναλογικό της κατάστασης μας: Καλύτερα «παπάκι» παρά τον Μητσοτάκη!

 

Με τη μεθόδευση όμως για ψήφο στα 17 «για τους Έλληνες και τις Ελληνίδες», όπως λέει η προτεινόμενη διάταξη, γεννιέται και ένα ακόμη ζήτημα που είτε η συγκυβέρνηση προσπέρασε χωρίς να το καταλάβει ή το προσπέρασε με τρόπο άθλιο, προκλητικό και ανοίκειο. Τι θα συμβεί με τους μετανάστες δεύτερης ή τρίτης γενιάς, που ο γενικός κανόνας πρόσκτησης της ιθαγένειας τους παραπέμπει – ακόμη – στα 18 χρόνια – το γενικό σημείο ενηλικίωσης και δικαιοπρακτικών δεσμεύσεων – και αφού έχουν ολοκληρώσει κατ 'ελάχιστον χρόνους σπουδών στα ελληνικά σχολεία; Θα αποκτήσει η κοινωνία διαχωρισμό ηλικιακό ευθέως αντισυνταγματικό και ανεπίτρεπτο όπου οι «εξ αίματος» Έλληνες θα ψηφίζουν νωρίτερα από τους εξ απονομής; ΟΙ ΑΝΕΛ είμαι σίγουρος ότι πολύ θα το ήθελαν και θα το μεθόδευαν με κάθε τρόπο. Ο ΣΥΡΙΖΑ όμως έχει κατρακυλήσει τόσο χαμηλά στον πάτο του σοσιαλφιλελευθερισμού, του ρατσισμού και του διχασμού της νέας γενιάς σε λιγότερο και περισσότερο «Έλληνες», ώστε να φθάνει να θεσμοθετεί τέτοιες διατάξεις;

 

Συμπέρασμα; Οι προτεινόμενες εκλογικές διατάξεις αποτελούν μνημείο καλπονοθείας διά της πλαγίας οδού και εξαπάτησης, προσπαθώντας να συντηρήσουν το πολιτικό παιχνίδι μέσα σε ένα αυριανό, προσημειωμένο κοινοβουλευτικό πλαίσιο χωρίς πραγματικές λαϊκές εκφράσεις, κοινωνική κυριαρχία και αντιστοίχηση και των δικαιωμάτων και των αναγκών των μειονοτήτων και της νέας γενιάς.

 

Ετικέτες