Η πρώτη απογραφική έρευνα για τους έλληνες επιστήμονες με διδακτορικό αποτυπώνει τι σημαίνει ανώτατες σπουδές στην Ελλάδα, πώς τους αντιμετωπίζουν η χώρα και η αγορά εργασίας και τελικά τι τους διώχνει στο εξωτερικό.

– Εξι χρόνια στο Δημοτικό, έξι χρόνια στο Γυμνάσιο, έξι χρόνια στο Πολυτεχνείο, έξι χρόνια στο εξωτερικό.

– Δεν ήξερες ότι υπάρχει κίνδυνος να μείνεις χωρίς δουλειά;

Οταν ο Κώστας Τσάκωνας μετρούσε τα χαμένα χρόνια της νιότης του στην εμβληματική ταινία «Μάθε παιδί μου γράμματα» το 1981, οι περισσότεροι απ’ αυτούς δεν είχαν ακόμη γεννηθεί. Κι όσοι είχαν μεγαλώσει στην ΠΑΣΟΚική Ελλάδα στα σίγουρα δεν είχαν φανταστεί τον εφιάλτη που θα ξετυλιγόταν στη χώρα και στις ζωές μας μετά το 2010. Μιλάμε για το υψηλότερα εξειδικευμένο και βαθύτερα μορφωμένο επιστημονικό δυναμικό της χώρας, αυτό που είτε αναγκάστηκε να μεταναστεύσει μαζικά είτε φυτοζωεί κυνηγώντας, συνήθως επί ματαίω, μια μόνιμη θέση στο Πανεπιστήμιο ή σε κάποιο ερευνητικό κέντρο.

Συνήθως οι πολιτικοί αναφέρονται σ’ αυτούς μιλώντας για «νέους επιστήμονες», όμως πολλές φορές οι υποψήφιοι διδάκτορες, οι διδάκτορες, οι μεταδιδάκτορες και οι ερευνητές δεν είναι πάντα στην πρώτη τους νιότη, αντιθέτως, μπορεί να βρίσκονται στην καλύτερή τους στιγμή από πλευράς εμπειρίας, όμως αυτό δεν αντανακλάται στην επαγγελματική τους συνθήκη.

Δεν έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που ο πρωθυπουργικός σύμβουλος κ. Πατέλης αποφάνθηκε πως «δεν έχουν όρεξη για δουλειά» (για ν’ ανακαλέσει μετά την κατακραυγή), σε μια στιγμή ειλικρίνειας που αποκάλυψε πώς η κυβέρνηση της Δεξιάς αντιμετωπίζει τον επιστημονικό ανθό της χώρας, αυτής της ίδιας χώρας που εδώ και χρόνια αιμορραγεί από τη διαρροή εγκεφάλων, με ό,τι αυτό σημαίνει όχι μόνο για την όποια πιθανότητα οικονομικής και παραγωγικής ανάκαμψης της χώρας, αλλά και για τον κοινωνικό της ιστό, τη δημόσια σφαίρα, το πολιτικό σκηνικό και την κουλτούρα της.

Από την άλλη, βέβαια, για τον πρωθυπουργό, το brain drain αναστρέφεται, αφού προσφάτως μας έφερε το παράδειγμα του υιού ενός βιομηχάνου που επιστρέφει θριαμβευτής στην πατρίδα για να… αναλάβει τις μπίζνες του μπαμπά! Τι γίνεται όμως αν ο μπαμπάς σου είναι «εξαρτημένος από τον μισθό του» (όπως μας έχει πει σε άλλη αξεπέραστη στιγμή του ο κ. Μητσοτάκης) κι εσύ θέλεις να μπεις στον μαγικό κόσμο της ακαδημίας;

Η εμπειρία της Θεοδώρας είναι αποκαλυπτική. Στα 25 της αναζητούσε εναγωνίως τον καθηγητή που θα επέβλεπε τη διατριβή της. Η Θεοδώρα θεωρητικά είχε όλα τα προσόντα για να την αναλάβει ο καθηγητής – σούπερ σταρ στο επιστημονικό του πεδίο και γνωστός στο πανελλήνιο για τις κοινωνικές και πολιτικές του ευαισθησίες: πτυχίο και μεταπτυχιακό με άριστα, ένα πολύ κοφτερό μυαλό, γοητευτικό γράψιμο, πάθος για την επιστήμη της, εξαιρετικές συστάσεις από τους δασκάλους της.

Είχε όμως δύο βασικά μειονεκτήματα: μπαμπά χωρίς βαθιά τσέπη και η ίδια είναι γυναίκα. Οπως της είπε ο καθηγητής, «το Πανεπιστήμιο είναι βαθιά ταξικό», «το διδακτορικό θέλει αφοσίωση και δεν μπορεί να το βγάλει πέρα ένας εργαζόμενος», άσε που η ίδια «μπορεί και να θέλει να κάνει παιδιά» και ο επιστήμων «δεν μπορεί να επενδύει τον πολύτιμο χρόνο του επί ματαίω». Για την ώρα, η Θεοδώρα δουλεύει για το μεροκάματο, αν και δεν έχει αποχαιρετήσει οριστικά την ιδέα μιας διατριβής.

Ποια είναι η εργασιακή πραγματικότητα για χιλιάδες ανθρώπους που με τεράστιο προσωπικό και οικογενειακό κόστος κατορθώνουν να ολοκληρώσουν ένα διδακτορικό; Τι ακριβώς χρειάζεται να θυσιάσουν από τις ζωές τους για να κυνηγήσουν το όνειρό τους; Πόσες και ποιες ευκαιρίες τούς δίνονται; Η πρώτη απογραφική έρευνα για τους Ελληνες διδάκτορες του Εθνικού Κέντρου Τεκμηρίωσης και Ηλεκτρονικού Περιεχομένου και της Περιφερειακής Μονάδας Ανάπτυξης και Πολιτικής του Πανεπιστημίου Μακεδονίας είναι εξόχως διαφωτιστική.

Οι 10.295 άνθρωποι που συμμετείχαν δίνουν την πρώτη ολοκληρωμένη εικόνα όχι μόνο για το τι σημαίνει ανώτατες σπουδές στην Ελλάδα, αλλά και για το πώς η χώρα και η αγορά εργασίας τις αντιμετωπίζουν. Αυτοί οι μορφωμένοι, κοσμοπολίτες στην πλειονότητά τους άνθρωποι όχι μόνο δείχνουν τι τους έδιωξε από την Ελλάδα, αλλά και το πώς το κράτος θα μπορούσε να χτίσει διαδρόμους για την επιστροφή τους.

Την ίδια ώρα, για πρώτη φορά στην Ιστορία, το ετερόκλητο και πολλαπλών εργασιακών ταχυτήτων σώμα των εργαζομένων στην έρευνα οργανώνεται συνδικαλιστικά. Μόνο μέσα σ’ έναν μήνα, στο νεοσυσταθέν σωματείο τους γράφτηκαν 602 νέα μέλη. Και το αποτέλεσμα στις πρώτες κάλπες που στήθηκαν το περασμένο Σαββατοκύριακο δείχνει πως η νεοφιλελεύθερη αντίληψη περί «αριστείας» κατοικεί μόνο στα μυαλά του κ. Μητσοτάκη και της κ. Κεραμέως.

Οι επισφαλείς επιστήμονες και οι ερευνητές δείχνουν έναν δρόμο διεκδίκησης όχι μόνο για τους ίδιους και για τις ζωές τους αλλά και για την ουσία του Πανεπιστημίου, της έρευνας και μιας επιστήμης στην υπηρεσία της κοινωνίας.

Όσοι έμειναν Ελλάδα δουλεύουν κυρίως στον δημόσιο τομέα

Ποιοι είναι όμως οι άνθρωποι που κατάφεραν να κατακτήσουν την ανώτατη εκπαιδευτική βαθμίδα; Το Εθνικό Αρχείο Διδακτορικών Διατριβών (ΕΑΔΔ) δημιουργήθηκε το 1985, όταν ανατέθηκε στο Εθνικό Κέντρο Τεκμηρίωσης και Ηλεκτρονικού Περιεχομένου (ΕΚΤ) η ευθύνη για τη δημιουργία και την τήρησή του.

Πρόσφατα το ΕΚΤ, σε συνεργασία με την Ερευνητική Μονάδα Περιφερειακής Ανάπτυξης και Πολιτικής του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, παρουσίασε την πρώτη απογραφική έρευνα για τους Ελληνες διδάκτορες, που δίνει μια ολοκληρωμένη εικόνα για τη γεωγραφική, επιστημονική και επαγγελματική κινητικότητα αυτού του πληθυσμού που θα έπρεπε να βρίσκεται στην αιχμή του όποιου σχεδιασμού για την ανάκαμψη της χώρας. Συμμετείχαν 10.295 άτομα (από το σύνολο των 22.350) που την περίοδο 1985-2018 κατέθεσαν τα πονήματά τους στο Εθνικό Αρχείο Διδακτορικών Διατριβών.

Οι διδάκτορες είναι συνήθως κοσμοπολίτες και κουβαλούν, πέρα από τη γνώση, όλη την «προίκα» τού να έχει ζήσει κανείς σε πραγματικότητες πέραν του γενέθλιου τόπου του. Ζουν ή έζησαν σε κάποια χρονική στιγμή σε πάνω από 50 χώρες, κυρίως στο Ηνωμένο Βασίλειο, στις ΗΠΑ, τη Γερμανία και τη Γαλλία, καθώς και σε περισσότερες από 500 πόλεις, κυρίως στο Λονδίνο, το Παρίσι, στη Βοστόνη, τη Λευκωσία και τη Νέα Υόρκη. Επτά στους δέκα έχουν εργαστεί/εργάζονται σε μία από τις 10 πιο καινοτόμες χώρες του κόσμου ή σε παγκόσμιες μητροπόλεις, ενώ ένας στους τρεις έχει ζήσει σε περισσότερες από μία χώρες.

Επτά στους δέκα δεν έφυγαν ποτέ από την Ελλάδα. Εργάζονται κυρίως στον δημόσιο τομέα (66%). Τρεις στους δέκα σε Πανεπιστήμια (32,4%) ή ερευνητικά κέντρα (7,4%) και το 21,4% σε επιχειρήσεις. Μόλις ένας στους τρεις (27,6%) απασχολείται ως «διδακτικό προσωπικό ανώτατων εκπαιδευτικών και ερευνητικών ιδρυμάτων» και μόλις 5,7% ως «ερευνητές». Ακριβώς αντίστροφη είναι η επαγγελματική εικόνα για όσους (14,8%) εξακολουθούν να ζουν στο εξωτερικό: 40,3% εργάζονται σε ανώτατα εκπαιδευτικά και ερευνητικά ιδρύματα και 15% ως «ερευνητές».

Οπως εκατοντάδες χιλιάδες άλλοι νέοι άνθρωποι, έτσι και οι διδάκτορες δραπέτευσαν από την Ελλάδα της πτώχευσης, των μνημονίων και της αέναης λιτότητας (72,8% έφυγε μετά το 2011), ψάχνοντας ευκαιρίες για επαγγελματική ανέλιξη, καλύτερες εργασιακές συνθήκες και απολαβές και εργασία στο αντικείμενό τους – ακριβώς με τα ίδια κριτήρια επέλεξαν και τη χώρα προορισμού τους, ενώ επτά στους δέκα δήλωσαν ότι θα επέστρεφαν εάν έβρισκαν «εργασία ανάλογη με τα προσόντα [τους] στην Ελλάδα». Μόνο το 9,2% δεν ενδιαφέρεται να επιστρέψει.

Τι μπορεί να κάνει το κράτος για να βοηθήσει την επιστροφή τους; Το 60,7% ζητεί «να προκηρυχθούν νέες θέσεις εργασίας στα ΑΕΙ/ερευνητικά κέντρα», 58,4% να βελτιωθούν οι γενικότερες συνθήκες στη χώρα (κοινωνικές υποδομές, βελτίωση της οικονομίας κ.λπ.). Το 37,2% «να βελτιωθούν οι δυνατότητες διασύνδεσής τους με την ελληνική ερευνητική κοινότητα» και το 29,2% ότι χρειάζονται «διαφάνεια και αμεσότητα στην ενημέρωση για κίνητρα-υποτροφίες».

«Μας κρατάνε ομήρους σε μια κατάσταση μισοεργασίας-μισοανεργίας»

Είναι ένα εργατικό δυναμικό υπερπροσοντούχο, αλλά αόρατο. Ανάμεσα στον διαρκή αγώνα για μια υποτροφία και στη συγγραφή ενός ακαδημαϊκού άρθρου, προσπαθούν να επιβιώσουν σε ένα καθεστώς εργασιακής επισφάλειας ή πολλές φορές και αμισθί, χωρίς ωράριο και εργασιακά δικαιώματα, με ποικίλες σχέσεις εργασίας και με διαφορετικές ταχύτητες εργαζομένων, παράγουν έρευνα, καινοτομία και γνώση στα ερευνητικά κέντρα και τα Πανεπιστήμια.

Είναι μεταπτυχιακοί, υποψήφιοι διδάκτορες, μεταδιδακτορικοί ερευνητές, ακαδημαϊκοί υπότροφοι, συμβασιούχοι καθηγητές και πριν από λίγους μήνες αποφάσισαν να γίνουν επιτέλους ορατοί και να διεκδικήσουν τη ζωή αλλά και την έρευνα που τους αξίζει. Το νεοσύστατο Πανελλαδικό Σωματείο Εργαζομένων στην Ερευνα και την Τριτοβάθμια Εκπαίδευση την περασμένη εβδομάδα ολοκλήρωσε την πρώτη του εκλογική διαδικασία. Μιλάμε με τον Δημήτρη Παπαδάκη, ένα από τα νεοεκλεγέντα μέλη του Δ.Σ. του σωματείου και μέλος του LABour-Αγωνιστική Παρέμβαση στην Ερευνα.

-Ολοκληρώσατε τις πρώτες σας εκλογές με πολύ μεγάλη συμμετοχή. Τι στόχους βάζει το σωματείο για το πρώτο εξάμηνο;

Σε διάστημα μόλις ενός μήνα γράφτηκαν 602 μέλη, ενώ τα 2/3 αυτών συμμετείχαν στις εκλογές. Αυτό μας γεμίζει αισιοδοξία κι αποδεικνύει ότι το σωματείο είναι αναγκαίο. Προφανώς αυτό είναι ένα δείγμα μόνο των εργαζομένων του κλάδου, άρα στους στόχους του σωματείου είναι η αύξηση της μαζικότητας και της «ορατότητάς» του. Μακροπρόθεσμος στόχος είναι η σύναψη κλαδικής συλλογικής σύμβασης εργασίας.

-Από ανανεωτική Αριστερά μέχρι αναρχία – το πρώτο σας Δ.Σ. είναι εξόχως αγωνιστικό, αλλά… πού είναι οι «άριστοι»;

Με τα αστικά κριτήρια αριστείας, πολλά από τα μέλη του σωματείου διαπρέπουν στις επιστήμες τους έχοντας ανταγωνιστικές υποτροφίες και δημοσιεύσεις σε γνωστά επιστημονικά περιοδικά. Αλλά το ίδιο το ιδεολόγημα της αριστείας είναι εσφαλμένο και χρησιμοθηρικό. Δεν είμαστε φοιτητές ή μαθητές για να είμαστε είτε «άριστοι» είτε «λίαν καλοί». Είμαστε εργαζόμενοι σε έναν κλάδο που ναι μεν τα αστικά επιτελεία λένε πόσο χρήσιμος είναι, πόσο βοηθάει την οικονομία, αλλά αντιμετωπιζόμαστε σαν φοιτητές, σαν εκπαιδευόμενοι. Η αριστεία έτσι εισάγεται ως μοχλός πίεσης για τη χειροτέρευση των συνθηκών εργασίας μας και μέσω της υποχρηματοδότησης. Εννοείται ότι υπάρχουν πολλοί που καταπίνουν το παραμύθι του ατομικού δρόμου, διαλέγουν το μονοπάτι της «αριστείας» – η ίδια η ζωή τούς βγάζει λάθος. Μόνο μέσα από συλλογικούς αγώνες μπορούμε να βελτιώσουμε τις ζωές μας.

-Τι προτείνετε εσείς για την αναστροφή του brain drain;

Σίγουρα όχι το να καυχιέσαι για την επιστροφή γόνων μεγαλοεπιχειρηματιών στην Ελλάδα. Πέρα από τα καυστικά σχόλια, το brain drain όντως αποτελεί πρόβλημα ή μάλλον είναι η αποτύπωση ενός προβλήματος. Χωρίς μισθό που να ανταποκρίνεται στις ανάγκες μας, χωρίς σταθερό ωράριο, χωρίς ασφάλιση, πολλές φορές το brain drain δεν είναι επιλογή αλλά αναγκαιότητα. Οπότε προτείνουμε αύξηση της κρατικής χρηματοδότησης για τα Πανεπιστήμια και τα ερευνητικά κέντρα, συμβάσεις εργασίας για όλους τους εργαζομένους ανεξαρτήτως «ακαδημαϊκής θέσης» και άνοιγμα των οργανικών θέσεων. Καλύπτουμε πάγιες ανάγκες των ινστιτούτων, αλλά μας κρατάνε ομήρους σε μια κατάσταση μισοεργασίας-μισοανεργίας. Για να αναστραφεί το brain drain πρέπει να υπάρχει η δυνατότητα να εργαστείς στην Ελλάδα χωρίς να κάνεις άλλες δύο δουλειές ταυτόχρονα.

«Εξαντλούμαστε οικονομικά, σωματικά αλλά και ψυχικά»

«Είμαι κοινωνική ανθρωπολόγος με σπουδές στην Ιστορία-Αρχαιολογία και μεταπτυχιακό στις Πολιτισμικές Σπουδές. Κάνω τη διατριβή μου στο Πάντειο και στο Πανεπιστήμιο της Χώρας των Βάσκων, ενώ δουλεύω και ως ερευνήτρια σε ένα πρόγραμμα στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Είμαι λοιπόν διττά επισφαλώς εργαζόμενη.

Η διδακτορική έρευνα είναι υποτιμημένη στην Ελλάδα. Τα χρήματα για την Παιδεία και ειδικότερα για την τριτοβάθμια εκπαίδευση είναι πάρα πολύ λίγα. Το γεγονός ότι η κυβέρνηση μετέφερε την έρευνα στο υπουργείο Ανάπτυξης από το υπουργείο Παιδείας φανερώνει την πρόθεση να συνδέσει την έρευνα ακόμα περισσότερο με τα επιχειρηματικά συμφέροντα. Κι όλα αυτά ενώ διαφημίζεται συνεχώς η περιβόητη αριστεία!

Κάθε διδακτορική έρευνα χρειάζεται χρόνο και αφιέρωση και αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης – αυτά δεν εξασφαλίζονται από τα ελληνικά Πανεπιστήμια, παρ’ όλο που οι έρευνες που διεξάγονται είναι αξιόλογες. Αυτή η συνθήκη είναι σε συντριπτικό βαθμό αποτέλεσμα των πολιτικών που έχουν υιοθετήσει οι κυβερνήσεις τα τελευταία χρόνια, με αποκορύφωμα την κυβέρνηση της Ν.Δ.

Ως εκ τούτου, η μεγάλη πλειονότητα των υποψήφιων διδακτόρων αναγκάζεται να αναζητά χρηματοδότηση από άλλες πηγές, είτε με «μαύρη», συνηθέστατα κακοπληρωμένη, εργασία είτε συμμετέχοντας σε κάποιο ερευνητικό πρόγραμμα άσχετο κατά κανόνα με το επιστημονικό της αντικείμενο.

Οσοι είμαστε υπότροφοι ζήσαμε από πρώτο χέρι την υποτίμηση του ερευνητικού δυναμικού της χώρας. Πρώτα απ’ όλα γιατί η έρευνά μας δεν θεωρείται εργασία. Η υποτροφία δεν συνεπάγεται εργασιακή σύμβαση με το Πανεπιστήμιο κι έτσι δεν έχουμε ούτε ασφάλιση ούτε ταμείο ανεργίας. Αμειβόμενοι με μπλοκάκι, πληρώνουμε την ασφάλισή μας ακόμα κι όταν δεν εργαζόμαστε για κάποιους μήνες. Η ανταγωνιστικότητα και η έλλειψη στήριξης μετατρέπουν τους ερευνητές σε μάνατζερ του εαυτού τους οι οποίοι οφείλουν να καλύπτουν τα έξοδα της έρευνάς τους.

Ακόμη και για τους «τυχερούς» που τελικά θα αμειφθούν για την εργασία τους, οι βραχυχρόνιες συμβάσεις και οι ανεπαρκείς, ασταθείς κι αρκετές φορές εξαιρετικά καθυστερημένες πληρωμές διατηρούν κλίμα εργασιακής επισφάλειας και οικονομικής ανασφάλειας. Εξαντλούμαστε οικονομικά, σωματικά αλλά και ψυχικά, ενώ συνήθως έχουμε να αντιμετωπίσουμε και τη στερεοτυπική αντίληψη της κοινότητας πως είμαστε ακαδημαϊκοί κηφήνες και η εργασία μας ένα πολυτελές «χόμπι».

Ενα ακόμα ζήτημα είναι η λειτουργία των ερευνητών σε «νεοφιλελεύθερο χρόνο»: πρέπει να σπουδάζεις, να τελειώνεις τη διατριβή σου, να πηγαίνεις στο επόμενο level στην ώρα σου. Ομως βλέπουμε όλο και περισσότερους, ειδικά γυναίκες, που αποφασίζουν να κάνουν μια διδακτορική διατριβή αργότερα, γιατί η εντατικοποίηση οδηγεί όσους τελειώνουν νωρίς το πρώτο πτυχίο να βγαίνουν αμέσως στην αγορά εργασίας. Πολλές φορές υπάρχει υποτίμηση και απέναντι στους ανθρώπους που δεν ακολουθούν λοιπόν αυτόν τον νεοφιλελεύθερο χρόνο και ρυθμό.

Ο τρόπος που αντιμετωπίζεται στην Ισπανία η ερευνητική διατριβή δεν έχει καμία σχέση με την Ελλάδα. Η επικουρική διδασκαλία πληρώνεται, οι σχέσεις είναι πιο οριζόντιες, πιο ισότιμες και η έρευνα αντιμετωπίζεται ως εργασία. Υπάρχουν κέντρα στήριξης γυναικών, ΛΟΑΤΚΙ, ενεργές κοινότητες εντός του Πανεπιστημίου.

Τα τελευταία χρόνια έχουμε παραδείγματα αλληλεγγύης και κινητοποίησης και στο ελληνικό Πανεπιστήμιο. Το είδαμε και με το σωματείο και με τον αγώνα ενάντια στην πανεπιστημιακή αστυνομία. Επειδή έχει διευρυνθεί ο πληθυσμός που εργάζεται στο Πανεπιστήμιο, υπάρχουν σημαντικές πολιτικές και κινηματικές διαδικασίες».

«Η προοπτική να διδάξω δεν υπήρχε εδώ, όπως και σχεδόν καμία προοπτική»

«Εκανα μεταπτυχιακό στο Λονδίνο και επέστρεψα για να κάνω τη διατριβή μου με αντικείμενο τον εθελοντισμό και την αλληλεγγύη προς πρόσφυγες. Εργάστηκα για έναν χρόνο (2009-2010) ως μεταδιδακτορική ερευνήτρια στο Πανεπιστήμιο του Πρίνστον και γύρισα στην Ελλάδα ουσιαστικά όταν ξέσπασε η κρίση. Στην Ολλανδία, στο Πανεπιστήμιο του Αμστερνταμ εργάστηκα για τέσσερα χρόνια και τα δύο τελευταία, μετά το 2016 δηλαδή, μετακόμισα εκεί, όπου εργάστηκα και δίδαξα για δύο χρόνια. Το 2019 διορίστηκα και επέστρεψα στο Πάντειο ως επίκουρη καθηγήτρια.

Νωρίτερα δούλευα περιστασιακά σε ερευνητικά προγράμματα στην Ελλάδα. Ηταν όμως καταλυτική η συγκυρία της κρίσης. Ο χώρος του Πανεπιστημίου από το 2009 ήδη ώς το 2018 είχε μείνει απολύτως στάσιμος: δεν προκηρύσσονταν θέσεις στα Πανεπιστήμια παρά μόνο με προσωρινό χαρακτήρα και η επισφάλεια ήταν εκτεταμένη. Ακόμα και σήμερα, οι ερευνητές/τριες εργάζονται με μπλοκάκι, είναι ελεύθεροι επαγγελματίες, γεγονός που τους επιβαρύνει οικονομικά/ασφαλιστικά και τους αποκλείει από μια σειρά δικαιωμάτων, φέρ’ ειπείν άδεια μητρότητας, επιδόματα ανεργίας. Ακούγεται μπανάλ, αλλά η δουλειά σου βασίζεται στη δική σου αυτενέργεια και προσπάθεια να κάνεις πράγματα πέραν των υποχρεώσεών σου. Και πρέπει να τα καταφέρεις παρά την εργασιακή επισφάλεια, τις καθυστερήσεις στην καταβολή της αμοιβής, το εργασιακό καθεστώς συμβάσεων. Οι μειωμένοι πόροι και οι εργασιακές συνθήκες αυτές έχουν άμεσο αντίκτυπο στον φόρτο εργασίας ή στις προοπτικές ανάπτυξης της έρευνας και της επιστημονικής εμβάθυνσης.

Ηθελα πολύ να διδάξω κι αυτή η προοπτική τότε δεν υπήρχε εδώ, όπως και σχεδόν καμία προοπτική. Στην Ολλανδία, η θέση μεταδιδακτορικής ερευνήτριας ή και, συχνά, υποψήφιας διδάκτορος-ερευνήτριας είναι θέση με σύμβαση μισθωτής εργασίας, πράγμα που συνεπάγεται όλα τα δικαιώματα που εδώ δεν είχα. Ωστόσο, το να αλλάζεις διαρκώς χώρα και γλώσσα είναι όλο και πιο δύσκολο όσο μεγαλώνεις.

Για να επιστρέψω, είχα θέσει ως προϋπόθεση την επαγγελματική σταθερότητα. Πάντα ήθελα να διδάξω στο ελληνικό Πανεπιστήμιο. Θεωρώ σημαντικό ότι ζω, δουλεύω και γράφω στη γλώσσα του τόπου τον οποίο μελετώ».

Ετικέτες