Το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών αλλά και οι πολιτικές επιλογές των τελευταίων μηνών έχουν οδηγήσει τον ΣΥΡΙΖΑ στο μεταίχμιο, μπροστά σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι.

Το μεγάλο ποσοστό της εργατικής και λαϊκής ψήφου που εκφράστηκε στην κάλπη του ΣΥΡΙΖΑ (αλλά και του ΚΚΕ και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ) διατηρεί ζωντανό το αριστερόστροφο κλίμα του 2012, παρά την ύφεση του μαζικού κινήματος και την κοινωνική κόπωση κάτω από τα διαδοχικά χτυπήματα της μνημονιακής πολιτικής.

Όμως το γεγονός ότι το ποσοστό αυτό δεν ήταν αρκετό για να δώσει εκλογική λύση στην πολιτική κρίση αναδεικνύει τα όρια της στρατηγικής του ελεκτοραλισμού. Το σύνθημα «Στις 25 ψηφίζουμε, στις 26 φεύγουν» αποδεικνύεται λαθεμένο, όχι –κυρίως– γιατί ήταν υπεραισιόδοξο, αλλά γιατί ήταν εκλογικίστικο.

Δύσκολα καθήκοντα

Οι τακτικές ανασυγκρότησης της Δεξιάς και ανασύνθεσης της σοσιαλδημοκρατίας, που ξεδιπλώνονται άμεσα μετά τις εκλογές, αποδεικνύουν ότι η ανατροπή της συγκυβέρνησης ΝΔ-ΠΑΣΟΚ και, πολύ περισσότερο, η ανατροπή της μνημονιακής πολιτικής του ντόπιου καθεστώτος και των δανειστών, θα είναι μια πολύ πιο δύσκολη και σύνθετη δουλειά από την επικράτηση σε μια κάλπη.

Ο ΣΥΡΙΖΑ κυρίως αλλά και η Αριστερά συνολικότερα οφείλουν να πάρουν, επειγόντως, πρωτοβουλίες που θα απαντούν στη διαπίστωση: «μπλοκαρισμένο πολιτικό σκηνικό». Και αυτές πρέπει να είναι σε δύο κατευθύνσεις:

α) Μια μεγάλη πρωτοβουλία ανασυγκρότησης του μαζικού κινήματος, της κοινωνικής αντίστασης. Τα προηγούμενα χρόνια το εργατικό κίνημα και η Αριστερά στην Ευρώπη κοίταζαν προς την Ελλάδα, παίρνοντας «μαθήματα» για την οικοδόμηση και την ένταση της κοινωνικής αντίστασης στη λιτότητα. Τώρα είναι, ίσως, η σειρά μας να πάρουμε μαθήματα από το πώς χτίστηκε το μαζικό κίνημα στην Ισπανία, από το πώς συγκροτήθηκε το ρεύμα «Podemos», από το πώς οργανώθηκαν οι τελευταίες μεγάλες διαδηλώσεις κατά της λιτότητας στην Ιταλία και τη Γαλλία.

β) Μια μεγάλη, σοβαρή και σχεδιασμένη πρωτοβουλία που θα αφορά την πολιτική ενότητα των δυνάμεων της Αριστεράς, τόσο ως «πλατφόρμα» στήριξης της κοινωνικής αντίστασης όσο και ως «πλατφόρμα» πολιτικής προοπτικής, σε πλήρη αντιπαράθεση με τις επιλογές των αστικών κομμάτων.

Οι συνεδριακές αποφάσεις του ΣΥΡΙΖΑ αποτελούν την ελάχιστη βάση για μια τέτοια πολιτική. Παρά το γεγονός ότι στο συνέδριο η Αριστερή Πλατφόρμα κατέθεσε τροπολογίες, αμφισβητώντας από τα αριστερά ορισμένα σοβαρά σημεία των συνεδριακών αποφάσεων, σήμερα οφείλουμε να υπερασπίσουμε την κεντρική κατεύθυνσή τους.

Στο συνέδριό του ο ΣΥΡΙΖΑ όρισε ως κεντρικό στόχο τη διεκδίκηση της κυβέρνησης της Αριστεράς. Προγραμματικά, ταύτισε αυτόν το στόχο με την ανατροπή της μνημονιακής πολιτικής, με τη δέσμευση για την ανατροπή της λιτότητας. Ταυτόχρονα συνέδεσε το στόχο της κυβέρνησης της Αριστεράς με μια «μεταβατική» αντίληψη προς τη γενικότερη κοινωνική απελευθέρωση, προς το σοσιαλισμό. Η ανατροπή των μνημονίων περιγράφεται ως μια συστηματική προσπάθεια ανατροπής του συσχετισμού δυνάμεων, ως ένα σχέδιο για μια νέα, μια εργατική «μεταπολίτευση».

Περιορισμοί 

Το σχέδιο αυτό έχει σαφείς περιορισμούς:

Η κυβέρνηση της Αριστεράς δεν είναι δυνατόν να ταυτίζεται με μια κυβέρνηση «εθνικής σωτηρίας» γενικώς, ενώ πολύ περισσότερο δεν είναι δυνατόν να συγχέεται με μια κυβέρνηση εθνικής ενότητας, υπό οποιοδήποτε πρόσχημα. Ασφαλώς μια κυβέρνηση της Αριστεράς θα λειτουργήσει ως κυβέρνηση «σωτηρίας» –ως κυβέρνηση διεξόδου από την κρίση– αλλά με κριτήριο τις ανάγκες και τα συμφέροντα της εργατικής τάξης και των λαϊκών δυνάμεων. Ο παράγοντας αυτός απαγορεύει ακόμα και τις σκέψεις για «ευρύτερες» πολιτικές συμμαχίες, για συγχύσεις μεταξύ της κυβέρνησης της Αριστεράς και μιας «πληθυντικής» συγκυβέρνησης –στην πραγματικότητα κυβέρνησης εθνικής ενότητας– ανοιχτής σε όλους, με εξαίρεση «τη ΧΑ και τη σαμαρική Δεξιά».

Η εμπειρία των κυβερνήσεων της πληθυντικής Αριστεράς ή της Κεντροαριστεράς στην Ευρώπη υπήρξε τραγική για τα αριστερά τμήματά τους, που γνώρισαν –όχι τυχαία– διαλυτικές κρίσεις στη Γαλλία και κυρίως στην Ιταλία...

Το τελευταίο διάστημα, στην ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ εμφανίζονται επικίνδυνες παλινωδίες στην κατεύθυνση αυτή: Οι συχνές αναφορές σε μια κάποια «πατριωτική συμμαχία», η έκκληση στον ΣΕΒ (!) για μια κάποια «κοινωνική συμφωνία», οι εύκολες υποσχέσεις στους «από πάνω» (είτε πρόκειται για το φτηνό ρεύμα στις βιομηχανίες είτε για τα γήπεδα των «τίγρεων» της διαπλοκής...) την ώρα που παρουσιάζεται μια τάση εξαέρωσης των δεσμεύσεων απέναντι στους «από κάτω» (με μοναδική εξαίρεση την αναφορά στον κατώτατο μισθό...).

Μια τέτοια στροφή του ΣΥΡΙΖΑ προς το κοινωνικό και πολιτικό «κέντρο» όχι μόνο δεν ξεμπλοκάρει το πολιτικό σκηνικό, όχι μόνο δεν οδηγεί σε εγγυημένη εκλογική νίκη, αλλά θα έχει αποσυσπειρωτικές συνέπειες και πιθανότατα με ραγδαίο ρυθμό.

Αρέσει, ακόμα, το ΠΑΣΟΚ;

Στον ΣΥΡΙΖΑ, ως γνωστόν, έχουν προσέλθει μια σειρά από σοσιαλδημοκρατικά στελέχη που εγκατέλειψαν έγκαιρα το ΠΑΣΟΚ, αμφισβητώντας τις μνημονιακές πολιτικές. Όντας τμήματα του προβεβλημένου πολιτικού προσωπικού και διαθέτοντας την «τεχνογνωσία» των σχέσεων με τα ΜΜΕ, έχουν σε εθνική κάλπη καλές εκλογικές επιδόσεις. Όμως, κατά τη γνώμη μου, αυτό που επιβραβεύει η λαϊκή ψήφος είναι ότι τα στελέχη αυτά επέλεξαν ως «ξενιστή» τον ΣΥΡΙΖΑ και την πολιτική του.

Γιατί κανείς δεν δικαιούται να υποβαθμίζει ένα άλλο γεγονός: Άλλα σοσιαλδημοκρατικά στελέχη –ακόμα πιο «προβεβλημένα», όπως η Λούκα Κατσέλη–, που δοκίμασαν να χτίσουν πολιτικό ρεύμα εκτός ΠΑΣΟΚ αλλά με σαφή σοσιαλδημοκρατικό χαρακτήρα, γνώρισαν την εκλογική συντριβή. Ανάλογη τύχη είχε σύντομα η ΔΗΜΑΡ, που επιχείρησε να οικοδομηθεί ως «υπεύθυνη» Κεντροαριστερά. Επίσης, στα «ποιοτικά» στοιχεία όλων των δημοσκοπήσεων, ως το πιο αδύναμο σημείο του ΣΥΡΙΖΑ εμφανίζεται ο φόβος πλατιών λαϊκών δυνάμεων ότι αυτός μπορεί να εξελιχθεί σε ένα «νέο ΠΑΣΟΚ». Και την εμπειρία αυτήν κανείς, φαίνεται, δεν θέλει να την ξαναζήσει.

Κατά συνέπεια, όλοι στον ΣΥΡΙΖΑ οφείλουν να θυμηθούν τη σαφή απόρριψη της Κεντροαριστεράς που διαπερνά όλες τις συνεδριακές αποφάσεις.

Και οφείλουν να θυμηθούν περισσότερο όσοι το τελευταίο διάστημα «παίζουν» με την πιο μελανή πλευρά της πολιτικής παράδοσης της σοσιαλδημοκρατίας, την, τάχα, «πατριωτική πολιτική». Που δεν ήταν ασφαλώς σοσιαλιστική, αλλά ούτε καν δημοκρατική, αφού ταυτιζόταν με τον εθνικισμό και το σοβινισμό που είναι έννοιες ασύμβατες με την υπεράσπιση των λαϊκών τάξεων. Η πραξικοπηματική απόπειρα να ταυτιστεί ο ΣΥΡΙΖΑ στη Θράκη με το ΠΑΣΟΚ και τη ΝΔ απέτυχε, αλλά ποικίλοι «σύμβουλοι» εξακολουθούν να πουλάνε την πατριωτική συνταγή ως προϋπόθεση εκλογικής νίκης. Και μάλιστα υποστηρίζοντας μιαν «πατριωτική» πολιτική απαλλαγμένη από τα αντιιμπεριαλιστικά φτιασίδια που της έδιναν κύρος στο παρελθόν, αφού σήμερα οι προτροπές τους οδηγούν στην ευθυγράμμιση με την πολιτική των ΗΠΑ και του κράτους του Ισραήλ...

Κόμμα-επιτελείο

Κατά την προεκλογική περίοδο τα φαινόμενα αυτονόμησης και αυθαιρεσίας, παραγοντισμού και ανεξέλεγκτης λειτουργίας, πήραν πρωτόγνωρες διαστάσεις. Ο ΣΥΡΙΖΑ διολίσθησε προς το μοντέλο του αστικοδημοκρατικού κόμματος, βυθιζόμενος όλο και περισσότερο στις προτεραιότητες του κοινοβουλευτισμού-εκλογικισμού.

Μετά το συνέδριο αρκετοί σ. προσανατόλισαν τις οργανωτικές παρεμβάσεις τους στην αντιμετώπιση της, τάχα, σεχταριστικής παράδοσης των «συνιστωσών». Πλήθυναν στα κομματικά έντυπα και συζητήσεις οι καταδικαστικές αναφορές στους «ανθρώπους των σπηλαίων», στην οργανωτικότητα που προκύπτει από την παράδοση της κομμουνιστικής Αριστεράς. Αυτό το μετακομμουνιστικό κλίμα αποδείχθηκε εκτός τόπου και χρόνου: ο κίνδυνος για τον ΣΥΡΙΖΑ ήταν και είναι στη διείσδυση των αστικών αντιλήψεων για το «κόμμα», για τη σχέση συλλογικότητας-αποτελεσματικότητας, για την αναγκαιότητα των οργάνων, για τη σχέση στρατηγικής-τακτικής κ.ο.κ. Η «βίαιη ωρίμανση» που επιχειρήθηκε σε αυτό το πεδίο οδήγησε στην αυτονόμηση του κομματικού και κοινοβουλευτικού σταρ σίστεμ, στην υποβάθμιση των μελών, των οργανώσεων, των ενδιάμεσων και καθοδηγητικών οργάνων.

Η στροφή του ΣΥΡΙΖΑ προς την κατεύθυνση του κόμματος-επιτελείου, ενός επιτελείου παρέμβασης, δράσης, διαμόρφωσης ευρύτερου ανατρεπτικού πολιτικού ρεύματος, είναι προϋπόθεση (και όχι «βαρίδι») για την πολιτική νίκη.

Στις συνθήκες κρίσης σαν τις σημερινές, μόνο η άμεση και ισχυρή σχέση με τις εργατικές και λαϊκές δυνάμεις μπορεί να οδηγήσει σε μια βιώσιμη κυβέρνηση της Αριστεράς και όχι σε μια αριστερή «παρένθεση» προς όφελος –μακροπρόθεσμα– των αντιπάλων μας.

Και μια τέτοια σχέση μπορεί να οικοδομηθεί μόνο με την οργανωτικότητα που λογοδοτεί στα μέλη, στις πολιτικές μάχες, στο γενικό πολιτικό σχέδιο για την ανατροπή. 

Ετικέτες