Στους μήνες που πέρασαν μετά τις εκλογές του Ιούλη του ’19 δεν δοκιμάστηκε μόνο η ΝΔ του Κυρ. Μητσοτάκη. Δοκιμάστηκε και ο ΣΥΡΙΖΑ του Αλ. Τσίπρα που, στο ρόλο πλέον της αντιπολίτευσης, συνεχίζει σταθερά στις επιλογές που έκανε το 2015.

Όσοι περίμεναν «σκληρή αντιπολίτευση» και μια «επιστροφή» στις ιδέες και στην πολιτική μιας (έστω μετριοπαθούς) εκδοχής Αριστεράς, οφείλουν να ξυπνήσουν μπροστά στην επιμονή του Τσίπρα να συνεχίσει στον βαθιά καθεστωτικό ρόλο που ανέλαβε κατά την κυβερνητική τετραετία του.

Για κάθε αριστερό άνθρωπο, οι σχέσεις με το διεθνή ιμπεριαλισμό –και ειδικότερα με το κέντρο του, τις ΗΠΑ του Ντόναλντ Τραμπ– είναι μια λυδία λίθος για τις πολιτικές επιλογές. Ο Αλ. Τσίπρας στη συνέντευξή του στο «Βήμα», υπήρξε αποκαλυπτικός. Προσπάθησε να διεκδικήσει την πιο αυθεντική και πρωτοπόρα σχέση με τις ΗΠΑ σε σύγκριση με τον Μητσοτάκη: «Η πολυεπίπεδη αναβάθμιση των σχέσεων με τις ΗΠΑ αποτέλεσε στρατηγική επιλογή μας… Εμείς καθιερώσαμε το στρατηγικό διάλογο με τις ΗΠΑ, όσο και το σχήμα 3+1 (με ΗΠΑ, Κύπρο και Ισραήλ)… Οι αποφάσεις (σσ: για τον εκσυγχρονισμό των F16 και των Mirage) έκλεισαν, επιτέλους, κατά τη δική μου συνάντηση με τον πρόεδρο Τραμπ το 2017…».

Αυτή η ξετσίπωτη ομολογία φιλοαμερικανισμού –στην πιο επικίνδυνη «στιγμή», μετά τη δολοφονία του Σουλεϊμανί και την απειλή πολέμου με το Ιράν– οδηγεί με μαθητική ακρίβεια στην άθλια πολιτική στάση στη σημερινή συγκυρία: «το αρραγές μέτωπο και η εθνική στρατηγική είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την αντιμετώπιση εθνικών κινδύνων». Ο Τσίπρας, αφού θυμίσει την ψήφο του ΣΥΡΙΖΑ υπέρ των πολεμικών δαπανών στον προϋπολογισμό της ΝΔ, ζητά σύγκλιση του Συμβουλίου Πολιτικών Αρχηγών, δηλώνοντας έτοιμος για «συμφωνία πάνω στις βασικές γραμμές της εθνικής στρατηγικής» και ζητώντας ως μοναδικό αντίτιμο την επανεκλογή του Προκόπη Παυλόπουλου (γνωστού, άλλωστε, «αγωνιστή» της δημοκρατικής παρατάξεως…).

Αυτά οφείλουν να τα σημειώσουν όσοι και όσες θεώρησαν το service που έκανε ο Τσίπρας στο ΝΑΤΟ με τις Πρέσπες, ως «ρήξη» του ΣΥΡΙΖΑ με τον εθνικισμό και την πατρηδοκαπηλεία.

Αυτή η ακραία συντηρητική τοποθέτηση στα «γεωπολιτικά», είναι άρρηκτα δεμένη με τη στάση του Τσίπρα στην οικονομική και κοινωνική πολιτική. Έξι μήνες μετά την πολιτική και εκλογική ήττα του από τον Κυρ. Μητσοτάκη, ο Τσίπρας δηλώνει ότι «έχω μετανιώσει για πολλές επιλογές, αλλά όχι για τη βασική επιλογή». Η «βασική επιλογή» ήταν το μνημόνιο 3, η ανάληψη της ευθύνης από τον ΣΥΡΙΖΑ για την τετραετή συνέχεια των πιο βάρβαρων, νεοφιλελεύθερων αντιμεταρρυθμίσεων. Ο Τσίπρας προσπαθεί σήμερα να κρυφτεί πίσω από τη φράση «η δημοσιονομική πειθαρχία δεν ήταν δική μας επιλογή», αλλά αυτή δεν αρκεί για να καλύψει 4 χρόνια σκληρής λιτότητας. Ο «συμβιβασμός» του 2015 οδήγησε στην υποχρέωση για τα αιματηρά πλεονάσματα του 3,5%, όμως ήταν αυτόνομη κυβερνητική επιλογή η απόφαση για τα «υπερ-πλεονάσματα» που τσάκιζε τα εργατικά και κοινωνικά δικαιώματα, για να μπορέσει η κυβέρνηση Τσίπρα να δώσει την τελευταία στιγμή τα «φιλοδωρήματα» κάποιων επιδομάτων μπας και γλιτώσει την εκλογική συντριβή. Το πολιτικό αποτέλεσμα αυτής της κατάπτυστης μανούβρας το γνωρίζουμε σήμερα, αλλά το χειρότερο είναι ότι η πολιτική των υπερ-πλεονασμάτων έχει ανοίξει δρόμους που σήμερα μπορεί να εκμεταλλευτεί ο Κυρ. Μητσοτάκης.

Στη βάση αυτών των πραγματικών πεπραγμένων, το μόνο πράγμα για το οποίο μπορεί να υπερηφανευτεί ο Τσίπρας είναι «το γεγονός ότι καλούμαι και παίρνω μέρος στα συλλογικά fora της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας». Πράγματι. Μπορεί πλέον να συνεδριάζει μαζί με τον Μακρόν, που διαλύει το δημόσιο ασφαλιστικό σύστημα στη Γαλλία (υπό της οδηγίας της Black Rock και άλλων ευγενών funds), ενώ αντιμετωπίζει το πιο οργισμένο απεργιακό κύμα μετά το 1995. Η πολιτική του Μακρόν, ο σοσιαλφιλελευθερισμός της σύγχρονης «ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας», είναι το πραγματικό πολιτικό περιεχόμενο της «ανασυγκρότησης του ΣΥΡΙΖΑ» που υπόσχεται κι επιβάλει ο Τσίπρας. Όμως όπως δείχνουν οι πολιτικές εξελίξεις στην Ευρώπη (στη Γαλλία, στη Γερμανία κλπ), αυτή η πολιτική όσο κι αν καμώνεται ότι είναι «ο κύριος αντίπαλος της Δεξιάς» γίνεται όλο και πιο αδιάφορη από τη σκοπιά της πραγματικής υπεράσπισης των συμφερόντων των εργαζομένων και της κοινωνικής πλειοψηφίας.

Το κράμα του Τσίπρα, το κράμα εθνικοπατριωτισμού και ακραίου ευρωπαϊσμού, το κράμα σοσιαλφιλελευθερισμού και δημαγωγίας ενάντια, τάχα, «στη δικτατορία των αγορών», οδηγεί όχι μόνο σε εκλογικές και πολιτικές ήττες, αλλά σε στρατηγικές ήττες, σε παραίτηση από την πάλη για να αλλάξουμε τον κόσμο, σε «έξοδο» από την πολιτική, τις ιδέες, τις παραδόσεις της Αριστεράς σε κάθε εκδοχή της. Και οι ευθύνες όσων συμβιβάζονται με αυτόν τον κατήφορο, ελπίζοντας σε μια δεύτερη «διεκδίκηση με αξιώσεις της κυβερνητικής εξουσίας», γίνονται όλο και πιο βαριές.

*Αναδημοσίευση από την Εργατική Αριστερά

Ετικέτες