Για πρώτη φορά μετά την καταστολή της Εξέγερσης του Πάρκου Γκεζί το 2013, η μαζική κινητοποίηση από τα κάτω επέστρεψε ως πολιτικός παράγοντας στην Τουρκία.
Το υπόβαθρο
Στα μέσα Φλεβάρη, το τουρκικό κράτος είχε εξαπολύσει ένα κύμα συλλήψεων πολιτικών στελεχών του κουρδικού κινήματος και οργανώσεων της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς, ενώ ξεκινούσε παράλληλα μια καμπάνια ποινικών διώξεων κατά δημάρχων του CHP, του κόμματος της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Η κλιμάκωση της καταστολής εξελισσόταν παράλληλα με το «άνοιγμα» προς τον Οτσαλάν με στόχο τον τερματισμό της ένοπλης σύγκρουσης με το PKK, που κορυφώθηκε με την έκκληση του ιστορικού ηγέτη προς τους συντρόφους του να καταθέσουν τα όπλα [βλ. Πίσω από την ιστορική έκκληση του Οτσαλάν]
Οι δύο εξελίξεις έδειχναν εκ πρώτης όψεως αντιφατικές. Όμως πρόκειται για μια ενιαία καμπάνια προληπτικής «απενεργοποίησης» δυνητικών απειλών στη σταθερότητα του καθεστώτος, με το βλέμμα στην ταραχώδη και ρευστή περίοδο που έχει ανοίξει στη Μέση Ανατολή και διεθνώς. Αυτή η καμπάνια επιστρατεύει και το καρότο (στις κουρδικές περιοχές) και το μαστίγιο (απέναντι στις άλλες αντιπολιτεύσεις). Αλλά αποδείχθηκε ότι, μερικές φορές, το μαστίγιο μπορεί να γυρίσει μπούμερανγκ σε αυτόν που το κραδαίνει, όταν ξεπερνά τα κοινωνικά όρια ανοχής.
Η αφορμή
Η σύλληψη του δημάρχου της Ισταμπούλ, Εκρέμ Ιμάμογλου, υπήρξε «η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι». Οι κατηγορίες για διαφθορά και σχέσεις με την τρομοκρατία, συνδυαστικά με την αιφνιδιαστική αφαίρεση του πτυχίου του (προαπαιτούμενο για συμμετοχή σε προεδρικές εκλογές), έγιναν σωστά αντιληπτές ως πολιτική προσπάθεια να αποκλειστεί από τη συμμετοχή στις επόμενες προεδρικές εκλογές.
Στις δημοτικές εκλογές του 2024, το ΑΚΡ είχε υποστεί την πρώτη του εκλογική ήττα επί ηγεσίας Ερντογάν, συγκεντρώνοντας λιγότερες ψήφους από το CHP. Το τελευταίο και ισχυρότερο χαρτί του ΑΚΡ είναι η προσωπική δημοφιλία του Ερντογάν, όμως ο Τούρκος Πρόεδρος δεν είναι τόσο ισχυρός όσο ήταν κάποτε, ενώ ίσως δεν βρει τρόπο να συμμετέχει στις επόμενες προεδρικές εκλογές. Ο Ιμάμογλου κυβερνά την Ισταμπούλ από το 2019 και το 2024 επανεξελέγη διευρύνοντας το χάσμα από τον υποψήφιο του ΑΚΡ -και ο Ερντογάν ξέρει από την προσωπική του διαδρομή ότι «όποιος κερδίζει την Ισταμπούλ, μπορεί να κερδίσει την Τουρκία».
Αυτά εξηγούν το πολιτικό κίνητρο της στοχοποίησης του δημάρχου της Ισταμπούλ και την αγανάκτηση που προκάλεσε ως εξόφθαλμα πολιτική παρέμβαση. Υπάρχει στην πρόσφατη προϊστορία ένα αντίστοιχο φαινόμενο «μπούμερανγκ», με πρωταγωνιστή και πάλι τον Ιμάμογλου. Το 2019, είχε επικρατήσει οριακά (13.000 ψήφοι διαφορά) και η τουρκική κυβέρνηση ακύρωσε αυθαίρετα την εκλογική διαδικασία. Στις επαναληπτικές, ο Ιμάμογλου διεύρυνε το προβάδισμά του στις 800.000 ψήφους, σε μια εκλογική «τιμωρία» του αλαζονικού κρατικού αυταρχισμού. Στα τέλη Μάρτη, η τουρκική κοινωνία έδειξε ένα αντίστοιχο ανακλαστικό, αλλά αυτή τη φορά η μάχη μεταφέρθηκε από την κάλπη στο δρόμο. Γιατί αντίστοιχη ήταν η πρόκληση: ο Ερντογάν παραβίασε κάποιους «κανόνες του παιχνιδιού» που σεβόταν μέχρι σήμερα: οι εκλογικές του νίκες ήταν πάντα καθαρές, ενώ το 2024 είχε αποδεχθεί την ήττα του.
Η ποιοτική αλλαγή που σηματοδοτεί αυτή η ενέργεια στη μακρόσυρτη διαδικασία αυταρχικοποίησης ενός καθεστώτος που στην αρχή της θητείας του προώθησε τον εκδημοκρατισμό, συμβολίστηκε από τη διαφοροποίηση ενός βετεράνου βουλευτή του ΑΚΡ. Στην ανάρτηση όπου κατήγγειλε τη σύλληψη του Ιμάμογλου, είχε προσθέσει μια φωτογραφία του ίδιου και του Ερντογάν από το μακρινό 1999, όταν ήταν οι δυο τους φυλακισμένοι.
Το κίνημα
Το CHP αποτελεί τον διοργανωτή των κινητοποιήσεων, αλλά η κοινωνική έκρηξη που ακολούθησε ξεπέρασε τις δυνατότητες κινητοποίησης της οργανωμένης βάσης του. Με «αιχμή του δόρατος» τον φοιτητόκοσμο και συνολικά τη νεολαία, υπήρξε πλατιά καθημερινή συμμετοχή στο δρόμο, κινητοποίηση δυνάμεων πέρα κι έξω από το CHP (ριζοσπαστική Αριστερά κ.ά.) και ένας ριζοσπαστισμός που εκφράστηκε από την επιμονή παραμονής στο δρόμο τη νύχτα και μετά τη «λήξη» της επίσημης-κομματικής συγκέντρωσης. Αυτές οι δυνάμεις έριξαν τα συνθήματα «η απελευθέρωση κερδίζεται στους δρόμους, όχι στις κάλπες» και «αντίσταση στους δρόμους, όχι στις κάλπες», όταν η ηγεσία του CHP πρότεινε ως επόμενο βήμα του «αγώνα» την πλατιά συμμετοχή στις προκριματικές του κόμματος (με στόχο να καταγραφεί η πλατύτερη λαϊκή νομιμοποίηση του Ιμάμογλου). Αντίστοιχα αντέδρασε αυτός ο κόσμος στην πρόθεση του CHP να σταματήσει τις καθημερινές συγκεντρώσεις στην Ισταμπούλ («μπορεί να μαζέψει τα μέλη του, όχι εμάς»).
Είναι προφανές ότι ήρθαν εκρηκτικά στην επιφάνεια όλες οι κοινωνικές αντιφάσεις (της πολιτισμικής πόλωσης που προκαλούν οι συντηρητικές ιδέες και πολιτικές του ΑΚΡ, της ακραίας επιδείνωσης της οικονομικής κατάστασης για τα λαϊκά στρώματα) και ενεργοποιούν την νεολαία που ασφυκτιεί περισσότερο. Κάτι αντίστοιχο –αν και σε διαφορετικές οικονομικές συνθήκες– είχε συμβεί με την εξέγερση του Γκεζί το 2013.
Έκτοτε η Τουρκία ζούσε σε μια ατμόσφαιρα συνεχούς καταπίεσης, ενώ εμπεδώθηκε ένα «τοίχος φόβου» μετά την αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος κατά του Ερντογάν το 2016. Η σημερινή φοιτητική γενιά δεν είχε καμία προηγούμενη εμπειρία πολιτικής δράσης στα πανεπιστήμια, παρόλα αυτά είναι αυτή που «σπάει το τείχος του φόβου» και δημιουργεί το μεγαλύτερο κινηματικό γεγονός στη χώρα μετά από 12 χρόνια.
Η αστυνομία συλλαμβάνει φοιτητές-τριες και επιτίθεται σκληρά στη νεολαία τις νύχτες, αλλά ακόμα και αντικυβερνητικές πηγές εντοπίζουν ότι –ως την ώρα που γράφονταν αυτές οι γραμμές…– στέκεται πιο «ήπια» απέναντι στον κόσμο του CHP ενώ γενικά δεν συμπεριφέρεται με την έξαλλη αγριότητα που χαρακτήρισε την καταστολή της Εξέγερσης του Γκεζί. Τον Ιμάμογλου διαδέχτηκε αντιδήμαρχος εκλεγμένος από την πλειοψηφία του δημοτικού συμβουλίου, με την κυβέρνηση να αποφεύγει τελικά τη συνήθη πρακτική του διορισμού δημάρχου απευθείας από την Άγκυρα. Είναι προφανές ότι ο Ερντογάν αιφνιδιάστηκε από το άνοιγμα ενός μετώπου που δεν είχε προβλέψει. Η κοινωνική βάση του ΑΚΡ δεν έχει αντιδράσει. Ασφαλώς μπορεί να ανταποκριθεί εφόσον κληθεί στους δρόμους από την ηγεσία της. Αλλά η αρχική «αυθόρμητη» αδράνεια ίσως αποτελεί σημάδι αποσυσπείρωσης ενός κοινωνικού ρεύματος που είναι παραδοσιακά «ενεργοποιημένο».
Προοπτικές
Μια δοκιμασία για το κίνημα θα είναι η διαφαινόμενη τάση του CHP να αποκλιμακώσει και οι συνέπειες που θα έχει (ή δεν θα έχει…) αυτό στον όγκο των κινητοποιήσεων.
Για τον Ερντογάν, η δοκιμασία είναι το πώς θα επιχειρήσει να απαντήσει. Αν επιμείνει, φυλακίζοντας τον Ιμάμογλου ή/και ακυρώνοντας το έκτακτο συνέδριο του CHP στις αρχές Απρίλη, θα ρίξει κι άλλο λάδι στη φωτιά. Αν υποχωρήσει, θα έχει υποστεί μια πολιτική ήττα.
Ένα άλλο ζητούμενο είναι η κατάσταση πνευμάτων στον κόσμο του ΑΚΡ και κατά πόσο η εκλογική φθορά του θα μεταφραστεί σε πολιτικό-κοινωνικό ρήγμα με τμήμα της λαϊκής του βάσης.
Απέναντι σε όλα αυτά, η τουρκική ριζοσπαστική Αριστερά καλείται να δώσει μια μάχη γεμάτη πολιτικές απαιτήσεις, μεγάλους κινδύνους, αλλά και ευκαιρίες που δεν είχε τα τελευταία 12 χρόνια, για να οικοδομήσει μια εναλλακτική που θα σπάσει τις εθνικές και θρησκευτικές «πολώσεις», για να προσφέρει μια εναλλακτική πέρα από τον χλωμό αστικό «εκδημοκρατισμό» που έχει γίνει σημαία του CHP τα τελευταία χρόνια…
*Αναδημοσίευση από την Εργατική Αριστερά