Τον περασμένο Φεβρουάριο, μερικές μέρες μετά την εκλογική νίκη της 25ης Ιανουαρίου, έγραφα, σε αυτήν εδώ την στήλη, τα εξής: «Λίγες ώρες πριν από την ανακοίνωση των προγραμματικών δηλώσεων της κυβέρνησης από τον Αλέξη Τσίπρα ελάχιστες, νομίζω, μπορούν να είναι οι εκπλήξεις.

Είναι με τέτοιο τρόπο αποσαφηνισμένες οι προτάσεις του ΣΥΡΙΖΑ εδώ και καιρό -και ιδίως μετά από την εξαγγελία του Προγράμματος της Θεσσαλονίκης- που, στην πραγματικότητα, αυτό που αναμένουμε είναι η επανάληψη όσων με πολύ αποτελεσματικό τρόπο ισχυριστήκαμε προεκλογικά. Και τα οποία, ενώ επιμένουμε συνήθως να τα ονομάζουμε μέτρα για την ανάταξη της κοινωνικής καταστροφής, είναι, επιπλέον, σε απόλυτο βαθμό προσημασμένα ταξικά.

Το μήνυμα ήταν και είναι πως το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ, άμεσο και μακροχρόνιο, είναι ένα πρόγραμμα για τους φτωχούς και τους ανέργους, για τον κόσμο της εργασίας –όχι κατά προτεραιότητα, αλλά αποκλειστικά».

Σε ό,τι αφορά τις διακηρύξεις εκείνης της ημέρας πραγματικά ελάχιστες ήταν οι εκπλήξεις.

Σήμερα, όμως, ξέρουμε πόσο πολλές και πόσο μεγάλες ήταν οι εκπλήξεις που μας περίμεναν στο δρόμο. Κάποιες σύντομα, άλλες άμα τη ολοκληρώσει της πρώτης κυβερνητικής θητείας.

Όπως ξέρουμε πως, όποια θέση κι αν έχει κάποιος σήμερα απέναντι στα πράγματα, ούτε ένας δεν φαντάζονταν τον καιρό εκείνο τις επερχόμενες εξελίξεις.

Και οι πιο δεξιοί ανάμεσά μας θα θεωρούσαν τη σχετική πρόβλεψη ως προβοκατόρικη τοποθέτηση άρρωστων εγκεφάλων. Η άρνησή τους θα ήταν ολοκληρωτική και «κάθετη», για να θυμηθούμε και την προσήκουσα πια πασοκική ορολογία. Διότι, ως γνωστόν, εμείς «δεν είμαστε παντός καιρού». Και αποτασσόμεθα μετά βδελυγμίας τα μνημόνια, που συνιστούν καθεστώς και όχι κάποιο είδος, απεχθούς έστω, δημοσιονομικής παρέμβασης. Όπως μετά αντίστοιχης βδελυγμίας αποτασσόμεθα και όσους τα αποδέχονται, αποδίδοντάς τους, με τα λόγια του Αλέξη Τσίπρα στη Λαμία τέλη Νοεμβρίου του 2014, «αυτογελοιοποίηση», «εξευτελισμό», «καταστροφή», «κοροϊδία», «πλαστές υποσχέσεις», «ψέματα».

Σήμερα ξέρουμε, λοιπόν, καλά.

Πράγμα που μας οδηγεί να περιμένουμε τις νέες προγραμματικές δεσμεύσεις (sic) της Δευτέρας με μόνη την προσμονή για το πόσο ευφάνταστο θα αποδειχτεί το «παράλληλο» πρόγραμμα και το πώς συγκεκριμένα θα δειχτεί πως η «συμφωνία» αφήνει περιθώρια, μέσα από την υλοποίησή της, για «έξοδο από την κρίση».

Προβλέπω πως θα έχουμε επίδειξη σολομωνικής με σανσκριτικές διατυπώσεις.

Και αυτό όχι μόνο γιατί, όχι η πλειοψηφία, αλλά το σύνολο, διεθνώς, όσων οικονομολόγων μπορούν να θεωρηθούν στοιχειωδώς «προοδευτικοί» μοιράζονται την άποψη του Στίγκλιτς πως, εξαιτίας όσων συνέβησαν από τον Ιούλιο και μετά, «η κατάσταση στην Ελλάδα θα επιδεινωθεί περισσότερο […] στο μέτρο που το 3ο Μνημόνιο δεν έχει καμιά λογική και στέλνει την χώρα σαν πρόβατο επί σφαγή…».

Το μνημόνιο είναι καταστροφή, όπως τόσο καλά έχουμε αναλύσει και τεκμηριώσει χρόνια τώρα σε αμέτρητα άρθρα και βιβλία, ο Δραγασάκης, ο Σταθάκης, ο Μηλιός, ο Τσακαλώτος κι εγώ, ο Ιωακείμογλου, ο Ρυλμόν, ο Λαπατσιώρας. Δείξαμε, πέρα από κάθε αμφιβολία, πως συνιστά οικονομική και κοινωνική καταστροφή ακριβώς γιατί είναι ένα ταξικό πρόγραμμα κοινωνικής εκθεμελίωσης, που, πρωτίστως, μέσω της εσωτερικής υποτίμησης, επιβάλλει έναν αδήριτο καταναγκασμό στον κόσμο της εργασίας έτσι ώστε η καπιταλιστική κερδοφορία να προφυλάσσεται και να ενισχύεται διαρκώς. Το δείξαμε αυτό και επιμέναμε όλοι ανεξαιρέτως πως, ακόμη κι αν δεν είχαμε νέο μνημόνιο και μέναμε στα δύο, η κοινωνική καταστροφή θα συνεχίζονταν και θα βάθαινε.

Δεν χρειάζεται, άλλωστε, προχωρημένο μαρξισμό για να έχουμε την παραπάνω βεβαιότητα. Ας θυμίσω μερικά στοιχεία:

Στη σημερινή Ελλάδα (2014), οι μισθωτοί εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα είναι μόλις 1371450 έναντι 1365406 ανέργων! Η τρομακτική αυτή συνθήκη της ανεργίας διαμορφώνει τις προϋποθέσεις για το πάρτι των αφεντικών. Έτσι, το 20% των μισθωτών έχει μηνιαίο μισθό μέχρι 500 ευρώ μικτά, ενώ το 43% δεν ξεπερνά τα μικτά 800 και λιγότερο από 20% έχει μικτό μισθό άνω των 1500 ευρώ. Προσθέστε εδώ πως όσοι εμφανίζονται να έχουν μερική απασχόληση δεν σημαίνει πως δεν εργάζονται, στην πραγματικότητα, πάνω από 8ωρο, ενώ πληρώνονται για τετράωρο ή και λιγότερο.

Επιπλέον, περίπου 1000000 (!) εργαζόμενοι πληρώνονται με καθυστέρηση από ένα μήνα έως ένα χρόνο ή, τελικά, δεν πληρώνονται καθόλου.

Ακόμη, μεταξύ 2008 και 2013, οι πληρωμένες από τον εργοδότη υπερωρίες μειώθηκαν κατά 53.3%, ενώ οι απλήρωτες υπερωρίες αυξήθηκαν κατά 76.4%, με θύματα κυρίως τις γυναίκες εργαζόμενες. Σήμερα (2014) το 77.4% των υπερωριών που κάνουν οι εργαζόμενοι δεν αμείβεται, όταν το αντίστοιχο ποσοστό το 2008 ήταν 47.6%.

Αυτά, κυρίως, πέτυχαν τα μνημόνια.

Με τις «διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις» που ήδη έχουν θεσμοθετηθεί, έχει επέλθει διάλυση της προστασίας, του καθεστώτος αποζημίωσης και προειδοποίησης, εξατομίκευση των αμοιβών και των εργασιακών σχέσεων, υπερεξοπλισμός των εργοδοτών προκειμένου να επιβάλλουν διαρκή σφαγή στους μισθούς –μεταξύ άλλων, τους δίνεται η δυνατότητα, των εργοδοτών, να επιβάλλουν μονομερώς την εκ περιτροπής εργασία, ακόμη και μιας μέρας τη βδομάδα, έως και 18 συνεχόμενους μήνες.

Με αποτέλεσμα, όπως σημείωνε επί αντιπολιτεύσεως η «Αυγή»:

«Νέος κοντά στα 40, ευέλικτα εργαζόμενος που απασχολείται με μερική απασχόληση ή εκ περιτροπής εργασία και με μισθό που διαμορφώνεται περί τα 300 ευρώ, είναι ο σημερινός εργαζόμενος της μνημονιακής πραγματικότητας».

Αυτά, λοιπόν, κάνουν τα μνημόνια. Και αυτά θα πρέπει να αρθούν άμεσα.

Η παρούσα κυβέρνηση έχει αποφασίσει πως ο «συσχετισμός δύναμης» δεν το επιτρέπει. Γι’ αυτό λέω πως θα πρέπει να περιμένουμε πολλή αναπτυξιακή σολομωνική και εθνικά περήφανα σανσκριτικά στις προγραμματικές. Μεταξύ αυτών και –για να μείνουμε στα πρώτης και απόλυτης σημασίας εργασιακά- τις «βέλτιστες πρακτικές» ή τη συνδρομή της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας (ILO). Αποκρύπτοντας πως οι «βέλτιστες πρακτικές» αποτέλεσαν τη βάση και για τις ως τώρα «διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις» εργασιακής απορρύθμισης χάριν της ανταγωνιστικότητας. Ή πως η ILO αρνήθηκε επιμόνως να καταδικάσει την Ελλάδα για την μόνιμη παραβίαση των διεθνών συμβάσεων εργασίας.

Να τελειώνουμε, λοιπόν, με τις αυταπάτες. Ή θα βρούμε ως εργαζόμενοι τον τρόπο να εξεγερθούμε ενάντια σε όλα αυτά και σε όσους τα υπηρετούν ή θα υποστούμε αυτό που οργανώνουν καιρό τώρα: εργασιακή σκλαβιά και ταπεινωμένη ζωή για γενιές μπροστά.

Όσοι το κατανοούμε αυτό θα πρέπει να βρούμε τρόπους συμπόρευσης και κοινών αγώνων. Όσοι, από την άλλη, θεωρούν παραπειστική εμμονή το «αντιμνημονιακό» -πράγμα που είναι διαφορετικό από τη σωστή άποψη πως ο κοινωνικός ανταγωνισμός δεν εξαντλείται στο δίπολο μνημόνιο-αντιμνημόνιο- είναι από την άλλη πλευρά, ό,τι κι αν δηλώνουν.

Μπορούμε να ελπίζουμε; Προφανώς και ναι.

Άλλωστε, όπως έγραψε ο Δημήτρης Τρίμης πριν από λίγο καιρό στην «Εφημερίδα των Συντακτών»:

«Προς πολιτικά στελέχη και αρμόδιους τεχνικούς της εξουσίας:

Με τα σημερινά δεδομένα της ανυπόφορης ανεργίας των νέων, την ακμάζουσα μαύρη εργασία, τους επίσημους μισθούς στα 450 ευρώ και την προδιαγραφόμενη σύνταξη στα 67, έχει κανείς σας την ψευδαίσθηση ότι δεν θα ξανάρθουν το επόμενο διάστημα… «τα αύρια να διώξουν τα σήμερα», όπως έλεγε και το σύνθημα της βίαιης εξέγερσης των νέων του Δεκέμβρη του 2008;».

«Αυτοί» μπορεί να έχουν τέτοιες ψευδαισθήσεις. «Εμείς», ελπίζω, όχι.

Ετικέτες