Πριν ακόμη ξεκινήσει η σχολική χρονιά, ερχόμαστε αντιμέτωποι με μια σειρά εξαγγελιών επί εκπαιδευτικών θεμάτων, πότε για την αλλαγή του αναλυτικού προγράμματος σπουδών, πότε για την κατάργηση ή διατήρηση των εξετάσεων και πότε για τον καθορισμό των προσόντων των εκπαιδευτικών.

Δεν είναι λίγες οι φορές που κατά τη διάρ­κεια των κα­λο­και­ρι­νών δια­κο­πών νιώ­θου­με ότι η αρ­θρο­γρα­φία που συ­νο­δεύ­ει τις εξαγ­γε­λί­ες της εκά­στο­τε κυ­βέρ­νη­σης είναι ένα εμπό­διο να φα­ντα­στού­με κάπως δια­φο­ρε­τι­κά την σχο­λι­κή χρο­νιά που θα ακο­λου­θή­σει, σαν να πρό­κει­ται για στοι­χεία ενός δη­μό­σιου λόγου που επα­να­δια­πραγ­μα­τεύ­ε­ται συ­νε­χώς το εκ­παι­δευ­τι­κό πλαί­σιο δεί­χνο­ντάς μας ότι όλα είναι πι­θα­νά να συμ­βούν με ένα συ­γκε­κρι­μέ­νο όμως τρόπο   σε ένα ήδη βε­βα­ρη­μέ­νο, σχε­δόν κα­κο­ποι­η­μέ­νο από τις αλ­λε­πάλ­λη­λες υπο­τι­θέ­με­νες αλ­λα­γές, εκ­παι­δευ­τι­κό σύ­στη­μα. Ανα­ρω­τιό­μα­στε αν όλες αυτές οι με­ταρ­ρυθ­μί­σεις έχουν  στόχο την βελ­τί­ω­ση της εκ­παί­δευ­σης ή πρό­κει­ται για προ­σθέ­σεις στην υπάρ­χου­σα τε­χνο­λο­γία της εκ­παί­δευ­σης χωρίς καμία ιδιαί­τε­ρη με­τα­βο­λή. Τα προ­βλή­μα­τα της εκ­παί­δευ­σης πα­ρα­μέ­νουν και παρ’ όλες τις με­ταρ­ρυθ­μι­στι­κές προ­σπά­θειες κάθε Σε­πτέμ­βρη ερ­χό­μα­στε αντι­μέ­τω­ποι με μια ανα­γνω­ρί­σι­μη διοι­κη­τι­κή ορ­γά­νω­ση πα­ρα­γνω­ρί­ζο­ντας το γε­γο­νός ότι  οι τυχόν δια­φο­ρο­ποι­ή­σεις στο εσω­τε­ρι­κό της νοη­μα­το­δο­τού­νται από στοι­χεία πέρα από τα στενά όρια του σχο­λεί­ου.

Στη διε­θνή βι­βλιο­γρα­φία έχει κατ' επα­νά­λη­ψη επι­ση­μαν­θεί ότι κάθε σχο­λείο έχει τη δική του δυ­να­μι­κή, τη δική του κουλ­τού­ρα και ότι δεν υπάρ­χει μια ομοιο­γε­νής αντί­λη­ψη του τι ση­μαί­νει σχο­λι­κή ζωή. Επι­πλέ­ον, τα όρια του σχο­λεί­ου, ακόμη και με την αυ­λό­πορ­τά του ερ­μη­τι­κά κλει­στή, είναι διά­τρη­τα δια­μέ­σου των προ­σω­πι­κών μας βιω­μά­των και ιστο­ριών ζωής να  "ει­σβά­λει" ο δι­ϋ­πο­κει­με­νι­κός χα­ρα­κτή­ρας εν­νοιών όπως ανα­τρο­φή, νε­ό­τη­τα, παι­δι­κό­τη­τα, πο­λι­τι­σμός, αξίες, οι­κο­γε­νεια­κοί σχη­μα­τι­σμοί, κοι­νω­νι­κή τάξη, πο­λι­τι­κή εκ­προ­σώ­πη­ση, δι­καιώ­μα­τα και ένα σωρό άλλες. Από τη μία οι νόμοι  προ­σπα­θούν να ρυθ­μί­σουν θέ­μα­τα της μα­θη­τι­κής ζωής και από την άλλη οι κοι­νω­νι­κές πραγ­μα­τι­κό­τη­τες -που λα­θε­μέ­να ορί­ζο­νται σε ενικό αριθ­μό - δια­περ­νούν τη σχο­λι­κή ζωή. Αι­σθα­νό­μα­στε έντο­να την ανάσα ενός θε­σμι­κού πλαι­σί­ου που ασθμαί­νει στην προ­σπά­θειά του να κα­νο­νι­κο­ποι­ή­σει, έστω και ένα μέρος, των ανα­γκών των σχο­λι­κών κοι­νο­τή­των. Η ανάσα αυτή ακού­γε­ται σαν βρόγ­χος και η ερώ­τη­ση που προ­κα­λεί­ται είναι πώς συμ­βαί­νει να βρι­σκό­μα­στε συ­νε­χώς στο μέσο μιας φόρ­μας συ­ντή­ρη­σης ενώ οι εξαγ­γε­λί­ες είναι αλ­λε­πάλ­λη­λες για να μας πεί­σουν ότι οι προ­τά­σεις είναι φρέ­σκιες και ανα­ζω­ο­γο­νη­τι­κές.

Δεν είναι εύ­κο­λο να ανα­ζη­τη­θούν τα αίτια της κα­θή­λω­σης, με το "Σώμα" της εκ­παί­δευ­σης να περνά από πλα­στι­κή σε πλα­στι­κή εγ­χεί­ρη­ση εν­σω­μα­τώ­νο­ντας τις προ­σθέ­σεις-συ­μπλη­ρώ­μα­τα, τα τε­χνη­τά του μέλη, για να φανεί ανα­νε­ω­μέ­νο και "υγιές/αρ­τι­με­λές"
 στην προ­σπά­θειά του να βελ­τιώ­σει μέλη του που στο πλαί­σιο του με­τα­νε­ω­τε­ρι­κού λόγου περί εκ­συγ­χρο­νι­σμού βε­βαιώ­νο­νται ως "άρ­ρω­στα-ελατ­τω­μα­τι­κά". Ανα­δύ­ο­νται μέτρα επι­κύ­ρω­σης του "σύγ­χρο­νου" προ­βάλ­λο­ντας μια τε­χνη­τή κα­τά­στα­ση ανα­νέ­ω­σης όπως για πα­ρά­δειγ­μα οι "κακοί μα­θη­τές" του πα­ρελ­θό­ντος να εμ­φα­νί­ζο­νται με τον δι­καιω­μα­τι­κό όρο "μα­θη­τές με μα­θη­σια­κές δυ­σκο­λί­ες" για να επι­τρα­πεί η πρό­σθε­ση "ενερ­γη­τι­κών" τύπων δι­δα­σκα­λί­ας με­τα­σχη­μα­τί­ζο­ντας την ιστο­ρι­κό­τη­τα του εκ­παι­δευ­τι­κού συ­στή­μα­τος, απο­κομ­μέ­νη από τις γε­νι­κό­τε­ρες κοι­νω­νι­κο-πο­λι­τι­κές και πο­λι­τι­σμι­κές διερ­γα­σί­ες του πα­ρελ­θό­ντος, ως "πα­θη­τι­κές". Απο­κρύ­πτο­νται στον με­τα­νε­ω­τε­ρι­κό αυτόν "εκ­συγ­χρο­νι­στι­κό λόγο" οι συν­δέ­σεις του εκ­παι­δευ­τι­κού συ­στή­μα­τος με χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της νε­ο­ελ­λη­νι­κής κοι­νω­νί­ας ενταγ­μέ­να ή δια­φο­ρο­ποι­η­μέ­να στο πα­γκό­σμιο χάρτη. Στο με­ταρ­ρυθ­μι­στι­κό αυτό προ­σθε­τι­κό θε­σμι­κό πλ­σί­διο πα­ρα­μέ­νουν με­τέ­ω­ρα και ασύν­δε­τα στοι­χεία όπως:

Οι  ερ­γα­σια­κές σχέ­σεις και συν­θή­κες  του εκ­παι­δευ­τι­κού κό­σμου.

Η αντα­γω­νι­στι­κό­τη­τα που προ­κα­λεί η από­κτη­ση προ­σό­ντων με  την επέ­λα­ση της ια­τρι­κο­ποι­η­μέ­νης εκ­παί­δευ­σης χάριν αρι­στεί­ας για την "αξιο­ποί­η­ση" του μα­θη­τι­κού πλη­θυ­σμού με απο­τέ­λε­σμα τον δια­χω­ρι­σμό του σε σύγ­χρο­νες δια­βαθ­μί­σεις ανά­λο­γα με τις επι­τα­γές της αγο­ράς ερ­γα­σί­ας.

Οι κυ­ρί­αρ­χες αξί­ες-συν­δέ­σεις περί αρ­τι­μέ­λειας και επί­δο­σης-ικα­νό­τη­τας.

Η ενο­χο­ποί­η­ση της δια­φο­ρε­τι­κό­τη­τας με την τα­μπέ­λα "μα­θη­σια­κές δυ­σκο­λί­ες". 

Το αστα­θές πο­λι­τι­κό σκη­νι­κό που πα­ρά­γει συν­θή­κες συλ­λο­γι­κής επι­σφά­λειας στο πε­ρι­βάλ­λον της οι­κο­νο­μι­κής κρί­σης.

Η αδυ­να­μία σύν­δε­σης των πα­ρα­πά­νω  στοι­χεί­ων δια­μορ­φώ­νει μια θολή ιστο­ρι­κό­τη­τα προς  ένα λει­τουρ­γι­στι­κό ερ­γα­λεια­κό πρό­ταγ­μα ανα­νέ­ω­σης που  συ­μπε­ραί­νει ότι προ­βάλ­λε­ται μια προ­στα­κτι­κή της προ­στα­σί­ας. Δεν μπο­ρού­με σε καμία πε­ρί­πτω­ση να ισχυ­ρι­στού­με ότι όλα τα πα­ρα­πά­νω απο­τε­λούν μειο­νε­κτή­μα­τα απο­κλει­στι­κά του ελ­λη­νι­κού εκ­παι­δευ­τι­κού συ­στή­μα­τος, ωστό­σο στον κα­θη­με­ρι­νό  λόγο οφεί­λου­με να στα­θού­με στην επα­να­λαμ­βα­νό­με­νη πρό­σθε­ση της φρά­σης: "Στην Ελ­λά­δα η εκ­παί­δευ­ση πάντα νο­σού­σε". Σε όποιο κύκλο αν­θρώ­πων κι αν βρε­θού­με η πρό­σθε­ση αυτή επα­να­λαμ­βά­νε­ται δια­μορ­φώ­νο­ντας το κλίμα της συ­ναι­σθη­μα­τι­κής μας δυ­σα­ρέ­σκειας για τα ποιο­τι­κά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά του εκ­παι­δευ­τι­κού μας συ­στή­μα­τος.

Λίγες μέρες μετά την ανα­κοί­νω­ση των απο­τε­λε­σμά­των ει­σα­γω­γής στην τρι­το­βάθ­μια εκ­παί­δευ­ση, τα σχο­λεία ανοί­γουν και η χαρά της επι­τυ­χί­ας των ει­σα­χθέ­ντων με­τα­τρέ­πε­ται σε αγω­νία και προ­βλη­μα­τι­σμό για το πριν και το μετά της εκ­παι­δευ­τι­κής τους δια­δρο­μής. Τι κι αν στο πε­ρι­βάλ­λον της ακα­δη­μί­ας έχει ανα­πτυ­χθεί ένας γό­νι­μος διά­λο­γος για το νοη­μα­τι­κό πε­ριε­χό­με­νο του "εκ­συγ­χρο­νι­σμού", τι κι αν έχει ασκη­θεί κρι­τι­κή στους γραμ­μι­κούς συ­σχε­τι­σμούς κυ­ρί­αρ­χων εν­νοιών εντός και περί της εκ­παί­δευ­σης, τι κι αν έχουν αμ­φι­σβη­τη­θεί τα κα­θο­λι­κά ανα­λυ­τι­κά προ­γράμ­μα­τα σπου­δών και άλλα πολλά,  η γκρί­νια δια­χέ­ε­ται σε όλο το φάσμα της κοι­νω­νι­κής ζωής με τις με­ταρ­ρυθ­μί­σεις να συ­νε­χί­ζουν τη πρό­σθε­ση χωρίς να κα­τα­φέρ­νουν να ικα­νο­ποι­ή­σουν παρά ένα μικρό μέρος των αι­τη­μά­των για αλ­λα­γή  και να ενι­σχύ­σουν τον δη­μό­σιο λόγο περί "προ­βλη­μα­τι­κής εκ­παί­δευ­σης".

Με­τα­ξύ επί­ση­μου και ανε­πί­ση­μου δη­μό­σιου λόγου υπάρ­χουν πολ­λές συν­δέ­σεις, όπως και χά­σμα­τα, που όλα μαζί όμως λει­τουρ­γούν προ­σθε­τι­κά. Σε αυτό το ση­μείο, ας  μου επι­τρα­πεί να ανα­φέ­ρω ένα στοι­χείο που δεν λαμ­βά­νε­ται υπόψη στην πρό­σθε­ση. Μιλώ για την φρο­ντί­δα. Η δι­δα­σκα­λία και η φρο­ντί­δα δεν ανα­γνω­ρί­ζο­νται ως συ­μπλη­ρω­μα­τι­κές έν­νοιες στο ελ­λη­νι­κό εκ­παι­δευ­τι­κό σύ­στη­μα.  Το νοη­μα­τι­κό πε­ριε­χό­με­νο της φρο­ντί­δας στην Ελ­λά­δα να έχει κλει­στεί στα όρια της οι­κο­γέ­νειας, ενώ η δι­δα­σκα­λία να ανα­γνω­ρί­ζε­ται μόνο στα όρια του σχο­λεί­ου και της εξαρ­τώ­με­νης από τα παι­χνί­δια της αγο­ράς πα­ρα­παι­δεί­ας. Οι στρα­τη­γι­κές επι­βί­ω­σης των υπο­κει­μέ­νων υπο­στα­σιο­ποιού­νται σε μια αό­ρι­στη και ελ­λειμ­μα­τι­κή προ­στα­σία της απο­κλει­στι­κά πυ­ρη­νι­κής οι­κο­γέ­νειας που πε­ρι­γρά­φε­ται  ως το μο­να­δι­κό όχημα δια­τή­ρη­σης της ελ­λη­νι­κό­τη­τας, φρο­ντι­στι­κά "φι­λό­ξε­νης". Έτσι η φρο­ντί­δα εκτός οι­κο­γέ­νειας  απο­κτά χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά "άτυ­που", ακα­νό­νι­στου και άρα ανα­πο­τε­λε­σμα­τι­κού τύπου   πρά­ξης. Οι εκ­παι­δευ­τι­κοί δεν μπαί­νουν στα χω­ρά­φια της φρο­ντί­δας και η εκ­παι­δευ­τι­κή δια­δι­κα­σία στε­γνώ­νει με προ­σθέ­σεις που ευ­ελ­πι­στούν στην ανα­νέ­ω­σή της πο­λι­τειό­τη­τας, που δεν συ­νο­μι­λεί παρά μόνο με την εξω­θε­σμι­κή -αν και συ­νταγ­μα­τι­κά κα­το­χυ­ρω­μέ­νη- φρο­ντί­δα των οι­κο­γε­νεια­κών και συγ­γε­νι­κών δι­κτύ­ων.

Σα­φέ­στα­τα υπάρ­χουν πολ­λές εξαι­ρέ­σεις όμως τα βε­βαιω­μέ­να αυτά κα­νο­νι­στι­κά σχή­μα­τα ανα­πα­ρά­γο­νται  στις προ­σπά­θειες "εκ­συγ­χρο­νι­σμού" του εκ­παι­δευ­τι­κού συ­στή­μα­τος και ως υπό­θε­ση ερ­γα­σί­ας, φαί­νε­ται ότι δεν χρη­σι­μο­ποιούν εντέ­λει  στοι­χεία χει­ρα­φέ­τη­σης του με­τα­νε­ω­τε­ρι­κού προ­νοια­κού πλου­ρα­λι­σμού, αλλά στην ουσία ενι­σχύ­ουν την άποψη ότι η σχέση του σχο­λεί­ου και οι­κο­γέ­νειας είναι άρ­ρη­κτα δε­μέ­νη σε ένα επί­πε­δο επί­βλε­ψης της φρο­ντί­δας, που "πα­ρα­χω­ρεί­ται" στο σχο­λείο όχι συ­μπλη­ρω­μα­τι­κά-συλ­λο­γι­κά αλλά οι­κο­γε­νειο­κε­ντρι­κά για να ει­πω­θεί ότι "όλοι μας εί­μα­στε μια με­γά­λη οι­κο­γέ­νεια". Η έν­νοια αυτή ανα­λύ­θη­κε ως συ­στα­τι­κό στοι­χείο που πότε βο­ή­θη­σε αν­θρώ­πους να επι­βιώ­σουν, πότε "κα­τα­σπά­ρα­ξε" αν­θρώ­πους (η Ελ­λά­δα τρώει τα παι­διά της) για να κα­τα­λή­ξει σε μια ανοί­κεια φρο­ντί­δα του δη­μό­σιου χώρου.

Στον δη­μό­σιο λόγο η οι­κο­γε­νεια­κή φρο­ντί­δα πε­ρι­γρά­φε­ται ως "ισχυ­ρή", "αν­θε­κτι­κή" ενώ το κρά­τος "φτωχό" και "ανα­πο­τε­λε­σμα­τι­κό", που πάση θυσία χρειά­ζε­ται να εκ­συγ­χρο­νι­στεί ακο­λου­θώ­ντας το μο­ντέ­λο της ευ­ε­λι­ξί­ας στην ανεύ­ρε­ση πόρων της ελ­λη­νι­κής οι­κο­γέ­νειας, που "γνω­ρί­ζει να απορ­ρο­φά του κρα­δα­σμούς προ­στα­τεύ­ο­ντας και φρο­ντί­ζο­ντας τα μέλη της". Η φρο­ντί­δα συ­νε­πώς λο­γί­ζε­ται και με­τα­σχη­μα­τί­ζε­ται σε μια "εκ­συγ­χρο­νι­στι­κή με­γά­λη οι­κο­γέ­νεια" του ελ­λα­δι­κού χώρου, κρα­τώ­ντας τον ηγε­μο­νι­κό ρόλο συ­γκε­κρι­μέ­νων οι­κο­γε­νεια­κών στρα­τη­γι­κών επι­βί­ω­σης, στιγ­μα­τί­ζο­ντας πα­ράλ­λη­λα την εξω­οι­κο­γε­νεια­κή φρο­ντί­δα ως ου­δέ­τε­ρη, διεκ­πε­ραιω­τι­κή ως κρα­τι­κή, σε ένα θε­σμι­κό κενό που  επι­κα­λεί­ται τον ηρω­ι­σμό της οι­κο­γέ­νειας για να απο­συρ­θεί και  να την εγκα­θι­δρύ­σει.  

Στην πε­ρί­πτω­σή μας, το κενό αυτό, μια γκρί­ζα ζώνη με­τα­ξύ σχο­λεί­ου και φρο­ντί­δας, είναι μια πα­ρά­με­τρος που αν ανα­λυ­θεί πε­ρισ­σό­τε­ρο, ίσως δεί­ξει ότι οι πα­ρα­πά­νω προ­σθέ­σεις αφαι­ρούν εντέ­λει την επι­ση­μο­ποί­η­ση της φρο­ντί­δας εντός του δη­μό­σιου σχο­λεί­ου, το οποίο κα­τα­φεύ­γει στην ανά­λη­ψη ευ­θυ­νών, μόνο όταν έχει την δυ­να­τό­τη­τα να δια­θέ­σει πό­ρους για συ­γκε­κρι­μέ­νες κα­τη­γο­ρί­ες μα­θη­τών/τριών (ανά­πη­ρους, μα­θη­τές με μα­θη­σια­κές δυ­σκο­λί­ες), πάντα όμως επι­ση­μαί­νο­ντας την οι­κο­γε­νεια­κή επί­βλε­ψη προ­ερ­χό­με­νη από την ικα­νό­τη­τα της οι­κο­γέ­νειας να αντα­πο­κρι­θεί όλα αυτά τα χρό­νια πιο απο­τε­λε­σμα­τι­κά από το ίδιο. Ίσως γι' αυτόν τον λόγο αδυ­να­τού­με να ρυθ­μί­σου­με εν­δυ­να­μω­τι­κά τη συλ­λο­γι­στι­κή ότι τα σχο­λεία είναι κυ­ρί­ως τόποι κοι­νω­νι­κό­τη­τας και φρο­ντί­δας και όχι μόνο τόποι πα­ρα­γω­γής και ανα­πα­ρα­γω­γής γνώ­σε­ων, αδυ­να­τώ­ντας πα­ράλ­λη­λα να κα­τα­νο­ή­σου­με, να ανα­γνω­ρί­σου­με και να συ­μπε­ρι­λά­βου­με κάθε όψη κοι­νω­ι­κής ομά­δω­σης, γο­νεϊ­κό­τη­τας και επαγ­γελ­μα­τι­σμού, τα οποία έχουν απλω­θεί ήδη, να πα­ρα­μέ­νουν όμως  αό­ρα­τα στο θε­σμι­κό πλαί­σιο.    

*Δρ Κοι­νω­νι­κής Αν­θρω­πο­λο­γί­ας, Εκ­παι­δευ­τι­κός

Ετικέτες