Καθώς η παρδαλή συμμαχία "οποιοσδήποτε εκτός από τον Νετανιάχου" κατέληξε σε συμφωνία για συγκρότηση κυβέρνησης, αναδημοσιεύουμε ένα άρθρο που γράφτηκε για την Εργατική Αριστερά μετά την εκεχειρία.

Η αποκάλυψη της ανομοιογένειας του επίδοξου κυβερνητικού μπλοκ στις μέρες του πολέμου δεν το εμπόδισε τελικά να συμφωνήσει σε συγκρότηση κυβέρνησης. Αλλά είναι κρίσιμη η υπενθύμισή της για τη βιωσιμότητά του. Μαζί με τους τάχα "κεντρώους" συμμαχεί το Μερέτζ που είναι ενάντια στην κατοχή με τον ακροδεξιό Μπένετ που είναι οπαδός των εποικισμών και των προσαρτήσεων (αναλαμβάνει πρωθυπουργός), το αραβικό ισλαμικό Raam με το κόμμα του διαβόητου "αραβοφάγου" Λίμπερμαν. Η ψήφος εμπιστοσύνης στις επερχόμενες ψηφοφορίες δεν θεωρείται αυτονόητη (μένει να φανεί αν ο Νετανιάχου θα αποδειχθεί για άλλη μια φορά επτάψυχος). Όσον αφορά τη σημερινή αμφισβήτηση της πρωτοκαθεδρίας Νετανιάχου, τα όσα παραθέτει το άρθρο για τον απολογισμό του πολέμου έπαιξαν ιδιαίτερο ρόλο: "Τα τέρατα γύρω του θα τον κατασπαράξουν" έγραφε ο Ταουφίκ Χαντάντ για την περίπτωση ο ισραηλινός πρωθυπουργός να μην μπορέσει να παρουσιάσει μια "εικόνα νίκης" στον πόλεμο. Σήμερα οι Λίμπερμαν και οι Μπένετ απαντάνε στις επικρίσεις Νετανιάχου για "αποστασία από τη Δεξιά" ισχυριζόμενοι ότι θα συγκροτήσουν μια ακόμα πιο "σκληρή" κυβέρνηση από την αποτυχημένη δική του, ενώ οι διάφοροι "κεντρώοι" υπενθυμίζουν ότι είναι "γεράκια στο θέμα της ασφάλειας". -Rp. 

--------------

Αποτυχία και αδιέξοδα για τον Νετανιάχου

Στο εσωτερικό του Ισραήλ, ένας από τους υπολογισμούς του Νετανιάχου ήταν να βγει ισχυροποιημένος από έναν πόλεμο στη Γάζα. Κατάφερε πράγματι να φέρει στην επιφάνεια την ανομοιογένεια του μπλοκ  «οποιοσδήποτε εκτός από τον Μπίμπι» (όπου συνυπάρχουν υποστηρικτές της ειρήνης και ακραίοι «αραβοφάγοι»). Αλλά η αποτυχία του να παρουσιάσει μια έκβαση που θα μπορούσε με λίγη προσπάθεια να πουληθεί ως στοιχειωδώς «νικηφόρα», του δημιουργεί νέους πονοκεφάλους στα δεξιά του.  

Διαδοχικοί πόλεμοι στη Γάζα (το 2008-09, το 2012, το 2014) προκάλεσαν ανείπωτη καταστροφή και θάνατο, αλλά κάθε φορά  αναδείκνυαν ότι δεν μπορεί να υπάρξει «στρατιωτική νίκη» -αφήνοντας μια πικρή γεύση στο Τελ Αβίβ που ξεκινούσε τις φονικές του επιχειρήσεις με τον ισχυρισμό ότι «θα σακατέψει την αντίσταση». Σήμερα αυτή η αίσθηση αδιεξόδου επικρατεί στο πολλαπλάσιο. 

Στο αμιγώς στρατιωτικό πεδίο, οι δυνατότητες της Χαμάς αποδείχθηκαν ισχυρότερες από κάθε άλλη φορά. Στη δημόσια συζήτηση, η σκληρή παραδοχή ότι «ο στρατός δεν έχει ιδέα πώς να παραλύσει τις δυνάμεις της Χαμάς» ή η μομφή στις μυστικές υπηρεσίες ότι «η Χαμάς θεωρούταν αδύναμη κι απομονωμένη… κανείς δεν προειδοποίησε για το ενδεχόμενο να αναδειχθεί σε ηγεσία του παλαιστινιακού αγώνα για την Ιερουσαλήμ», συνδυάζεται από τη διαπίστωση ότι «μια χερσαία επιδρομή θα οδηγούσε σε βαριές απώλειες χωρίς να έχει στόχους που θα την δικαιολογούσαν». 

Η στρατιωτική έκβαση επηρέασε και τον πολιτικό αντίκτυπο. Ο Ισραηλινός αντισιωνιστής δημοσιογράφος Γκιντεόν Λεβί έχει περιγράψει στο παρελθόν τις ρουκέτες της Χαμάς ως «μοναδικό τρόπο που έχουν οι Παλαιστίνιοι να τους παίρνουμε κι αυτούς υπόψη». Πράγματι, οι δυνατότητες που επέδειξε η παλαιστινιακή οργάνωση αυτή τη φορά βάρυναν στο κλίμα στο Ισραήλ υπέρ ενός τερματισμού του πολέμου, από αρθρογράφους που διαπίστωναν με τρόμο ότι ένα «αναποτελεσματικό  σφυροκόπημα της Γάζας» έχει ως μόνη συνέπεια ότι «η ζωή στο νότιο και κεντρικό Ισραήλ έχει παραλύσει». 

Ταυτόχρονα, ο ξεσηκωμός των Παλαιστινίων στο εσωτερικό του Κράτους του Ισραήλ (βλ. προηγούμενη σελίδα) και οι συγκρούσεις με τους φανατικούς σιωνιστές, προκάλεσε επιπλέον ανησυχίες. Ο συνδυασμός των δύο παραγόντων, οδήγησε στην πρώτη φορά εδώ και πάρα πολύ καιρό που -για το Ισραήλ- «ο πόλεμος ήρθε σπίτι». 

Το ξεδίπλωμα της διεθνούς αλληλεγγύης στον παλαιστινιακό λαό -ιδιαίτερα στις ΗΠΑ, αλλά και σε ευρωπαϊκές χώρες και σε αραβικές- έπαιξε το δικό του ρόλο, καθιστώντας κάθε μέρα παράτασης του μακελειού της Γάζας «κοστοβόρο» πολιτικά και για το Ισραήλ και για τα κράτη-υποστηρικτές του. 

Είναι ενδεικτικό ότι 2 μέρες πριν την εκεχειρία, ένα άρθρο στον ισραηλινό Τύπο έκανε λόγο για τον «πιο αποτυχημένο και άσκοπο συνοριακό πόλεμο στην ιστορία του Ισραήλ». Κάνοντας λόγο για «σοβαρή στρατιωτική και διπλωματική αποτυχία», καλούσε τον Νετανιάχου «αντί να σπαταλά χρόνο σε μια αποτυχημένη προσπάθεια να δημιουργήσει μια εικονική αίσθηση νίκης… να αποδεχτεί μια εκεχειρία και να ελπίζει ότι η κοινή γνώμη θα ξεχάσει γρήγορα…». 

Την επόμενη μέρα, υπήρξε το τηλεφώνημα Μπάιντεν. Ο Αμερικανός πρόεδρος έδωσε δείγματα γραφής αυτές τις 11 μέρες, επιβεβαιώνοντας ρητορικά τη στήριξη στο Ισραήλ, μπλοκάροντας 4 διαδοχικές αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ που καλούσαν σε εκεχειρία, παραδίδοντας όπλα αξίας 735 εκατ. δολαρίων τις μέρες της σφαγής, υπενθυμίζοντας πόσο σάπια είναι η «κανονικότητα» στην οποία επιστρέφει η αμερικανική εξωτερική πολιτική μετά την τάχα «τρέλα» της εποχής Τραμπ. Άλλωστε ο ίδιος ο Μπάιντεν είναι ο άνθρωπος που είχε δηλώσει στο παρελθόν ότι «αν δεν υπήρχε το Ισραήλ, θα έπρεπε να το ανακαλύψουμε». 

Αφού «αγόρασε» χρόνο και έδωσε κάλυψη στην αιμοσταγή προσπάθεια του Νετανιάχου να παρουσιάσει μια κάποια «νίκη», συνειδητοποίησε όσα γράφονταν δημόσια στον ισραηλινό Τύπο και πίεσε για την εκεχειρία.

Η υποχώρηση του Νετανιάχου και η αποδοχή της, σε πείσμα των προγνωστικών, δείχνει σε πόσο δύσκολη θέση βρέθηκε η ισραηλινή κυβέρνηση. Μια μέρα πριν την εκεχειρία, ο Παλαιστίνιος αγωνιστής Ταουφίκ Χαντάντ έγραφε ότι «ο Νετανιάχου χρειάζεται χρόνο για να βρει κάτι που θα καλλιεργήσει την εικόνα νίκης. Αν δεν βρει μια τέτοια οδό διαφυγής, είναι καταδικασμένος. Τα τέρατα γύρω του θα τον κατασπαράξουν, ειδικά αν υποχρεωθεί να τερματίσει την επιχείρηση με οποιαδήποτε πολιτική παραχώρηση ή ακόμα κι αν απλά επιστρέψει στο προϋπάρχον στάτους κβο -καθώς θα έχει εγκαινιαστεί μια νέα εποχή, όπου οι Ισραηλινοί του Τελ Αβίβ θα καταλάβουν ότι η φούσκα τους έσπασε και όπου εκατοντάδες ρουκέτες θα έχουν διαλύσει τη μυθολογία της άτρωτης άμυνας».

Αυτή η μέρα ξημέρωσε για τον Νετανιάχου μετά την εκεχειρία. Το γεγονός ότι μπήκε τελικά φρένο στην πολεμική μηχανή του Ισραήλ μετά από 11 μέρες και περίπου 250 νεκρούς, παρά την στήριξη που είχε από τις μεγάλες δυνάμεις, προκαλεί μια μικρή ανακούφιση και αποτελεί μια δικαίωση της παλαιστινιακής αντίστασης και της διεθνούς αλληλεγγύης, που υποχρέωσαν τον Νετανιάχου σε μια «ταπεινωτική» υποχώρηση και βυθίζουν το Κράτος-Τρομοκράτη σε μια πολιτική κρίση. Αλλά ταυτόχρονα, αυτό το αίσθημα «ταπείνωσης» που επικρατεί σε μεγάλο τμήμα της ισραηλινής κοινωνίας και του πολιτικού προσωπικού, μπορεί να τροφοδοτήσει σκληρές ρεβανσιστικές διαθέσεις και προειδοποιεί ενάντια σε κάθε εφησυχασμό απέναντι στην προσωρινή σιωπή των όπλων. Ιδιαίτερα σε μια εποχή όπου παρουσιάστηκε στους δρόμους η ενίσχυση και η αποθράσυνση της πιο σκληρής εποικιστικής σιωνιστικής ακροδεξιάς, η οποία πιέζει με λόγια και έργα για «θάνατο στους Άραβες»…

Ετικέτες