Συμβολή στην Συνέλευση της «Συσπείρωσης»-(Εργατικό Κέντρο Θεσσαλονίκης 12-12-2017)

Τα  επίδικα ζητήματα της ταξικής διαπάλης

          Η σημερινή  πολιτική και κοινωνική συγκυρία που διανύουμε σήμερα χαρακτηρίζεται από την συνέχιση των παρατεταμένων μνημονιακών πολιτικών για την ανάκαμψη της κερδοφορίας του κεφαλαίου και την ατελεύτητη απομύζηση των λαϊκών εισοδημάτων προκειμένου να αποπληρωθεί ο δανεισμός της ελληνικής αστικής τάξης. Το σύστημα της κοινωνικής ασφάλισης και οι συντάξεις της εργατικής τάξης έχουν υποστεί μια αφαίμαξη στην τελευταία επταετία της τάξης του 40% περίπου, και προβλέπεται να μειωθούν ακόμη παραπέρα από τις αρχές του 2019. Τα πεδία της ταξικής αντιπαράθεσης που διανοίγονται μπροστά στο κίνημα των συνταξιουχικών συνδικαλιστικών οργανώσεων έχουν να κάνουν :

Α) Με τις αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας του 2015 ( 2287, 2288, 2289, 2290) που έχουν ακυρώσει τους μνημονιακούς νόμους 4051 και 4093 / 2012 οι οποίοι και μείωναν, κατά τρόπο αντισυνταγματικό, τις συντάξεις.

Β) Με τον μνημονιακό νόμο Κατρούγκαλου  4387 / 2016 που υιοθέτησε το νέο τρόπο υπολογισμού των συντάξεων που είχαν επεξεργαστεί οι Κουτρουμάνης – Λοβέρδος με τα δύο πρώτα μνημόνια του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ, και καταλήγουν σε συντάξιμες αποδοχές κατά 30% χαμηλότερες για τους νέους συνταξιούχους.

Γ) Με τη νομοθετική ρύθμιση Αχτσιόγλου 4488 / 2017 που καταργεί την προσωπική διαφορά των παλιών συνταξιούχων έναντι των νέων σε ένα χρόνο από σήμερα, και προκαλεί μια νέα κατακρεούργηση των συντάξεων κατά 20% - 30%.

Είναι φανερό ότι με το σύνολο αυτών των μνημονιακών μέτρων στη διάρκεια μιας ολόκληρης δεκαετίας ο εργαζόμενος κόσμος μένει με συντάξεις στο ύψος του ενός τρίτου σχεδόν των αρχικών νόμιμα υπολογισμένων παροχών, πράγμα που δημιουργεί μια κατάσταση γενικευμένης σχεδόν εξαθλίωσης μιας εργατικής τάξης που έχει εργαστεί 30 και 40 χρόνια, και μάλιστα σε εξαιρετικά  δυσμενείς συνθήκες παραγωγής. Αντίστοιχα προφανώς ισχύουν για τους μισθούς της ενεργού μισθωτής εργασίας που έχουν μειωθεί έτσι ώστε ενώ η αμοιβή της μισθωτής εργασίας βρίσκονταν στα 85 δισεκ. ευρώ το 2009 έχει μειωθεί στα 59 δισεκ. ευρώ το 2016. Και το ίδιο βέβαια με την μαζική καταστροφή της ζωντανής παραγωγικής δύναμης της εργασίας με την υπέρμετρη ανεργία, τη μετανάστευση, τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου - μερικής απασχόλησης κλπ.

Το περιεχόμενο των ζωτικών διεκδικήσεων

α) Ο πρώτος στόχος που αναδεικνύεται, η απαίτηση δηλαδή εφαρμογής των αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας, θέτει πλέον ζήτημα ολοσχερούς παραβίασης και αυτής ακόμη της αστικής νομιμότητας, αυτού τούτου του υποτιθέμενου «κράτους δικαίου». Ο νεοφιλελεύθερος μνημονιακός Λεβιάθαν επιμένει πεισματικά να μην συμμορφώνεται στην εφαρμογή των δικαστικών αποφάσεων, πράγμα που συνιστά καθαρά και χωρίς περιστροφές ένα πραξικόπημα των μνημονιακών πολιτικών δυνάμεων, ελληνικών και ευρωπαϊκών, σε βάρος των θεμελιωμένων δικαιωμάτων της εργατικής τάξης της χώρας.

β) Η δεύτερη επιδίωξη αφορά ευθέως τους ήδη ενεργούς εργαζόμενους και τις ζοφερές προοπτικές που έχουν μπροστά τους καθώς θα πλησιάζουν προς την ηλικία της συνταξιοδότησής τους, κι’ αυτό ανεξάρτητα από το γεγονός ότι ένα μεγάλο μέρος των νεώτερων ηλικιών δεν θα μπορεί να συνταξιοδοτηθεί καν εφόσον περνούν ένα σημαντικό μέρος της ζωής τους στην ανεργία και έτσι στην απουσία ασφαλιστικής κάλυψης. Και επόμενο είναι ότι ο νέος τρόπος υπολογισμού των συντάξεων (εθνική + ανταποδοτική σύνταξη) να συμπαρασύρει προς τα κάτω και το σύνολο των ήδη συνταξιούχων. Και να σκεφτεί κανείς ότι οι νοσηροί οικονομικοί «εγκέφαλοι» του ακραίου νεοφιλελευθερισμού των συντηρητικών και σοσιαλδημοκρατικών παρατάξεων ισχυρίζονται ότι απαιτούνται ακόμη παραπέρα μειώσεις των συντάξεων, γιατί «αφαιρούν» ένα μεγάλο κομμάτι από την συνολική εισοδηματική πίτα.

γ) Η τρίτη διεκδίκηση, δηλαδή η ματαίωση και ακύρωση της κατάργησης της προσωπικής διαφοράς από 1-Ιανουαρίου-2019, επειδή ακόμη δεν έχει εφαρμοστεί, συνεχίζει να παραμένει ένα ανοιχτό πεδίο ταξικής αντιπαλότητας, και μ’ αυτή την έννοια προσφέρεται η ευκαιρία για πολύ πιο αποτελεσματική παρέμβαση. Κι’ αυτό γιατί η ενδεχόμενη εφαρμογή του σε έναν χρόνο, εφόσον δεν θα έχει διαμεσολαβήσει η διεξαγωγή βουλευτικών εκλογών στη διάρκεια του 2018, και στο μέτρο που η μνημονιακή διακυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ θέλει να εξαντλήσει την τετραετία (μέχρι τον Σεπτέμβριο 2019), θα στρέψει μαζικά τους συνταξιούχους μακριά από την εκλογική κάλπη του ΣΥΡΙΖΑ, και θα προκαλέσει, μαζί με άλλους παράγοντες, καθολική εκλογική του καθίζηση και πανωλεθρία. Είναι ακριβώς αυτή η προοπτική που οδηγεί κυβερνητικά κέντρα του ΣΥΡΙΖΑ να αρχίζουν να εξετάζουν το ενδεχόμενο αναστολής της εφαρμογής αυτού του ολέθριου μέτρου, με τον όρο της αποχώρησης του ΔΝΤ από το δανειακό πρόγραμμα και της εξασφάλισης πλεονασμάτων της τάξης του 3,5%. Η κυβέρνηση δηλαδή κινδυνεύει να πιαστεί στη φάκα που η ίδια έχει στήσει για τις εκατοντάδες χιλιάδες των παλιών συνταξιούχων. Συνεπώς σε ολόκληρη τη διάρκεια του 2018 χρειάζεται να προβληθεί με επίταση το αγωνιστικό αίτημα για την ακύρωση – ανάκληση της εφαρμογής του νόμου Αχτσιόγλου που θέλει να καταργήσει την προσωπική διαφορά στις συντάξεις.

Ενωτική συμπαράταξη και κινηματική δυναμική

Η αποτελεσματική προώθηση αυτών των τριών κεντρικών σκοπών του συνταξιουχικού κινήματος απαιτεί αφενός την διαμόρφωση πλατειών συμμαχιών και αφετέρου την προαγωγή όσο το δυνατό περισσότερο δυναμικών μεθόδων παρέμβασης. Μ’ αυτή την έννοια :

1)Είναι αναγκαία περισσότερο παρά ποτέ η αγωνιστική ενωτική συμπαράταξη του συνόλου των συνδικάτων των συνταξιούχων, πολύ περισσότερο που σήμερα το σύνολο των διαφόρων επαγγελματικών κατηγοριών εντάσσονται στον Ενιαίο Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης. Είναι αλήθεια βέβαια ότι λειτουργούν τρεις μορφές συνταξιουχικών οργανώσεων :

Κατ’ αρχήν τα «ριζοσπαστικά» σωματεία συνταξιούχων όπως είναι η Συσπείρωση (γενικής απεύθυνσης και συμμετοχής) στην Θεσσαλονίκη ή η ΠΕΣΕΚ (συνταξιούχοι εκπαιδευτικοί) στην Αθήνα.

Κατόπιν οι συνταξιουχικές οργανώσεις που βρίσκονται στην επιρροή του ΠΑΜΕ, που έχουν μεν έναν αγωνιστικό προσανατολισμό και πρακτική, εντούτοις όμως εμφανίζουν έναν ορισμένο απομονωτισμό.

Τέλος τα σωματεία συνταξιούχων των δημόσιων υπηρεσιών (πολιτικών υπαλλήλων του δημοσίου) καθώς και εκείνα των επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας (ΟΣΕ, ΟΤΕ, Τραπεζών, ΔΕΗ κλπ.), που βρίσκονται υπό την επιρροή συντηρητικών παρατάξεων και στερούνται γενικά μιας ταξικής πολιτικής.

Είναι φανερό βέβαια ότι στρατηγικός οργανωτικός στόχος θα ήταν η ενιαία οργάνωση του συνόλου των συνταξιούχων κατά γεωγραφική περιοχή ή κατά πόλη κ.ά. Ωστόσο, επειδή αυτός ο προσανατολισμός είναι μακροπρόθεσμος, εκείνο που άμεσα χρειάζεται είναι η επιτακτική προώθηση ενός λαϊκού μετώπου συμπαράταξης του συνόλου αυτών των τριών «πόλων» του κινήματος των συνταξιούχων, γιατί είναι το μόνο που μπορεί να έχει την απαιτούμενη μαζικότητα και άρα αποτελεσματικότητα. Ταυτόχρονα είναι ζωτικής σημασίας η ενωτική παρέμβαση με τις συνδικαλιστικές οργανώσεις των ενεργών εργαζομένων (πραγματικές και όχι φαντάσματα ή σφραγίδες), γιατί αυτές ενδιαφέρει κατ’ εξοχήν ο νόμος Κατρούγκαλου για τους νέους συνταξιούχους των ριζικά μειωμένων αποδοχών.

2)Από την άλλη πλευρά προκύπτει από την μέχρι σήμερα κινηματική εμπειρία ότι οι διαμαρτυρίες που έχουν οργανωθεί απέναντι στις συνεχείς μειώσεις των συντάξεων, δεν μπορούν να αλλάξουν τους ταξικούς συσχετισμούς των δυνάμεων, έτσι ώστε τα κάθε φορά κυβερνητικά μέτρα περνούν χωρίς ιδιαίτερες δυσκολίες. Συνεπώς είναι αναγκαίο να εξεταστούν δυναμικότερες μορφές δράσης, που εφόσον οι συνταξιούχοι στερούνται του δικαιώματος της απεργίας στην παραγωγή, μια και δεν εργάζονται πλέον, θα μπορούσαν να ήταν «πολιορκίες» ή «καταλήψεις» δημόσιων οργανισμών και υπηρεσιών. Π.χ. ο «αποκλεισμός» ή η «κατάληψη» του δικαστικού μεγάρου, με απαίτηση εφαρμογής των αποφάσεων της ελληνικής δικαιοσύνης για την ακύρωση της μείωσης των συντάξεων κλπ. Η παρέμβαση των αστυνομικών δυνάμεων καταστολής σε μια τέτοια περίπτωση θα οξύνει ακόμη περισσότερο την ταξική αντιπαράθεση και θα θέσει με μεγαλύτερη επιτακτικότητα τις συνταξιουχικές διεκδικήσεις.

Ετικέτες