Οι διεργασίες των κομμάτων ενόψει των προεδρικών εκλογών του 2017 γίνονται στο φόντο της δημοσκοπικής ανόδου του Εθνικού Μετώπου, με την παρουσία της Λεπέν στο δεύτερο γύρο να θεωρείται αυτήν τη στιγμή δεδομένη. Ήταν ήδη τρομακτικό η προεκλογική συζήτηση στη Γαλλία να γίνεται με όρους «ποιος θα σταθεί απέναντι στη Λεπέν». Αλλά η ζοφερή εικόνα δεν σταματά εκεί.

Τελικά το χρίσμα της γαλλικής Δεξιάς για τις προεδρικές εκλογές κέρδισε άνετα ο Φρανσουά Φιγιόν. Πρόκειται για τον εκφραστή ενός σκληρού μίγματος που συνδυάζει τον πιο άγριο και ξεδιάντροπο νεοφιλελευθερισμό με ακραίες συντηρητικές θέσεις στα κοινωνικά ζητήματα. 

Ο Φιγιόν είναι θαυμαστής της Μάργκαρετ Θάτσερ, δηλώνει έτοιμος «να πει την αλήθεια στη Γαλλία και να την αλλάξει ριζικά» και στο πρόγραμμά του έχει κεντρική θέση η απόλυση 500-600 χιλιάδων δημοσίων υπαλλήλων κατά την θητεία του (πλειοδοτώντας απέναντι στους εσωκομματικούς του αντιπάλους) και η οριστική κατάργηση του 35ωρου. Υποστηρίζει την αύξηση των ορίων συνταξιοδότησης στα 65 χρόνια. Ενώ θεωρεί τη Γαλλία «χρεοκοπημένη» και ορκίζεται στο όνομα των «ισοσκελισμένων προϋπολογισμών», σκοπεύει να καταργήσει τον φόρο επί του πλούτου (και υπόσχεται 40 δισ. φοροαπαλλαγές για τις εταιρίες). Το πολιτικό ρεύμα του Φιγιόν περιγράφεται συνοπτικά από τις δηλώσεις ενός ψηφοφόρου του (ταγματάρχη του γαλλικού στρατού) στο Παρίσι: «Είμαστε στην κατάσταση που ήταν η Βρετανία πριν έρθει η Θάτσερ. Χρειαζόμαστε έναν ηγέτη που θα μπορεί να πει όχι στα συνδικάτα και να αντέξει την καταιγίδα». 

Ο Φιγιόν συνοδεύει τον άγριο νεοφιλελευθερισμό με πολιτικές που δύσκολα ξεχωρίζουν από αυτές του Εθνικού Μετώπου. Με τη στήριξη της καθολικής Δεξιάς, εμφανίζεται ως υπερασπιστής των «οικογενειακών αξιών» με ό,τι σημαίνει αυτό για τα δικαιώματα των γυναικών και των ομοφυλοφίλων. Είναι «ισλαμοφάγος», υποστηρίζοντας φανατικά όσα μέτρα κατά των μουσουλμάνων έχουν ψηφιστεί στη Γαλλία και υποσχόμενος ακόμα περισσότερα (από το να σερβίρουν χοιρινό οι σχολικές καντίνες στους μουσουλμάνους μαθητές μέχρι μέτρα εναντίον «υπόπτων για τρομοκρατία» που προκάλεσαν επικρίσεις για «γαλλικό Γκουαντάναμο»). Στην εξωτερική πολιτική, οι δηλώσεις για συνεννόηση με την Ρωσία (του «φίλου» Πούτιν) και συνεργασία με τον Άσαντ στη Συρία, δεν έχουν τίποτε το φιλειρηνικό –αφορούν την «προστασία των χριστιανικών πληθυσμών στη Μέση Ανατολή», ένα ιδεολογικό σχήμα που απειλεί να κάνει με τον πιο κραυγαλέο τρόπο τον «πόλεμο πολιτισμών» επίσημη κρατική πολιτική.

Είναι ενδεικτικό της δεξιάς μετατόπισης της πολιτικής συζήτησης, το γεγονός ότι ο Αλέν Ζιπέ εμφανίστηκε ως «μετριοπαθής» και ως… τελευταία ελπίδα του κεντρώου χώρου (ή και προοδευτικών που πήγαν να τον ψηφίσουν στην εσωκομματική κάλπη της Δεξιάς)! Είναι ο ίδιος Αλέν Ζιπέ που ως πρωθυπουργός του Σιράκ προκάλεσε (με την αντιασφαλιστική μεταρρύθμιση) το 1995 την μεγαλύτερη κοινωνική-εργατική έκρηξη μετά το Μάη του 1968 και αποχώρησε ως ο αντιδημοφιλέστερος πρωθυπουργός στην ιστορία της Γαλλίας. Ο Αλέν Ζιπέ που μπορεί να επικρίνει την «βαναυσότητα» της συνταγής του Φιγιόν, αλλά διαφοροποιείται μόνο στην ένταση και την έκταση των μέτρων (πχ. εκατοντάδες χιλιάδες απολύσεις δημοσίων υπαλλήλων, αλλά όχι και 600.000). Ο Ζιπέ που μπορεί σήμερα να μιλά για την «χαρούμενη ταυτότητα» που μπορεί να δημιουργηθεί σε μια πολυπολιτισμική Γαλλία, αλλά έχει μεγάλο παρελθόν οπορτουνισμού και «κωλοτούμπας» σε ζητήματα ρατσισμού (έχει υιοθετήσει θέσεις πιο ακραίες κι από του Εθνικού Μετώπου στο παρελθόν, τις έχει εγκαταλείψει αργότερα κλπ), ανάλογα με το πού φυσάει ο άνεμος και τι πολιτικές επιδιώξεις έχει κάθε φορά. Όπως και να ’χει, ο Ζιπέ ηττήθηκε, με ό,τι σημαίνει αυτό για τις διαθέσεις που επικρατούν στο «λαό της Δεξιάς».  

Την ίδια ώρα, στο στρατόπεδο της κεντροαριστεράς, όλες οι εξελίξεις συμβαίνουν στο ρυθμό μιας «πασοκοποίησης». Αν επιβεβαιωθούν οι δημοσκοπήσεις, το Σοσιαλιστικό Κόμμα αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο μιας ιστορικής εκλογικής κατάρρευσης. Αυτή θεωρείται δεδομένη, αν επιμείνει να διεκδικήσει την επανεκλογή του ο Φρανσουά Ολάντ, ο πιο αντιδημοφιλής πρόεδρος στην ιστορία της Γαλλίας. Αλλά το πιθανότερο είναι πως δεν υπάρχει κάποια υποψηφιότητα ικανή να αντιστρέψει την κατρακύλα (που μπορεί να φέρει τον όποιο Σοσιαλιστή υποψήφιο μέχρι και στην 4ή ή 5ή θέση!).  

Την πρόθεσή τους να διεκδικήσουν την προεδρία έχουν ανακοινώσει στελέχη της «αριστερής» πτέρυγας του ΣΚ, όπως ο Αρνό Μοντεμπούρ και ο Μπενουά Αμόν, χωρίς να διευκρινίζουν αν θα διεκδικήσουν το χρίσμα στις εσωκομματικές εκλογές ή θα κατέβουν ανταγωνιστικά με το κόμμα. Πρόκειται για στελέχη που πέρασαν όλα τα χρόνια της σοσιαλφιλελεύθερης μετάλλαξης περιοριζόμενα στο να καλούν από συνέδριο σε συνέδριο «το Σοσιαλιστικό Κόμμα να επιστρέψει στις ρίζες του». 

Από κει και πέρα, ως εναλλακτική υποψηφιότητα συζητιέται η Σεγκολέν Ρουαγιάλ –που υπήρξε στο πρόσφατο παρελθόν η προσωποποίηση της προσπάθειας μετατροπής του ΣΚ σε «Δημοκρατικό Κόμμα» αμερικανικού τύπου. Και αυτός που καιροφυλακτεί και όσο περνούν οι μέρες πυκνώνει τις δημόσιες παρεμβάσεις του είναι ο πρωθυπουργός Μανουέλ Βαλς. Δεν είναι απλά «ο πρωθυπουργός της κυβέρνησης Ολάντ», που θα αρκούσε από μόνο του ως περιγραφή. Είναι επίσης το στέλεχος που είναι γνωστό ως… «Σαρκοζί των Σοσιαλιστών».

Και φυσικά υπάρχει ο Μανουέλ Μακρόν. Άνθρωπος της αγοράς, με προϋπηρεσία στον Όμιλο Ρότσιλντ, όπου έφτιαξε το όνομά του κλείνοντας μια συμφωνία μεταξύ Nestle και Pfizer που τον έκανε εκατομμυριούχο. Κορυφαίος σύμβουλος του Ολάντ από το 2012 ως το 2014, ανέλαβε υπουργός Οικονομίας στη δεύτερη κυβέρνηση Βαλς από τον Αύγουστο του 2014, για να περάσει χωρίς δεύτερες σκέψεις και δισταγμούς τις νεοφιλελεύθερες «μεταρρυθμίσεις» στα εργασιακά. Ίδρυσε το κίνημα «Εμπρός!» και παραιτήθηκε από την κυβέρνηση για να διεκδικήσει την προεδρία το 2017. Ο νεαρός γιάπης εμπνέεται από πειράματα τύπου «Σιουδαδάνος» στην Ισπανία ή «Ποτάμι» στην Ελλάδα, εμφανιζόμενος ως «ανεξάρτητος» και κατακεραυνώνοντας το «πολιτικό σύστημα». Εκφράζει επίσης την τάση τμημάτων της Δεξιάς να εμφανίσουν τον νεοφιλελευθερισμό ως «αντι-συστημικό»: Υπόσχεται μια «δημοκρατική επανάσταση», η οποία «θα ξεμπλοκάρει τη Γαλλία», για να περιγράψει τον πιο άγριο νεοφιλελευθερισμό που θα ξεριζώσει και τα τελευταία κατάλοιπα κοινωνικού κράτους και εργατικών δικαιωμάτων…

Δυστυχώς απέναντι σε αυτήν την εικόνα σήψης και δεξιάς μετατόπισης της «κεντρικής πολιτικής σκηνής» (ποιος θυμάται πια το κλίμα του 2012, όταν ο Ολάντ για να μπορέσει να εκλεγεί, υποχρεωνόταν να μιλά προεκλογικά για «πόλεμο στον κόσμο του κεφαλαίου»;) η ριζοσπαστική Αριστερά έχει τα δικά της προβλήματα.

Οι υποψηφιότητες των δύο οργανώσεων της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς, η Αρλέτ Λαγκιγιέ της Εργατικής Πάλης και ο Φιλίπ Πουτού του Νέου Αντικαπιταλιστικού Κόμματος (NPA) κινούνται δημοσκοπικά μεταξύ 0,5 και 2 και μεταξύ 1 και 2,5 αντίστοιχα. Στην περίπτωση του NPA, δημοσκοπήσεις που είχαν γίνει στο παρελθόν με μια υποθετική υποψηφιότητα Μπεζανσενό ανέβαζαν το «ταβάνι» ως το 3%, αναδεικνύοντας πως το πρόβλημα είναι βαθύτερο από την ρηχή αντιπαραβολή του «χαρισματικού Μπεζανσενό» με τον «άχρωμο Πουτού», μια αντιπαραβολή που υποτιμά κατάφωρα και το κοινωνικό-πολιτικό ρεύμα που κρατούσε ψηλά τα ποσοστά της παλιάς LCR, αλλά και τον Φιλίπ Πουτού.

Το Αριστερό Μέτωπο πρακτικά δεν υπάρχει πια με τη μορφή μόνιμης πολιτικής συμμαχίας. Η διάλυσή του είχε ως βασική αιτία την επιμονή του ΚΚΓ στην κεντροαριστερή στρατηγική που τορπίλισε το μετωπικό σχήμα, με σημείο καμπής τις τοπικές εκλογές όπου το ΚΚ επέλεξε σε σειρά κεντρικών Δήμων να στηρίξει τους Σοσιαλιστές και να συγκρουστεί με τους συμμάχους του. Ο τρόπος που αντιμετώπισε ο Ζαν Λυκ Μελανσόν την κρίση στις γραμμές της συμμαχίας ήταν αποφασίζοντας «να προχωρήσει μόνος», ανακοινώνοντας την υποψηφιότητά του με το σχήμα «Ανυπότακτη Γαλλία». Οι αρετές του Μελανσόν (που του είχαν δώσει το 11% και το 2012) όπως η απόρριψη της κεντροαριστεράς, η σκληρή πολεμική του ενάντια στο νεοφιλελευθερισμό και τα πολιτικά κόμματα που τον εφαρμόζουν, η προθυμία του να συγκρουστεί με το ευρώ και τις ευρωηγεσίες, η ρητορική του ικανότητα και η τάση του να βάζει ψηλά τον πήχη (από το 2012 έβαζε στόχο να ηγεμονεύσει «η Αριστερά της Αριστεράς» εκτοπίζοντας το Σοσιαλιστικό Κόμμα) του δίνουν διψήφια δημοσκοπικά ποσοστά και τον κάνουν την πλέον «ορατή» ριζοσπαστική επιλογή. Αλλά η καμπάνια του δείχνει να βγάζει στην επιφάνεια και όλες τις προβληματικές πλευρές του: Από έναν ιδιότυπο βοναπαρτισμό (που κορυφώθηκε από όταν αποφάσισε να διεκδικήσει την προεδρία «αυτός με τον γαλλικό λαό») μέχρι το φλερτ του με τον «προστατευτισμό» (καθώς αυξάνονται διαρκώς οι εμφάσεις στην «ισχυρή Γαλλία» στη ρητορική του, ενώ δεν έχουν λείψει και αντιμεταναστευτικά ολισθήματα μετά το ξέσπασμα της προσφυγικής κρίσης) που σταδιακά εξαλείφει στο δημόσιο λόγο τις ισχυρές ταξικές αναφορές που χαρακτήριζαν τον λόγο του το 2012.

Το ΚΚΓ, κράτησε ανοιχτή την κεντροαριστερή στρατηγική μέχρι τέλους. Ενώ οι Σοσιαλιστές βυθίζονταν, συγκρουόμενοι με το εργατικό κίνημα και τη γαλλική κοινωνία, κυρίως με τον νόμο Ελ Κομρί, το ΚΚ επέμενε σε «αναζητήσεις κοινής υποψηφιότητας» μέχρι τέλους. Μέχρι πρότινος, υπήρχε στο τραπέζι η συζήτηση αναμονής μέχρι το Γενάρη για να φανεί ποιος θα κερδίσει το χρίσμα των Σοσιαλιστών. Τελικά, το σαββατοκύριακο, τα μέλη αποφάσισαν το κόμμα να στηρίξει «με δική του αυτόνομη καμπάνια» την υποψηφιότητα του Μελανσόν.

Ό,τι δύναμη συγκεντρώσουν οι υποψηφιότητες στα αριστερά των Σοσιαλιστών θα είναι θετικό νέο. Αλλά σίγουρα άξιζε κάτι καλύτερο από την υπαρκτή εικόνα. Και θα μπορούσε να υπάρξει κάτι καλύτερο, που να κάνει την «πασοκοποίηση» των Σοσιαλιστών ευκαιρία για την ριζοσπαστική Αριστερά, λίγους μήνες μετά το μεγαλειώδες κίνημα ενάντια στον Νόμο Ελ Κομρί. Κάτι τέτοιο θα απαιτούσε να γίνουν βήματα πολύ νωρίτερα (που να σπάνε τον σεχταρισμό, την εγκληματική προσήλωση στην κεντροαριστερά, τις προσωπικές υπερβολικές φιλοδοξίες) για να εμφανιστεί έγκαιρα μετωπικά ο χώρος της «πραγματικής Αριστεράς». Η εξέλιξη της διαλυτικής κρίσης των Σοσιαλιστών κρατά ανοιχτό το ενδεχόμενο να κινηθούν πολύτιμες δυνάμεις προς τα αριστερά ψηφοδέλτια. Αλλά τα πράγματα θα μπορούσαν να είναι πολύ καλύτερα, τη στιγμή που οι προεδρικές εκλογές μετατρέπονται σε «σόου τεράτων»…

Ετικέτες