Η διαδήλωση είναι πρώτα απ’ όλα κίνηση. Ανάλογα με τη μορφή αυτής της κίνησης προσδιορίζεται και η πολιτική της δύναμη. Άρα, η ορμή των διαδηλωτών είναι το ζητούμενο και το αποκορύφωμα είναι όταν αποδεικνύεται η αναποτελεσματικότητα της κρατικής εξουσίας.

Η διαδήλωση ή η απεργία ή και τα δύο είναι ο τρόπος έκφρασης των αιτημάτων απέναντι σε οποιαδήποτε μορφής εξουσία, είτε κρατική είτε εργοδοτική, με σκοπό να δημιουργήσει δυσλειτουργίες στη διαδικασία της παραγωγής ή/και του κράτους. Σε ό,τι αφορά τον απεργιακό αγώνα και με δεδομένο ότι η ζωή της κοινωνίας εξαρτάται, κατά κύριο λόγο, από την παραγωγή και την οικονομική δραστηριότητα, η διακοπή της εργασίας από μέρους των μισθωτών γίνεται προκειμένου να εξασκηθεί η ανάλογη πίεση.

Σχετικά με τις διαδηλώσεις συνήθως ισχύουν τα εξής: οι διαδηλωτές κινούνται σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο, καθώς επίσης με συγκεκριμένη ροή και κατεύθυνση μέχρι να ολοκληρωθεί η εν λόγω διαδικασία και να διαλυθούν. Μέσα σε αυτό το διάστημα μπορεί να υπάρξουν προστριβές ή συγκρούσεις μεταξύ των διαδηλωτών και των κρατικών δυνάμεων καταστολής. Πολλές φορές αυτή η ροή αποκτά μια φολκλορική διάσταση, ξέροντας εκ των προτέρων τι περίπου θα γίνει, όμως στο τέλος δίνει την αίσθηση μια πικρής γεύσης, με την έννοια ότι για άλλη μια φορά επιτελέστηκε μια εθιμοτυπική διαδήλωση χωρίς στόχο, χωρίς αποτέλεσμα και χωρίς μια κάποια συνέχεια.

Όμως, εδώ βρίσκεται και το βασικό πρόβλημα. Δηλαδή, έχει συμβολοποιηθεί από μεριάς διαδηλωτών η εξουσία, με την έννοια ότι θεωρούν πως αυτή γίνεται φανερή είτε από ένα ή πολλά συγκεκριμένα πρόσωπα, συνήθως της κυβέρνησης είτε από κάποια κτίρια, όπως της Βουλής ή ένα υπουργείο ή από την αμερικάνικη πρεσβεία ή ένα οποιοδήποτε άλλο κτίριο κλπ.

Σε αυτό το σημείο να επισημάνουμε πως δεν υπάρχει μόνο η φανερή εξουσία, η οποία συμβολίζεται από κάτι, αλλά υπάρχει και η αόρατη, δηλαδή το διάχυτο πλέγμα εξουσιών, η οποία είναι πιο εσωτερικευμένη, πιο αποτελεσματική και γι’ αυτό πιο δύσκολα πολεμίσιμη. 

Λαμβάνοντας τα προαναφερθέντα υπόψη, μπορούμε να διαπιστώσουμε τα εξής:  μπορεί οι παραδοσιακές μορφές διαδήλωσης να δίνουν την αίσθηση τόσο του ελέγχου των δρόμων όσο και του κέντρου της πόλης, και αυτό είναι πολύ σπουδαίο, αλλά πλέον δεν φτάνει. Διότι, η κρατική εξουσία διαθέτει όλα τα σύγχρονα μέσα για να ελέγχει τη ροή των διαδηλώσεων (π.χ. σύγχρονες και καλά εκπαιδευμένες αστυνομικές μονάδες στρατιωτικού τύπου, όπως είναι τα ΜΑΤ, νέες τεχνολογίες παρακολούθησης, απαγορεύσεις και κλείσιμο δρόμων και σταθμών Μετρό για να εμποδιστεί η πρόσβαση των διαδηλωτών στα σημεία συγκέντρωσης, τηλεοπτικός φόβος μέσω της καθήλωσης μπροστά στις τηλεοράσεις, ελικόπτερα που περιφέρονται πάνω από τους διαδηλωτές για να ελέγχουν την πορεία τους, γρήγορη ροή πληροφοριών κλπ.).

Απέναντι σε αυτές τις μορφές κρατικής εξουσίας δεν υπάρχει στρατηγική αντίδρασης από μεριάς όσων αμφισβητούν, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, την εξουσία. Οι  παραδοσιακές μορφές διαδηλώσεων δεν αντιστοιχούν και δεν ανταποκρίνονται στις μορφές της σημερινής διάχυτης εξουσίας. Άρα, το ζητούμενο είναι να αναπτυχθεί μια στρατηγική διάσπασης και διάλυσης της κρατικής εξουσίας και των δυνάμεων καταστολής. Προς αυτήν την κατεύθυνση σημαντική είναι η στρατηγική της διάσπαρτης διαδήλωσης και της διασποράς των πορειών. Όσα ακολουθούν, σχετικά με τη στρατηγική της διάσπαρτης διαδήλωσης, τα δανειστήκαμε από την προσέγγιση των Π. Χατζόπουλου – Ελένη Καμπούρη (Θέσεις, τ. 86 και 90).

Τι σημαίνει, λοιπόν, διάσπαρτη διαδήλωση; Σημαίνει ότι δεν χρειάζεται κάποιος συγκεκριμένος τόπος συγκέντρωσης όλων των δυνάμεων. Με λίγα λόγια, δεν χρειάζεται, κάθε φορά, να υπάρχει μία και μοναδική πορεία προς ένα συμβολοποιημένο σημείο. Απεναντίας, θα μπορούσε να είναι, συγχρόνως ή όχι, προς διάφορες κατευθύνσεις, με διάφορους ρυθμούς και πρωτοβουλίες, όμως με την προϋπόθεση να υπάρχει έστω κάποιος συγκεκριμένος συντονισμός και στόχος της εν λόγω τακτικής.

Ο σκοπός της στρατηγικής της διασποράς των δυνάμεων των διαδηλωτών είναι να αποσυντονίσει ή να διασπάσει τους μηχανισμούς του κράτους τόσο τους κατασταλτικούς όσο και τους ιδεολογικούς και να ενισχύσει την εν δυνάμει διάθεση του κόσμου των διαδηλωτών να αγωνιστεί ή να κάνει κάτι διαφορετικό από το εθιμοτυπικό, εξερευνώντας και βρίσκοντας νέες μορφές δράσης και κοινής ζωής, οι οποίες θα διακατέχονται από προοπτική και από συνέχεια. Έτσι, με αυτόν τον τρόπο, δηλαδή της διασποράς των διαδηλωτών, περιορίζεται ταυτόχρονα η δράση των δυνάμεων καταστολής, διότι δεν μπορούν να ελέγχουν τον εκάστοτε τόπο και χρόνο των διαδηλωτών, αποσυντονίζει το κέντρο τους, καθώς επίσης και την εικονική βία της τηλεόρασης, η οποία επίσης δεν μπορεί να τρέχει σε πολλές κατευθύνσεις για να καλύπτει τις διάφορες διαδηλώσεις.

Επίσης, μια διάσπαρτη διαδήλωση μπορεί να ξεκινά και να σταματά απρόβλεπτα, ενώ δεν χρειάζεται να ξεκινά την ίδια χρονική στιγμή. Μπορεί να εμφανίζεται σε διαφορετικές τοποθεσίες, να διαχέεται στη μέρα και στη νύχτα, στις πλατείες και στους πεζόδρομους, στις επιμέρους περιοχές και γειτονιές, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να ακολουθεί και τους παραδοσιακούς ρυθμούς (π.χ. απεργίες, κλείσιμο δρόμων, κατάληψη κτιρίων ή χώρων εργασίας κλπ.). Η εμπειρία του ΕΑΜ, σχετικά με αυτές τις μορφές δράσης, είναι αναγκαίο να μελετηθεί.

Τέλος, είναι πολύ σημαντικό οι διαδηλωτές και οι απεργοί να προσπαθούν να επιτύχουν και τη συμπάθεια της λεγόμενης «κοινής γνώμης», η οποία πολλές φορές παραμελείται. Διότι, τέτοιου τύπου συμμαχίες διαρρηγνύουν την προπαγάνδα των κρατούντων, η οποία επιχειρεί, μέσω του λεγόμενου «κοινωνικού αυτοματισμού», να στρέψει το ένα κοινωνικό στρώμα απέναντι στο άλλο, στην προκειμένη περίπτωση ενάντια σε όσους κινητοποιούνται, διασπώντας έτσι το κοινωνικό μέτωπο.

(*) Ο Δημήτρης Κατσορίδας είναι μέλος του Δ.Σ. του Σωματείου Εργαζομένων του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ. Το εν λόγω άρθρο δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Συντακτών, 15-12-2015.

Ετικέτες