Μέχρι πότε θα μπορούν να κρύβονται πίσω από τις ασπίδες της αστυνομίας τους;

Όταν τελειώνουν οι δικαιολογίες αρχίζει η αστυνομοκρατία και η καταστολή. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη δεν μπορεί να κυβερνά διαρκώς με ψέματα. Όμηρη των δικών της πολιτικών επιλογών μπροστά στη μεγαλύτερη υγειονομική και οικονομική κρίση ενδεχομένως των τελευταίων ενενήντα ετών, θωρακίζεται πίσω από τις ασπίδες των ΜΑΤ, τις πένες των εκδοτών και τα μέτρα που εντείνουν τις ταξικές ανισότητες. Τα όσα συνέβησαν τις τελευταίες εβδομάδες θύμισαν άλλες εποχές και σίγουρα ξύπνησαν μια κοινωνία που έπαψε να αναρωτιέται και άρχισε να δρα.

Ακραία καταστολή

Τα γεγονότα στη Νέα Σμύρνη με τον αναίτιο ξυλοδαρμό από την αστυνομία ανθρώπων που απλώς καθόντουσαν σε μια πλατεία, αποτέλεσε σημείο τομή για την αντίδραση του κόσμου. Η αλήθεια είναι ότι όλο το προηγούμενο διάστημα είχαν σημειωθεί αντίστοιχα ή και χειρότερα περιστατικά απρόκλητης αστυνομικής βίας στα Εξάρχεια, στην Κυψέλη, στην Αγία Παρασκευή, στο Γαλάτσι, στη Θεσσαλονίκη, στην Πάτρα, στην Κρήτη. Σε όλη την Ελλάδα. Η ειδοποιός διαφορά στη Νέα Σμύρνη, είναι ότι τους τελείωσαν τα άλλοθι. Τους τελείωσαν οι δικαιολογίες που κράταγαν «παγωμένη» την κοινωνική κατακραυγή. Το επεισόδιο δεν έγινε σε κάποια «κακή» γειτονιά όπως τα Εξάρχεια, δεν το προκάλεσαν κάποιοι «μπαχαλάκηδες», δεν ήταν προϊόν κάποιου «κορωνοπάρτι», ούτε είχε προηγηθεί κάποιος «επικίνδυνος συνωστισμός». Ήταν απλώς κάποιοι άνθρωποι που κάθονταν σε μια πλατεία και βρέθηκαν να δέρνονται μανιωδώς.

Η αστυνομία του Χρυσοχοΐδη για μια ακόμη φορά παραποίησε τα περιστατικά και με τη συνδρομή κορυφαίων πολιτευτών της ΝΔ και των ελεγχόμενων ΜΜΕ, έσπευσε επί τόπου να στοχοποιήσει τα θύματα, να κάνει λόγο για προηγούμενη επίθεση στην αστυνομία από τους παρευρισκόμενους στην πλατεία και να αξιοποιήσει όλη τη σχετική επιχειρηματολογία που έχουμε δει σε ανάλογες περιπτώσεις. Όμως στην εποχή των smartphones και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης η είδηση φιλτράρεται, περνάει μέσα από πολλαπλές διόδους δημοσίευσης και όχι μόνο μέσα από τις συχνότητες και τα φύλλα των συστημικών ΜΜΕ. Κάπως έτσι, οι αφηγήσεις των ΜΜΕ έμοιαζαν βγαλμένες από ένα παράλληλο σύμπαν, όταν πλήθος καταγγελιών και οπτικοακουστικού υλικού ερχόταν στη δημοσιότητα από απλούς χρήστες του διαδικτύου.

«Τέτοιο λιντσάρισμα ανθρώπου δεν έχουμε ξαναδεί» έλεγε κεντρική παρουσιάστρια με τρεμάμενη φωνή σε τηλεοπτικό σταθμό για τον αστυνομικό που χτυπήθηκε στο περιθώριο της μαζικότατης διαδήλωσης ενάντια στην αστυνομική καταστολή στη Νέα Σμύρνη. Μάλλον ξέχασε τον Ζακ Κωστόπουλο. Μάλλον ξέχασε τον Βασίλη Μάγγο. Μάλλον ξέχασε χιλιάδες ανθρώπους που έχουν γίνει δέκτες αλόγιστης αστυνομικής βίας τα τελευταία χρόνια. Στην ίδια διαδήλωση η ίδια παρουσιάστρια δεν είδε άνδρες της ομάδας ΔΡΑΣΗ που πέρναγαν με τα μηχανάκια μέσα από τον κόσμο, έριχναν κρότου λάμψης μέσα στο πλήθος, μπούκαραν σε σπίτια και μαγαζιά για συλλήψεις και δρούσαν εκτός κάθε νομιμότητας. Δεν είδε ότι λίγες ημέρες μετά, στοχοποίησαν ανθρώπους που δεν είχαν σχέση με την επίθεση στον αστυνομικό και βασάνισαν προσαχθέντες στη ΓΑΔΑ με τρόπους που προκαλούν ανατριχίλα.

Πολιτικές ευθύνες 

Όλα τα παραπάνω δεν έγιναν από το πουθενά. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει δαπανήσει δεκάδες εκατομμύρια ευρώ εν μέσω πανδημίας για να φτιάξει ένα στρατό ένοπλων νταήδων που δρουν ανεξέλεγκτα. Και τώρα που αυτό το τερατούργημα που δημιούργησε, δε μαζεύεται από πουθενά, βγάζει ξανά στον αφρό τα πληρωμένα από εκείνη ΜΜΕ για να κάνουν τη βρώμικη δουλειά. Να την ξελασπώσουν από τις ευθύνες της. Ανακαλύφθηκαν ξαφνικά μολότοφ, εκρηκτικά και όλα τα σχετικά που έχουμε δει και ξαναδεί στα κανάλια. Η αλήθεια είναι πολύ πιο απλή. Σε μια κοινωνία που αντί να προσλαμβάνει γιατρούς και νοσηλευτές προσλαμβάνει αστυνομικούς, σε μια κοινωνία που αντί να φτιάχνονται ΜΕΘ αγοράζονται rafale και φρεγάτες, σε μια κοινωνία που τη στιγμή που είναι κλειδαμπαρωμένη και οικονομικά διαλυμένη, κυβερνητικό στέλεχος δηλώνει με περισσή αλαζονεία ότι πρέπει ο κόσμος να δουλέψει γιατί έχει συνηθίσει στα επιδόματα, είναι προφανές ότι ο κόσμος θα αγανακτήσει, θα αντιδράσει, θα βγει στο δρόμο.

Οι φοιτητές στο ΑΠΘ αλλά και στην υπόλοιπη Ελλάδα, οι εκατοντάδες τοπικές διαδηλώσεις ενάντια στην αστυνομοκρατία, οι κινητοποιήσεις για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων του Δημήτρη Κουφοντίνα, οι κινητοποιήσεις για τον ένα χρόνο lockdown οι εργατικές κινητοποιήσεις (επισιτισμός, καλλιτέχνες κ.α.) και οι πορείες για την 8η και την 21η Μάρτη συμπληρώνουν ένα ψηφιδωτό αγώνων που δείχνουν το δρόμο. Έναν δρόμο που φοβάται πολύ η κυβέρνηση γιατί μέσω αυτού δε θα διαδοθεί ο ιός της πανδημίας αλλά ο ιός της πολιτικής αντίστασης και ανυπακοής. Μετά τα όσα τραγικά συνέβησαν το τελευταίο διάστημα, επικοινωνιακά αλλά και πολιτικά η κυβέρνηση πληγώθηκε σοβαρά. Και αυτό μπορεί να μην το δείχνουν καθαρά οι δημοσκοπήσεις αλλά αν δει κανείς πόσος κόσμος βγήκε στο δρόμο ή πολύ πιο απλά αν κάνει μια βόλτα στους λογαριασμούς του ίδιου του πρωθυπουργού στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης θα καταλάβει τι λέμε (με τον πρωτοφανή αριθμό αρνητικών αντιδράσεων και σχολίων στις αναρτήσεις του).

Οι κυβερνήσεις της δεξιάς ξέρουν να ελίσσονται από την αγριάδα στον κατευνασμό και τανάπαλιν. Ο Χρυσοχοΐδης προσπαθώντας να μαζέψει τα ασυμμάζευτα της αστυνομίας του, δήλωσε ότι η «άσκοπη βία» δε θα γίνει ανεκτή από την πολιτεία. Και εκεί ακριβώς βρίσκεται η άγνοιά του ή μάλλον η συνειδητή υπεκφυγή του. Η βία της αστυνομίας δεν ήταν άσκοπη. Ήταν σκοπούμενη. Αν δε βλέπει κάποιος ότι σκοπός της κυβέρνησης και των κατασταλτικών της μηχανισμών είναι ο περιορισμός των ελευθεριών, η εμπέδωση μιας νέας επιτηρούμενης κανονικότητας και η διαρκής αυταρχικοποίηση του κράτους υπό το πρόσχημα της τήρησης της υγειονομικής τάξης, τότε μάλλον εθελοτυφλεί. Οι αστυνομικοί που σάπισαν στο ξύλο τον νεαρό στη Νέα Σμύρνη δεν ήταν «τρέλαρχοι» που βαρούν άσκοπα. Ήταν εντεταλμένοι που δέρνουν με σκοπό. 

Οδηγός υποκρισίας

Για να αλλάξει λοιπόν το αφήγημα, ο Χρυσοχοΐδης παρουσίασε τη «Λευκή Βίβλο», έναν οδηγό για την αστυνομία του 21ου αιώνα, η οποία προωθήθηκε ως ένα στρατηγικό κείμενο που θα επαναθεμελιώσει την επιχειρησιακή λειτουργία της αστυνομίας, τις ιεραρχικές της δομές και τη σχέση της με τον πολίτη. Βέβαια είναι απορίας άξιο το πώς μια κυβέρνηση ξαφνικά προχωρά υποθετικά σε αναδιαρθρώσεις στην αστυνομία επί το δημοκρατικότερον, όταν όλο το προηγούμενο διάστημα έχει δαπανήσει δεκάδες εκατομμύρια ευρώ σε καιρό πανδημίας για να δημιουργήσει νέα αστυνομικά σώματα όπως η πανεπιστημιακή αστυνομία, να προσλάβει πλήθος αστυνομικών, να δημιουργήσει νέες ομάδες ΔΡΑΣΗ, να αγοράσει περιπολικά, μηχανές και νέο αστυνομικό εξοπλισμό και να χρησιμοποιεί τις αύρες και τα χημικά για το παραμικρό.

Όλα γίνονται για τα μάτια του κόσμου και αυτό βγάζει μάτι διαβάζοντας ή προσπαθώντας να ερμηνεύσει κανείς τη «Λευκή Βίβλο», αυτό το πόνημα του Χρυσοχοΐδη που περισσότερο μοιάζει με έκθεση ιδεών, παρά με πρακτικό οδηγό που προωθεί πραγματικές αλλαγές στην ελληνική αστυνομία. Στις σελίδες της διαβάζει κανείς για μια αστυνομία «πράσινη», «έξυπνη», «ψηφιακή», «εξωστρεφή», «αλληλέγγυα και εθελοντική», «αποτελεσματική», «του ανθρώπινου δυναμικού», «προσβάσιμη» και προφανώς «επιτελική και αποκεντρωμένη». Ωραίες λέξεις αγγελικά πλασμένες. Μόνο που ειπωμένες δίπλα σε όσα ζούμε τους τελευταίους μήνες με τις διαρκείς καταγγελίες για ξυλοδαρμούς, βασανισμούς, αναίτιες συλλήψεις, δημόσιες στοχοποιήσεις και καταπατήσεις στοιχειωδών δικαιωμάτων, μοιάζουν απλώς με ανέκδοτο.

Το αφήγημα που πλασάρεται με τον «αστυνομικό δίπλα στον πολίτη» καταρρέει από μόνο του διότι πολύ απλά ο αστυνομικός έχει σταθεί απέναντι στον πολίτη. Ναι, μιλάμε για τον ίδιο αστυνομικό που ο ΣΥΡΙΖΑ ζητούσε πριν τα Χριστούγεννα να του δοθεί ένα επιπλέον μηνιάτικο για την προσφορά του στην κοινωνία. Τώρα βέβαια τα γυρίζει και ο ΣΥΡΙΖΑ. Η αστυνομία στην Ελλάδα κουβαλάει συγκεκριμένο ιστορικό και πολιτικό φορτίο, το οποίο καμία κυβένρηση δεν έχει τη διάθεση να το ξεριζώσει. Πολύ απλά γιατί ξέρει ότι στα δύσκολα θα της φανεί χρήσιμο. Όσες «Λευκές Βίβλους» κι αν εκδώσουν, οι σελίδες τους θα είναι μαύρες. Όμως τίθεται για πολλοστή φορά το ερώτημα, μπορεί μια κυβέρνηση να διατηρεί την εξουσία της με το να κρύβεται πίσω από τις ασπίδες της αστυνομίας της; Και αν ναι για πόσο;

Μαζικές αντιδράσεις

Οι μαζικές και ριζοσπαστικές κινητοποιήσεις του τελευταίου διαστήματος δείχνουν ότι η περίοδος χάριτος τελειώνει. Ένα χρόνο πριν όλος ο κόσμος κλεινόταν στα σπίτια του κάτω από το σοκ του ξεσπάσματος της πανδημίας και την κυβερνητική υπόσχεση ότι ο προσωρινός εγκλεισμός είναι απαραίτητος για την προετοιμασία του κρατικού μηχανισμού μπροστά σε αυτό που έρχεται. Σήμερα, με τα νοσοκομεία να καταρρέουν, τον κόσμο να πεθαίνει, τα σχολεία και τα πανεπιστήμια να μοιάζουν με φαντάσματα, τους εργαζόμενους να βυθίζονται στην οικονομική εξαθλίωση και το ψυχολογικό αδιέξοδο, όλη η κυβερνητική ρητορική μοιάζει με ένα πελώριο ψέμα στις πλάτες των πιο αδύναμων. Η αστυνομική καταστολή ήταν απλώς το κερασάκι στην τούρτα.

Είναι ζωτικής σημασίας ανάγκη να κρατηθεί ζωντανή η φλόγα στους δρόμους, στους εργατικούς και νεολαιΐστικους χώρους και στις γειτονιές. Η ριζοσπαστική Αριστερά οφείλει να συνδεθεί και να εκφράσει πολιτικά αυτόν τον κόσμο που βλέπει μια κυβέρνηση να τον εμπαίζει και να τον τσαλαπατά, ένα ΣΥΡΙΖΑ να περιορίζεται σε επικοινωνιακή αντιπολίτευση χωρίς να θίγει τον σκληρό πυρήνα των πολιτικών της ΝΔ και μια ακροδεξιά που σιγά σιγά ανασυντάσσεται. Είναι σημαντικό να κρατηθούν ζωντανά τα συλλογικά έντυπα και οι ιστοσελίδες της Αριστεράς που δεν αναπαράγουν τις εκάστοτε κυβερνητικές γραμμές. 

Είναι σωτήριο απέναντι στο θάνατο του ιού να κερδίσει η ζωή των αγώνων για μια κοινωνία με περισσότερους γιατρούς και νοσηλευτές παρά αστυνομικούς και επαγγελματίες στρατιώτες. Όλα αυτά όμως απαιτούν τη μέγιστη συγκέντρωση δυνάμεων για την επίτευξη των μίνιμουμ αλλά πολύ σημαντικών στόχων. Χρειάζεται να ξανανοίξει η κεντρικοπολιτική ατζέντα με τους όρους όσων βάλλονται από την κρίση και την πανδημία και όχι όσων κερδοσκοπούν από αυτή. Μόνο τότε όσοι τώρα κρύβονται ασφαλείς πίσω από τις ασπίδες της αστυνομίας τους, ίσως και να τρομάξουν πραγματικά.

*Αναδημοσίευση από την Εργατική Αριστερά

Ετικέτες