Είναι απολύτως χρήσιμο, στις σημερινές δύσκολες και σκοτεινές συνθήκες, να αναζητά ο ΣΥΡΙΖΑ –αλλά και όλη η Αριστερά– τη σύνδεση μεταξύ της καθημερινής πολιτικής και μεγάλων «φωτεινών» στιγμών και ιδεών του παρελθόντος του κινήματος και της παγκόσμιας Αριστεράς.

Πολύ περισσότερο όταν η σύνδεση αυτή αφορά το έργο του Αντόνιο Γκράμσι, του μεγάλου μαρξιστή επαναστάτη που, στις πιο σκληρές στιγμές του κινήματος στην Ιταλία, επεξεργάστηκε έναν πλούτο απόψεων και θέσεων σχετικά με το ερώτημα αν –και πώς– είναι εφικτή η σοσιαλιστική επανάσταση στις χώρες της (οικονομικά και πολιτικά) «αναπτυγμένης» Δύσης.

Έτσι είναι απολύτως καλοδεχούμενη η επεξεργασία που «μεταφέρει» στις γραμμές του ΣΥΡΙΖΑ ο συστηματικός εκδότης των έργων του Γκράμσι στην Ελλάδα, σύντροφος Λουκάς Αξελός, όπως και η εκδήλωση που έγινε για την παρουσίαση του βιβλίου του Γκράμσι «Για την αλήθεια, ή για να το να λέμε την αλήθεια στην πολιτική», αλλά και του βιβλίου του Λ. Αξελού «Ξαναδιαβάζοντας τον Γκράμσι».

Για τις απόψεις που εκτέθηκαν στην εκδήλωση αυτή, σταχυολογούμε από τις στήλες της «Αυγής»:

«Ο Γκράμσι προχωρά πιο πέρα από τον Μαρξ, θέτοντας το ζήτημα της ηγεμονίας. Δηλαδή πώς οι δυνάμεις της κοινωνικής απελευθέρωσης θα συγκροτήσουν έναν ευρύ συνασπισμό, με συνεκτικό στοιχείο την υπεροχή τους σε πολιτικό, ιδεολογικό και ηθικό επίπεδο. Και αυτό είναι εξαιρετικά επίκαιρο σήμερα, όπου αναζητούμε τη μορφή ενός συνασπισμού εξουσίας, ο οποίος θα αναμετρηθεί με το μνημόνιο…» (Αλ. Τσίπρας).
«Το ΕΑΜ ως σημείο αναφοράς του ΣΥΡΙΖΑ για τη συγκρότηση ενός ευρύτατου πατριωτικού μπλοκ…» (Λ. Βάσσης). Την ανάγκη να κινηθεί η Αριστερά «πέρα από τη στρατηγική της έντασης και της πόλωσης» (Ν. Ξυδάκης). Το θέμα της δημοκρατίας ως κεντρικό, τόσο απέναντι στους κρατικούς θεσμούς, όσο και στο κόμμα (Ρ. Ρινάλντι). 
Διαστρεβλώσεις
Για να γίνει η συζήτηση αυτή πιο χρήσιμη, για να γίνει εφικτό να βγουν πραγματικά τα απαραίτητα για το σήμερα συμπεράσματα από τη σκέψη του Γκράμσι, είναι –κατά τα γνώμη μου– απαραίτητο να προστατευτούμε από κάποιες κρίσιμες διαστρεβλώσεις που οι «επίγονοι» –και ειδικά το ΙΚΚ και το ρεύμα του ευρωκομουνισμού– φόρτωσαν στο έργο του Γκράμσι:
1) Ο Γκράμσι, πράγματι, επεξεργάζεται την πιο πολύπλοκη, αργή και βασανιστική προσπάθεια («πόλεμος θέσεων») που χρειάζεται για να φτάσουμε στη σοσιαλιστική επανάσταση στις αναπτυγμένες κοινωνίες της Δύσης, σε σύγκριση με τον καλπασμό («πόλεμος κινήσεων») της επαναστατικής προσπάθειας στη Ρωσία, όπου οι Μπολσεβίκοι έφτασαν μέσα σε 15 χρόνια από τη συγκρότηση του κόμματός τους στην εξουσία. Όμως σε καμία πτυχή του έργου του δεν τίθεται σε αμφισβήτηση «ο σκοπός» του πολέμου θέσεων, δηλαδή η στρατηγική της σοσιαλιστικής επανάστασης στις χώρες του αναπτυγμένου καπιταλισμού.
Για να το πούμε με τη γλώσσα εκείνης της εποχής, ο Γκράμσι δεν έχει καμία αμφιβολία ότι και στη Δύση πρέπει να κάνουμε «αυτό που έκαναν οι Ρώσοι», αν και εργάζεται για να αποδείξει ότι δεν μπορούμε να το κάνουμε «όπως το έκαναν οι Ρώσοι», αλλά με έναν τρόπο πρωτότυπο, λύνοντας οι ίδιοι κρίσιμα προβλήματα τακτικής.
Πάνω σε αυτό το σημείο εδράζονται μεγάλες αναθεωρήσεις που έγιναν μέσα στο ίδιο το κόμμα του Γκράμσι, το ΙΚΚ, αρχικά από τον Τολιάτι και τελικά από τον Μπερλινγκουέρ.
Ο Τολιάτι –μέχρι τότε εκπρόσωπος της ορθοδοξίας και της στενότερης σχέσης με τη Μόσχα– επέβαλε στο ΙΚΚ τη «στροφή του Σαλέρνο», το 1944. Το κόμμα των παρτιζάνων δεσμευόταν στις διπλωματικές σκοπιμότητες της ΕΣΣΔ και της Γιάλτας («θα επιβάλλουμε την τάξη και την πειθαρχία στα μετόπισθεν των συμμαχικών στρατευμάτων…»). Το κόμμα των εργατών και των φτωχών αγροτών δεσμευόταν στην ταξική «αυτοσυγκράτηση», δηλώνοντας ότι στη μεταπολεμική Ιταλία οι προτεραιότητες θα ήταν η «δημοκρατική συνύπαρξη» και η «παραγωγική και οικονομική ανασυγκρότηση της χώρας».
Σε αυτή τη βάση το ΙΚΚ συμμετείχε στις πρώτες μεταπολεμικές κυβερνήσεις «Εθνικής Ενότητας», βοηθώντας τις εσωτερικές αστικές δυνάμεις, αλλά και τους ιμπεριαλιστές-συμμάχους να επιβάλουν την «ομαλότητα», πάνω στο επαναστατημένο «χάος» που άφησε πίσω του η κατάρρευση του φασιστικού καθεστώτος.
Όταν η Δεξιά κατόρθωσε να ανασυγκροτήσει τις δυνάμεις της (παρεμπιπτόντως ενσωματώνοντας ξανά τους φασίστες στον κρατικό μηχανισμό), τότε «εύκολα» κατάργησε τη συμμαχία με το ΙΚΚ και, μέσα από τις εκλογές βίας και νοθείας του 1947, το απώθησε στη θέση της περιορισμένης αντιπολίτευσης…
Αυτή η «κατανόηση» της γκραμσιανής παρακαταθήκης δεν έχει, ασφαλώς, τίποτα κοινό με τις διακηρυγμένες αρχές και προθέσεις του ίδιου του Αντ. Γκράμσι.
Αυτό το έργο μετατόπισης του ΙΚΚ προς τα δεξιά –με πρόσχημα την «ανάγνωση» του Γκράμσι– ολοκλήρωσε ο γ.γ. του ΙΚΚ, Ενρίκο Μπερλινγκουέρ, στις αρχές της δεκαετίας του 1970, με τη στρατηγική του «ιστορικού συμβιβασμού». Η εμπειρία της Χιλής οδηγούσε, για πρώτη φορά στο έδαφος των ΚΚ, στη ρητή ρήξη με την παράδοση της Οκτωβριανής Επανάστασης, που, τάχα, «είχε πλέον εξαντλήσει την ιστορική δυναμική της».
Παρότι η στρατηγική του Ιστορικού Συμβιβασμού ήταν σε ολοφάνερη αντίθεση με τις θέσεις του Γκράμσι, το ΙΚΚ κατόρθωσε να πείσει μια ολόκληρη γενιά κομουνιστών ότι η εγκατάλειψη του σοσιαλισμού πήγαζε από τις επεξεργασίες του Γκράμσι.
2) Οι ιδέες του Γκράμσι για τις κοινωνικές συμμαχίες καθορίζονται από την προσήλωσή του στο «σκοπό». Το «ιστορικό μπλοκ», που αναζητά, δεν είναι το οποιοδήποτε ισχυρό, που θα συγκροτηθεί όπως και θα οδηγήσει τη χώρα όπου. Η συγκρότηση της συμμαχίας μεταξύ των συγκεντρωμένων εργατών –κυρίως του Βορρά– με τους πολυπληθείς φτωχούς αγρότες –κυρίως του Νότου– είναι η κοινωνική συμμαχία που, κατά τον μεγάλο Σαρδηνό επαναστάτη, μπορούσε να αναλάβει το έργο της αντικαπιταλιστικής ανατροπής και της σοσιαλιστικής αλλαγής στην Ιταλία.

Ευρύτητα;
Έτσι, κατά τη γνώμη μου, είναι άστοχο, με βάση τις αναφορές στον Γκράμσι, να συζητάμε το ζήτημα των κοινωνικών συμμαχιών με πρώτο κριτήριο την «ευρύτητα» (μπλοκ ευρύ, ευρύτερο, ευρύτατο κ.ο.κ.) ή κάποια ζητήματα –όσο σημαντικά– της συγκυρίας, με τη στενή και όχι την ιστορική κατανόηση του όρου (μπλοκ πατριωτικό, μπλοκ αντιμνημονιακό κ.ο.κ.).
Το ζήτημα που –πάντα κατά τη γνώμη μου– τίθεται, είναι το ερώτημα: Ποιες κοινωνικές δυνάμεις μπορούν να αναλάβουν το κολοσσιαίο έργο να σταματήσουν τη μνημονιακή καταστροφή και να οδηγήσουν τις εξελίξεις στην αντικαπιταλιστική-σοσιαλιστική ανασυγκρότηση της κοινωνίας; Κάθε άλλη εκτίμηση (όπως π.χ. αυτές που επικεντρώνουν σε μια πλατιά αντιμνημονιακή συμμαχία με στόχο, γενικώς, την ανασυγκρότηση της χώρας) λογοδοτεί πολύ περισσότερο στον Τολιάτι και στον Μπερλινγκουέρ, παρά στον Γκράμσι.
3) Ανάλογα προσδιορισμένη, ταξικά και ιστορικά, είναι η αντίληψη του Γκράμσι για την ηγεμονία. Σε αντίθεση με τον Μακιαβέλι –που δίνει γενικές οδηγίες για το πώς κάθε φιλόδοξος μπορεί να επιχειρήσει να γίνει Ηγεμόνας– ο Γκάμσι αναζητά τους τρόπους για να γίνει η εργατική τάξη, το εργατικό κίνημα και το «κόμμα» τους, δηλαδή η Αριστερά, ηγεμονική, καθοριστική δύναμη μέσα στις ευρύτερες μάζες των αγροτών, των φτωχών, των λαϊκών ανθρώπων.
Όσο και να φαίνεται προκλητικό, σε αυτό ακριβώς το σημείο ο Γκράμσι συνδέεται βαθύτατα με τον Λένιν: που έβλεπε ως απαραίτητη προϋπόθεση για να μπορέσει το «κόμμα» να εκπληρώσει τους επαναστατικούς στόχους του, να λειτουργεί ως «βήμα» όλων των καταπιεσμένων, επιδιώκοντας να συνενώσει στη διεκδίκηση της σοσιαλιστικής ανατροπής όλη την ενέργεια που αναβλύζει από την καταπίεση των αγροτών, των εθνικών μειονοτήτων, των γυναικών, των θρησκευτικών μειονοτήτων κ.ο.κ.
Η διεκδίκηση της ηγεμονίας από την πλευρά της Αριστεράς ταυτίζεται με την απόπειρα να συνενωθούν όλα τα ρυάκια της αντίστασης στην εκμετάλλευση και στην καταπίεση, στην κοίτη του εργατικού κινήματος και στη ροή προς τη σοσιαλιστική απελευθέρωση.
Να ξαναδιαβάσουμε, λοιπόν, τον Γκράμσι. Μαζί με τον Λένιν, τον Τρότσκι, τη Ρόζα. Γιατί στο έργο τους θα βρούμε ιδέες απολύτως χρήσιμες στα κρίσιμα καθήκοντα που έρχονται κατά πάνω μας ολοταχώς.