Στις 12 Οκτώβρη του 1944 τα ναζιστικά στρατεύματα κατοχής αποχωρούν από την Αθήνα. Ένα τεράστιο κύμα ενθουσιασμού κατακλύζει τις λαϊκές μάζες στις οποίες το ΚΚΕ και το ΕΑΜ έχουν τεράστια επιρροή.

Ο ενθουσιασμός αυτός όμως θα αποδειχθεί προσωρινός μέσα σε μια καταιγίδα λάθος πολιτικών επιλογών. Επιλογών που προηγήθηκαν αλλά και ακολούθησαν την ημέρα της απελευθέρωσης της Αθήνας οδηγώντας στην ήττα την Αριστερά για πολλές δεκαετίες.

Η πολιτική της εθνικής ενότητας

Κατά τη διάρκεια της Αντίστασης, το ΚΚΕ γνώρισε μια τεράστια ανάπτυξη. Κατάφερε να συνδεθεί με την εργατική τάξη και τα μεσαία στρώματα μέσα στην ανέχεια και τη φτώχεια της κατοχής οργανώνοντας σημαντικούς εργατικούς αγώνες, δίκτυα αλληλεγγύης και αντάρτικες μονάδες. Είναι χαρακτηριστικό ότι το πρώτο εξάμηνο του 1944 αριθμούσε πάνω από 400.000 μέλη σε μια χώρα 5,5 εκατομμυρίων. Το ερώτημα που έμπαινε εμφατικά όσο ο πόλεμος έβαινε προς το τέλος του, ήταν σε ποια κατεύθυνση θα αξιοποιούσε αυτό το ανθρώπινο δυναμικό που είχε συσπειρωθεί γύρω από το αίτημα της «λαοκρατίας».

Αυτό το ερώτημα ήταν λυμένο για την ηγεσία του κόμματος. Το ΚΚΕ ιεραρχούσε ψηλότερα την εθνική απελευθέρωση, από την επαναστατική απελευθερωτική προοπτική. Αυτός ήταν και ο λόγος που προσέβλεπε στη «δημοκρατική» συνεργασία την επόμενη ημέρα, μέσα από τη συμμετοχή του σε μια κυβέρνηση «εθνικής ενότητας» και όχι σε μια σύγκρουση με την άρχουσα τάξη και τον ιμπεριαλισμό. Όπως δήλωνε ο Γιώργος Σιάντος, α’ γραμματέας του ΚΚΕ το Δεκέμβρη του 1942 «σήμερα πρωτεύει ο αγώνας για την εθνική λευτεριά, γιατί χωρίς αυτήν δεν μπορούμε να έχουμε καμία κοινωνική προκοπή». Βέβαια την ίδια αγωνία για την «εθνική λευτεριά» δε φαίνεται να είχε η άρχουσα τάξη στην Ελλάδα, η οποία συνεργαζόταν ανοιχτά με τους ναζί πλουτίζοντας περισσότερο, ενώ παράλληλα προσπαθούσε με κάθε τρόπο να τσακίσει το ΕΑΜ και τον ΕΛΑΣ.

Απόληξη της παραπάνω πολιτικής γραμμής της εθνικής ενότητας ήταν οι συμφωνίες του Λιβάνου και της Καζέρτας. Στη συμφωνία του Λιβάνου (Μάης 1944) οι εκπρόσωποι του ΚΚΕ και του ΕΑΜ διεκδικούν τη συμμετοχή τους στη μελλοντική κυβέρνηση των αυτοεξόριστων αστών πολιτικών, αποδεχόμενοι όμως ουσιαστικά την προοπτική της αυτοδιάλυσης του ΕΛΑΣ. Με τη συμφωνία της Καζέρτας, λίγους μήνες μετά (Σεπτέμβρης 1944), ουσιαστικά παρέχεται συγχωροχάρτι στα Τάγματα Ασφαλείας, την ώρα που απαγορεύεται στον ΕΛΑΣ να εισέλθει στην Αθήνα, ενώ όλοι οι αντάρτικοι σχηματισμοί τίθενται υπό τις διαταγές της κυβέρνησης και των Βρετανών. Οι υπογραφές αυτών των συνθηκών δεν αποτελούν περιορισμένο λάθος χειρισμών, αλλά λαθεμένη στρατηγική επιλογή εκ μέρους της ηγεσίας του ΚΚΕ.

Η κοινωνία κατά την απελευθέρωση

Από την ημέρα της απελευθέρωσης της Αθήνας, στις 12 Οκτωβρίου, και για έξι μέρες ακόμη μέχρι να επιστρέψει στην Ελλάδα η κυβέρνηση Παπανδρέου, η Αθήνα βρίσκεται ουσιαστικά στα χέρια του ΕΑΜ. Ο αστός συγγραφέας Γιώργος Θεοτοκάς γράφει στις 14 Οκτώβρη «τώρα νιώθουμε το ασυγκράτητο λαϊκό ρεύμα που μας σηκώνει και μας παίρνει (…) στον αέρα υπάρχει Ρώσικη Επανάσταση και Γαλλική Επανάσταση και Κομμούνα του Παρισιού και απελευθερωτικός εθνικός πόλεμος και ποιος ξέρει τι άλλα θολά στοιχεία που δεν τα ξεχωρίζουμε ακόμα». Ο Θεοτοκάς περιγράφει μια τεράστια μάζα ανθρώπων που κατέκλυζαν το κέντρο της Αθήνας ζητώντας «λαοκρατία». Ένα αόριστο σύνθημα πολιτικά, αλλά πολύ συγκεκριμένο στην καθημερινότητά τους. Ένα σύνθημα που δε ζητούσε συμβιβασμούς αλλά την οργάνωση μιας άλλης κοινωνίας. Αυτής που στάθηκε όρθια μόνη της μέσα στην κατοχή.

Απέναντι σε αυτή την κοινωνία όμως ζούσε πολύ καλύτερα και μια άλλη. Μια νέα αστική τάξη αναδύθηκε κατά τη διάρκεια της κατοχής, η οποία θησαύρισε εις βάρος της κοινωνικής πλειοψηφίας που ζούσε στο όριο της επιβίωσης. Ο Δημήτρης Μπάτσης υπολογίζει ότι τα κεφάλαια που συσσωρεύτηκαν την περίοδο της κατοχής άγγιζαν τα εξήντα εκατομμύρια χρυσές λίρες, όσο δηλαδή ήταν το μέγεθος του εθνικού εισοδήματος το 1938. Ο δοσιλογισμός, οι εκβιασμοί, οι καταδόσεις, η μαύρη αγορά και η συγκέντρωση αποθεμάτων αγαθών, ήταν τα βασικά εργαλεία κερδοφορίας για τους αστούς. Αυτός είναι και ο λόγος που τους φόβιζαν οι διευρυμένες εργατικές κινητοποιήσεις με κορύφωση το Νοέμβρη του 1944. Πρωτοβάθμια σωματεία, κλάδοι και κοινωνικές ομάδες άρχισαν να προβάλλουν αιτήματα αύξησης μισθών και επισιτιστικής βοήθειας αναδεικνύοντας μια σειρά από ζητήματα που αφορούσαν αποκλειστικά την εργατική τάξη.

ΕΑΜικοί υπουργοί

Αυτά τα ζητήματα όμως υποτιμήθηκαν με κάθε τρόπο από την κυβέρνηση της εθνικής ενότητας, της οποίας ηγούνταν ο Γεώργιος Παπανδρέου και συμμετείχαν και ΕΑΜικοί Υπουργοί. Βασικά της μελήματα ήταν η σταθεροποίηση της καπιταλιστικής οικονομίας και ο αφοπλισμός του ΕΛΑΣ, που ήταν μια διαρκής απειλή για τη βιωσιμότητα του συστήματος. Στις 9 Νοέμβρη ανακοινώθηκε η κυκλοφορία μιας νέας δραχμής που θα ισούταν με 50 δισεκατομμύρια παλιές. Όπως αναφέρει ο Βασίλης Μπαρτζιώτας γραμματέας της ΚΟΑ «οι βιομήχανοι χρησιμοποιούσαν τη σταθεροποίηση της δραχμής, τη λεγόμενη νομισματική μεταρρύθμιση, για να κατεβάσουν τα μεροκάματα. Τραγική ειρωνεία! Οι εργάτες στην Αθηνα-Πειραιά έπαιρναν μικρότερα μεροκάματα στην απελευθέρωση απ’ ότι έπαιρναν επί Γερμανών!».

Ο νέος προϋπολογισμός όριζε ότι το ημερομίσθιο των δημοσίων υπαλλήλων θα ανερχόταν σε 125 χιλιάδες δραχμές. Πρόκειται για μισθούς πείνας οι οποίοι εξανεμίζονταν τάχιστα μέσα σε συνθήκες καλπάζοντος πληθωρισμού. Υπουργός οικονομικών κατά τη λήψη αυτών των μέτρων ήταν ο καθηγητής Σβώλος, στέλεχος του ΕΑΜ, ενώ υπουργός εργασίας ήταν ο Μιλτιάδης Πορφυρογένης, στέλεχος του ΚΚΕ. Η κατάσταση μάλιστα επιδεινωνόταν λόγω του ότι αυξάνονταν τα ποσοστά της ανεργίας καθώς οι ντόπιοι καπιταλιστές δεν έβλεπαν λόγο να λειτουργούν τα εργοστάσιά τους αφού έκαναν περιουσίες κερδοσκοπώντας με το χρυσό.Αντιλαμβάνεται, λοιπόν, κανείς πολύ εύκολα ότι υπήρχε ένα τεράστιο χάσμα ανάμεσα στις προθέσεις και τους αγώνες της βάσης του ΚΚΕ και του ΕΑΜ, σε αντίθεση με τη συμβιβαστική πολιτική της ηγεσίας τους.

Προτάσσοντας την εθνική ενότητα έναντι της ταξικής σύγκρουσης το ΚΚΕ βρέθηκε εγκλωβισμένο σε μια αδιέξοδη πολιτική. Όταν στα τέλη Νοέμβρη ο Γεώργιος Παπανδρέου διέταξε τον οριστικό αφοπλισμό του ΕΛΑΣ, η ηγεσία του ΕΑΜ αναγκάστηκε να αντιδράσει καλώντας σε διαδήλωση και γενική απεργία στο κέντρο της Αθήνας. Αυτές οι ογκώδεις κινητοποιήσεις θα πνιγούν στο αίμα και θα αποτελέσουν το έναυσμα του «Κόκκινου Δεκέμβρη» του 1944 που κράτησε 33 ημέρες. Αυτή η είσοδος των φτωχών στο προσκήνιο έσβησε με την υπογραφή στις 12 Φλεβάρη της Συμφωνίας της Βάρκιζας, συνώνυμο του συμβιβασμού του ΚΚΕ μπροστά στις προκλήσεις που ανοίγονταν.

Οι σημερινές αντιφάσεις ΣΥΡΙΖΑ-ΚΚΕ

Η ανάγνωση της ιστορίας πολλές φορές μεταλλάσσεται ανάλογα με την εξυπηρέτηση συγκεκριμένων καταστάσεων. Ο ΣΥΡΙΖΑ τα τελευταία χρόνια, αξιοποιώντας διάφορους φορείς και αναπτύσσοντας έντονη αρθρογραφία σε δικά του ή προσφιλή σε αυτόν μέσα, αναδεικνύει ιστορικά και πολιτικά το γεγονός της απελευθέρωσης της Αθήνας από τους ναζί. Αυτό είναι κάτι σημαντικό και ενδιαφέρον, όχι όμως όταν χρησιμοποιείται για την εξυπηρέτηση σημερινών σκοπών και επιδιώξεων. Μέσα από αυτά τα αφιερώματα πολιτικοί παράγοντεςαλλά και μια πληθώρα δημοσιογράφων, συνάγουν το συμπέρασμα ότι στο σήμερα χρειάζεται ένα διευρυμένο δημοκρατικό πολιτικό μέτωπο απέναντι στην απειλή του φασισμού και της ακροδεξιάς. Ένα μέτωπο που, θα συμπληρώσουμε εμείς,μπροστά στην ανάκαμψη της εθνικής οικονομίας δε θα διστάζει να αναπτύξει σχέσεις με το δυτικό ιμπεριαλισμό ή και να επιβάλλει πολιτικές λιτότητας. Πρόκειται για πολιτικά συμπεράσματα τα οποία βρίσκονται στον αντίποδα της πολιτικής πραγματικότητας και του τότε και του σήμερα, έχοντας ως μόνιμο θύμα την εργατική τάξη και τα φτωχά λαϊκά στρώματα.

Από την άλλη το ΚΚΕ, έχει προχωρήσει τα τελευταία χρόνια σε μια σημαντική αναθεώρηση των τότε θέσεών του, αναγνωρίζοντας το λάθος των πολιτικών της εθνικής ενότητας και την υποτίμηση του ρόλου του δυτικού ιμπεριαλισμού. Από κάποιους μάλιστα, κατηγορείται και για «ύστερο τροτσκισμό» υιοθετώντας αυτές τις θέσεις. Παρόλα αυτά, τα σωστά συμπεράσματα στα οποία έχει καταλήξει, τα αξιοποιεί σε λάθος κατεύθυνση. Τα χρησιμοποιεί για να δικαιολογήσει έναν άκρατο σεχταρισμό και απομονωτισμό που το αποκόβει από οποιαδήποτε συνεργασία με άλλες αριστερές δυνάμεις στην κατεύθυνση της ρήξης με τις πολιτικές των μνημονίων. Αυτό έχει ως συνέπεια την αποφυγή ανάληψης ευθυνών απέναντι στις ανάγκες των από κάτω.

Η απελευθέρωση της Αθήνας ήταν μια σημαντική στιγμή μέσα όμως σε μια συνολική περίοδο αλλαγής συσχετισμών και σύγκρουσης πολιτικών γραμμών. Όποιος αγνοεί το πλαίσιο αυτής της περιόδου και βγάζει αυθαίρετα συμπεράσματα για το σήμερα, σίγουρα κάτι κάνει λάθος.

*Αναδημοσίευση από την Εργατική Αριστερά

Ετικέτες