Στις συνθήκες λειτουργίας της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας του σύγχρονου καπιταλισμού κυριαρχεί μια ένταση και αντίφαση ανάμεσα στη νομιμοποιητική λειτουργία του αστικού κοινοβουλίου και στην κατάσταση του λαϊκού εργατικού κινήματος.

Συ­γκε­κρι­μέ­να ενώ στο επί­πε­δο των κοι­νο­βου­λευ­τι­κών εκ­προ­σω­πή­σε­ων κυ­ριαρ­χεί με τρόπο σα­ρω­τι­κό η μνη­μο­νια­κή πο­λι­τι­κή στην με­γά­λη πλειο­ψη­φία των πο­λι­τι­κών δυ­νά­με­ων, και στην προ­κει­μέ­νη πε­ρί­πτω­ση ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ και ΝΔ, από κοι­νού με τις δο­ρυ­φο­ρι­κές προς αυ­τούς μι­κρό­τε­ρες αστι­κές πο­λι­τι­κές δυ­νά­μεις, στο κοι­νω­νι­κό επί­πε­δο και σε ό,τι αφορά τον κόσμο των ερ­γα­ζο­μέ­νων, ανέρ­γων, συ­ντα­ξιού­χων και νε­ο­λαί­ας είναι έντο­νη η δυ­σα­ρέ­σκεια, δυ­σφο­ρία και απο­νο­μι­μο­ποί­η­ση της κοι­νο­βου­λευ­τι­κά ασκού­με­νης πο­λι­τι­κής. Μια θε­με­λιώ­δης αντί­φα­ση ανά­με­σα στην κα­τά­στα­ση των λαϊ­κών τά­ξε­ων και στους προ­σα­να­το­λι­σμούς και πρα­κτι­κές των πο­λι­τι­κών δυ­νά­με­ων : Ενώ οι μειω­μέ­νοι μι­σθοί, οι απο­ψι­λω­μέ­νες συ­ντά­ξεις, η ισχυ­ρή φο­ρο­λο­γι­κή επι­βά­ρυν­ση, η κα­τάρ­ρευ­ση των δη­μό­σιων κοι­νω­νι­κών υπη­ρε­σιών, η ιδιω­τι­κο­ποί­η­ση των κοι­νω­φε­λών αγα­θών κλπ. αφο­ρούν την με­γά­λη κοι­νω­νι­κή λαϊκή πλειο­νό­τη­τα, εντού­τοις στο κοι­νο­βου­λευ­τι­κό επί­πε­δο κυ­ριαρ­χούν ασφυ­κτι­κά οι δυ­νά­μεις της δια­κη­ρυγ­μέ­νης μνη­μο­νια­κής δια­χεί­ρι­σης.

Ιστο­ρι­κές αλ­λα­γές στους συ­σχε­τι­σμούς των δυ­νά­με­ων

          Σε κάθε πε­ρί­πτω­ση που ιστο­ρι­κά ανα­δει­κνύ­ε­ται μια τέ­τοια κα­τά­στα­ση, που βιώ­νε­ται ως μια μορφή «τυ­ραν­νί­ας» της κοι­νω­νι­κής πλειο­ψη­φί­ας από την «επι­βο­λή» των αστι­κών κοι­νο­βου­λευ­τι­κών δυ­νά­με­ων, τεί­νει να ανα­δει­χθεί και τε­λι­κά έρ­χε­ται στο πο­λι­τι­κό προ­σκή­νιο ένα δυ­να­μι­κό λαϊκό κί­νη­μα που επι­διώ­κει να επι­φέ­ρει την ανα­τρο­πή της ασκού­με­νης, κοι­νο­βου­λευ­τι­κά πλειο­ψη­φι­κής, πο­λι­τι­κής και επι­τυγ­χά­νε­ται η τρο­πο­ποί­η­ση των πο­λι­τι­κών συ­σχε­τι­σμών, ανοί­γο­ντας τον δρόμο για την εφαρ­μο­γή ενός εναλ­λα­κτι­κού λαϊ­κού σχε­δί­ου απά­ντη­σης στην επι­κρα­τού­σα προη­γού­με­να κα­τά­στα­ση. Σε τρεις ιστο­ρι­κά πε­ρι­πτώ­σεις στα 70 σχε­δόν χρό­νια της με­τα­πο­λε­μι­κής κοι­νω­νι­κής εξέ­λι­ξης ανα­δεί­χθη­κε μια τέ­τοια πε­ρί­πτω­ση, έχο­ντας βέ­βαια δια­φο­ρε­τι­κές κάθε φορά πο­λι­τι­κές απο­λή­ξεις.

          Α) Στην πρώτη πε­ρί­πτω­ση επρό­κει­το για το λαϊκό κί­νη­μα, απερ­για­κό και με­γά­λων δια­δη­λώ­σε­ων, που εκ­δη­λώ­θη­κε στο πρώτο μισό της δε­κα­ε­τί­ας του 1960, απέ­να­ντι στη κυ­ριαρ­χία του κρά­τους της εθνι­κο­φρο­σύ­νης, της πρω­ταρ­χι­κής κα­πι­τα­λι­στι­κής ανά­πτυ­ξης, της αστυ­νο­μο­κρα­τί­ας κλπ., με απο­κο­ρύ­φω­μα τον «πρώ­ι­μο» όπως χα­ρα­κτη­ρί­στη­κε ελ­λη­νι­κό Μάη του 1968, δη­λα­δή το κί­νη­μα των Ιου­λια­νών. Με την δρα­στι­κή πα­ρέμ­βα­ση της ελ­λη­νι­κής Αρι­στε­ράς (την τότε ΕΔΑ), των ανε­ξάρ­τη­των τα­ξι­κών συν­δι­κά­των (κί­νη­μα των 115 σω­μα­τεί­ων), καθώς και της προ­ο­δευ­τι­κής κε­ντρο­α­ρι­στε­ρής πα­ρά­τα­ξης (ΕΚ), κα­τόρ­θω­σε να κλο­νί­σει την εξου­σία των συ­ντη­ρη­τι­κών δυ­νά­με­ων (κυ­βέρ­νη­σης της ΕΡΕ, εξου­σί­ας του πα­λα­τιού, στρα­τιω­τι­κών μη­χα­νι­σμών, αμε­ρι­κα­νι­κών επιρ­ρο­ών κ.ά.), και να  τεί­νει να δια­μορ­φώ­σει μια εναλ­λα­κτι­κή κυ­βερ­νη­τι­κή διέ­ξο­δο μιας ευ­ρύ­τα­της εκλο­γι­κής λαϊ­κής πλειο­ψη­φί­ας. Αυτή η ισχυ­ρή δια­φο­ρο­ποί­η­ση του τα­ξι­κού συ­σχε­τι­σμού των δυ­νά­με­ων βρί­σκο­νταν στην αφε­τη­ρία επι­βο­λής της στρα­τιω­τι­κής δι­κτα­το­ρί­ας 1967 – 74, που δια­χει­ρί­στη­κε απο­τε­λε­σμα­τι­κά την αλ­μα­τώ­δη τότε ανά­πτυ­ξη του ελ­λη­νι­κού κα­πι­τα­λι­σμού («την «χρυσή εποχή» του όπως χα­ρα­κτη­ρί­στη­κε).

          Β) Η δεύ­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση στά­θη­κε εκεί­νη της πρώ­της οκτα­ε­τί­ας της με­τα­πο­λί­τευ­σης του 1974, όπου κα­τα­γρά­φη­κε η «έκρη­ξη» του μα­κρο­χρό­νια κα­τα­πιε­σμέ­νου λαϊ­κού ρι­ζο­σπα­στι­σμού, με απο­τέ­λε­σμα την ανά­δει­ξη του ισχυ­ρού τα­ξι­κού συν­δι­κα­λι­στι­κού κι­νή­μα­τος (πα­ρό­λη την κυ­ριαρ­χία του μακρη – θε­ο­δω­ρι­σμού και του αντερ­γα­τι­κού Ν. 330 / 1976), με αιχμή του δό­ρα­τος τα ερ­γο­στα­σια­κά σω­μα­τεία, ενός μα­ζι­κού κι­νή­μα­τος των πο­λι­τι­κών νε­ο­λαιών, μιας με­γά­λης αφύ­πνι­σης του συν­δι­κα­λι­στι­κού κι­νή­μα­τος του αγρο­τι­κού κό­σμου. Όλα αυτά έτει­ναν να διαρ­ρή­ξουν το πλαί­σιο των με­τα­πο­λι­τευ­τι­κών κοι­νο­βου­λευ­τι­κών εκ­προ­σω­πή­σε­ων της αυ­ταρ­χι­κής Δε­ξιάς και του χρε­ο­κο­πη­μέ­νου Κέ­ντρου, και να δώ­σουν αλ­μα­τώ­δη ώθηση στην ανά­δει­ξη του σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τι­κού κι­νή­μα­τος της «αλ­λα­γής» του ΠΑΣΟΚ, χωρίς ωστό­σο η Αρι­στε­ρά να έχει κα­τορ­θώ­σει να δια­δρα­μα­τί­σει κα­θο­ρι­στι­κό ρόλο. Ο κι­νη­το­ποι­η­μέ­νος λαϊ­κός πα­ρά­γο­ντας ανέ­δει­ξε στη δια­κυ­βέρ­νη­ση αυτό το κί­νη­μα της με­ταρ­ρυθ­μι­στι­κής αλ­λα­γής, το οποίο ωστό­σο από τα μέσα της δε­κα­ε­τί­ας του 1980 με­τα­στρά­φη­κε προς τον αρ­χό­με­νο μο­νε­τα­ρι­σμό για να κα­τα­λή­ξει τε­λι­κά να απο­τε­λέ­σει την κύρια μορφή έκ­φρα­σης της ανα­δυό­με­νης τότε μορ­φής του νε­ο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμού.

          Γ) Τέλος, η τρίτη πε­ρί­πτω­ση υπήρ­ξε η ανά­δει­ξη στο προ­σκή­νιο στην πε­ρί­ο­δο 2010 -15 του ευ­ρύ­τα­του πα­νερ­γα­τι­κού απερ­για­κού κι­νή­μα­τος απέ­να­ντι στις κοι­νο­βου­λευ­τι­κά πλειο­ψη­φι­κές, μνη­μο­νια­κές πο­λι­τι­κές (ΠΑΣΟΚ και ΝΔ, ΛΑΟΣ και ΔΗΜΑΡ). Και σ’ αυτή την πε­ρί­πτω­ση η ει­σβο­λή του ενερ­γού λαϊ­κού πα­ρά­γο­ντα στο προ­σκή­νιο επέ­φε­ρε την διάρ­ρη­ξη των αστι­κών κοι­νο­βου­λευ­τι­κών εκ­προ­σω­πή­σε­ων, κα­τα­βα­ρα­θρώ­νο­ντας τη λαϊκή επιρ­ροή της νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρης σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τί­ας και ανα­δει­κνύ­ο­ντας στο προ­σκή­νιο τον μικρό τότε σχη­μα­τι­σμό του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ. Η ανά­δει­ξη της Ρι­ζο­σπα­στι­κής Αρι­στε­ράς στη δια­κυ­βέρ­νη­ση της χώρας (Ια­νουά­ριος 2015) με την σχε­τι­κή κοι­νο­βου­λευ­τι­κή πλειο­ψη­φία, και η κατά κρά­τος υπερ­ψή­φι­ση της αντι­μνη­μο­νια­κής πο­λι­τι­κής με το δη­μο­ψή­φι­σμα (Ιού­λιος 2015) δεν εμπό­δι­σαν τον ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ να υπα­χθεί στην υπη­ρέ­τη­ση των ανα­γκών της αστι­κής, ελ­λη­νι­κής και ευ­ρω­παϊ­κής, πο­λι­τι­κής, δια­ψεύ­δο­ντας τις λαϊ­κές προσ­δο­κί­ες, ακυ­ρώ­νο­ντας τους στό­χους του απερ­για­κού ερ­γα­τι­κού κι­νή­μα­τος, και μα­ταιώ­νο­ντας τις ίδιες τις προ­γραμ­μα­τι­κές του δε­σμεύ­σεις.

          Το συ­μπέ­ρα­σμα που προ­κύ­πτει από αυτά τα τρία με­τα­πο­λε­μι­κά εγ­χει­ρή­μα­τα αλ­λα­γής των εφαρ­μο­ζό­με­νων συ­ντη­ρη­τι­κών πο­λι­τι­κών, είναι ότι : Από το ένα μέρος  ήταν πά­ντο­τε η κι­νη­μα­τι­κή ενερ­γο­ποί­η­ση των λαϊ­κών τά­ξε­ων που στά­θη­κε ο κα­τα­λύ­της της αλ­λα­γής των πο­λι­τι­κών συ­σχε­τι­σμών με­τα­ξύ «προ­ο­δευ­τι­κού κέ­ντρου», σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τί­ας και ρι­ζο­σπα­στι­κής Αρι­στε­ράς από τη μια πλευ­ρά, και άτεγ­κτων, σκλη­ρών και βίαια επι­βα­λό­με­νων πο­λι­τι­κών των αστι­κών δε­ξιών δυ­νά­με­ων από την άλλη πλευ­ρά. – Από το άλλο μέρος ήταν η αναι­μι­κή αντα­πό­κρι­ση ή και η πλή­ρης αντι­στρο­φή των πραγ­μά­των με την με­τα­τρο­πή των κοι­νω­νι­κών κι­νη­μά­των σε εκλο­γι­κή εκ­προ­σώ­πη­ση και η υπα­γω­γή της στον αστι­κό κοι­νο­βου­λευ­τι­σμό και στις ανα­γκαιό­τη­τες της αστι­κής κρα­τι­κής δια­χεί­ρι­σης.

Η κοι­νο­βου­λευ­τι­κή εν­σω­μά­τω­ση της κι­νη­μα­τι­κής δυ­να­μι­κής

          Κα­τα­γρά­φε­ται δη­λα­δή ένα μεί­ζον ζή­τη­μα στις σχέ­σεις με­τα­ξύ κι­νη­το­ποι­η­μέ­νου λαϊ­κού πα­ρά­γο­ντα και εναλ­λα­κτι­κών κοι­νο­βου­λευ­τι­κών και κυ­βερ­νη­τι­κών εκ­προ­σω­πή­σε­ων και πο­λι­τι­κών, ή μ’ άλλες λέ­ξεις η κατά κρά­τος συ­νή­θως «πα­ρά­δο­ση» του διεκ­δι­κη­τι­κού ερ­γα­τι­κού κι­νή­μα­τος στον αστι­κό κοι­νο­βου­λευ­τι­κό κυ­βερ­νη­τι­σμό. Και δεν πρό­κει­ται απλά για την απου­σία βα­θειά ρι­ζο­σπα­στι­κών προ­γραμ­μα­τι­κών στό­χων που εν­δε­χο­μέ­νως να είναι πα­ρό­ντες (π.χ. ο ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ διέ­θε­τε το συ­νε­δρια­κό του πρό­γραμ­μα που με σα­φή­νεια, αν εφαρ­μο­ζό­ταν, μπο­ρού­σε να ανοί­ξει το δρόμο για δρα­στι­κές κοι­νω­νι­κές και οι­κο­νο­μι­κές αλ­λα­γές, πράγ­μα όμως που δεν πραγ­μα­το­ποι­ή­θη­κε), εντού­τοις όμως σε τε­λευ­ταία ανά­λυ­ση εξα­φα­νί­ζο­νται συ­στη­μα­τι­κά από το προ­σκή­νιο :

Οι πο­λι­τι­κές δυ­νά­μεις της ΕΚ και ΕΔΑ, που ήταν φο­ρείς έκ­φρα­σης μιας ευ­ρύ­τα­της κοι­νω­νι­κής πλειο­ψη­φί­ας, ενώ είχαν σα­φέ­στα­τη επί­γνω­ση των σχε­δί­ων επι­κεί­με­νης δι­κτα­το­ρι­κής επι­βο­λής, στην ουσία «σή­κω­σαν τα χέρια», ευαγ­γε­λί­ζο­νταν την «δη­μο­κρα­τι­κή ομα­λό­τη­τα» (όταν τα τε­θω­ρα­κι­σμέ­να της εκτρο­πής ζέ­σται­ναν ήδη τις μη­χα­νές τους), και κατά έναν τρόπο ολο­σχε­ρούς «κοι­νο­βου­λευ­τι­κού κρε­τι­νι­σμού», δεν πήραν όλα εκεί­να τα δη­μο­κρα­τι­κά λαϊκά μέτρα αυ­το­ά­μυ­νας για την απο­τρο­πή και υλική αντι­με­τώ­πι­ση του υπαρ­κτού κιν­δύ­νου της δι­κτα­το­ρι­κής επι­βο­λής, δί­νο­ντας σε τε­λι­κή ανά­λυ­ση το λαϊκό κί­νη­μα βορρά στις αντι­δρα­στι­κές δι­κτα­το­ρι­κές αστι­κές δυ­νά­μεις.

Το εκτε­τα­μέ­νο κί­νη­μα των σω­μα­τεί­ων του ερ­γο­στα­σια­κού συν­δι­κα­λι­σμού και της κοι­νής ωφέ­λειας, των αγρο­τι­κών συλ­λό­γων κλπ. «ενα­πό­θε­σαν» τις τύχες τους στην δια­κυ­βέρ­νη­ση της «αλ­λα­γής» του ΠΑΣΟΚ, η οποία μετά από ορι­σμέ­νες δη­μο­κρα­τι­κές με­ταρ­ρυθ­μι­στι­κές πα­ρεμ­βά­σεις (συν­δι­κα­λι­στι­κός νόμος, δη­μό­σιο σύ­στη­μα υγεί­ας, λει­τουρ­γία ανώ­τε­ρης τε­χνο­λο­γι­κής εκ­παί­δευ­σης), με την εκ­δή­λω­ση της πρώ­της κρί­σης υπερ­συσ­σώ­ρευ­σης του κε­φα­λαί­ου (πρώτο μισό της δε­κα­ε­τί­ας του 1980), προ­σαρ­μό­στη­κε τά­χι­στα στις επι­τα­γές της κα­πι­τα­λι­στι­κής ανα­συ­γκρό­τη­σης, του μο­νε­τα­ρι­σμού και της με­τά­βα­σης στο νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρο εκ­συγ­χρο­νι­σμό.

Το πα­νελ­λα­δι­κό απερ­για­κό ερ­γα­τι­κό κί­νη­μα όσο και το κί­νη­μα των πλα­τειών, αλλά και η με­γά­λη εκλο­γι­κή λαϊκή πλειο­νό­τη­τα του «όχι» στο δη­μο­ψή­φι­σμα για την απόρ­ρι­ψη της μνη­μο­νια­κής πο­λι­τι­κής, εξά­ντλη­σε τον εαυτό του στην εκλο­γι­κή υπερ­ψή­φι­ση του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ, ο οποί­ος και βρήκε την ευ­και­ρία να χρη­σι­μο­ποι­ή­σει τις ερ­γα­τι­κές εκ­προ­σω­πή­σεις ως «ερ­γα­λείο» για την υιο­θέ­τη­ση και υλο­ποί­η­ση του τρί­του μνη­μο­νί­ου, χωρίς να προ­κα­λεί­ται καμιά αξιό­πι­στη λαϊκή κι­νη­μα­τι­κή αντί­δρα­ση. Μπρο­στά στις μεί­ζο­νες ανά­γκες της τα­ξι­κής πάλης (λ.χ. παύση πλη­ρω­μών, ανα­δια­νο­μή ει­σο­δή­μα­τος, αντι­πα­ρά­θε­ση με ευ­ρω­παϊ­κή κα­πι­τα­λι­στι­κή διε­θνο­ποί­η­ση), ο ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ απο­ποι­ή­θη­κε ακόμη και τα πλέον στοι­χειώ­δη μέτρα σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τι­κής πο­λι­τι­κής, και με­τα­τρά­πη­κε σε εμπρο­σθο­φυ­λα­κή της σύγ­χρο­νης κα­πι­τα­λι­στι­κής ανά­καμ­ψης.

Εκεί­νο που προ­κύ­πτει τε­λι­κά είναι ότι η λαϊκή κι­νη­μα­τι­κή δυ­να­μι­κή, όσο προ­βάλ­λει αβί­α­στα ως ανα­γκαιό­τη­τα προ­ά­σπι­σης των τα­ξι­κών συμ­φε­ρό­ντων του ερ­γα­ζό­με­νου λαού, άλλο τόσο οδη­γεί­ται στον «ακρω­τη­ρια­σμό» της καθώς με­τα­σχη­μα­τί­ζε­ται σε εναλ­λα­κτι­κές κοι­νο­βου­λευ­τι­κές εκ­προ­σω­πή­σεις και κυ­βερ­νη­τι­κές διε­ξό­δους, εγκα­τα­λεί­πο­ντας δη­λα­δή το πεδίο της «πο­λι­τι­κής» στους τε­χνο­κρά­τες της εξου­σί­ας, στους μι­κρο­α­στούς επα­ΐ­ο­ντες, στους κοι­νο­βου­λευ­τι­κούς «εκ­προ­σώ­πους», στους «ικα­νούς» δια­χει­ρι­στές κ.ά. Η αί­σθη­ση της λαϊ­κής «ανε­πάρ­κειας» και «μειο­νε­κτι­κό­τη­τας» ένα­ντι των μυ­στών της δια­κυ­βέρ­νη­σης και των δια­με­σο­λα­βη­τών των ερ­γα­τι­κών προσ­δο­κιών στο αστι­κό κρά­τος δια­δρα­μα­τί­ζει κα­θο­ρι­στι­κό ρόλο. Οι πο­λι­τι­κοί σχη­μα­τι­σμοί της Αρι­στε­ράς είναι «απο­στει­ρω­μέ­νοι» από ανε­ξάρ­τη­τες και αυ­τό­νο­μες ερ­γα­τι­κές κι­νη­μα­τι­κές εκ­φρά­σεις, δια­τη­ρούν μια γρα­φειο­κρα­τι­κή και τε­χνο­κρα­τι­κή δό­μη­ση τέ­τοια που κυ­ριο­λε­κτι­κά απο­νευ­ρώ­νει, υπο­τάσ­σει και απε­νερ­γο­ποιεί την κοι­νω­νι­κή κι­νη­μα­τι­κή δυ­να­μι­κή. Κατά συ­νέ­πεια τί­θε­ται μεί­ζον ζή­τη­μα στην σχέση ενερ­γών λαϊ­κών δυ­νά­με­ων και κοι­νο­βου­λευ­τι­κής τους εκ­προ­σώ­πη­σης, που απαι­τεί νέους προσ­διο­ρι­σμούς και και­νού­ριες συ­ντε­ταγ­μέ­νες κί­νη­σης : Το ανώ­τα­το στά­διο του ερ­γα­τι­κού κι­νή­μα­τος δεν μπο­ρεί άρα να είναι ο αστι­κός κοι­νο­βου­λευ­τι­σμός. Σε τε­λι­κή ανά­λυ­ση πώς μπο­ρεί να γί­νε­ται απο­δε­κτή η μνη­μο­νια­κή με­τα­στρο­φή του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ με μια απλή πλειο­ψη­φία εντός της κοι­νο­βου­λευ­τι­κής του ομά­δας (Αύ­γου­στος 2015), τη στιγ­μή που το 62% της λαϊ­κής ετυ­μη­γο­ρί­ας ήταν κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κά αντί­θε­το στο τρίτο μνη­μό­νιο, με πρό­σφα­το το σχε­τι­κό δη­μο­ψή­φι­σμα (Ιού­λιος 2015) ;

Σύ­ντη­ξη κοι­νω­νι­κών πρω­το­πο­ριών και πο­λι­τι­κών εκ­φρά­σε­ων

Προ­κύ­πτει κατά συ­νέ­πεια η ανα­γκαιό­τη­τα του επα­να­προσ­διο­ρι­σμού των σχέ­σε­ων λαϊ­κού κι­νή­μα­τος και εναλ­λα­κτι­κών μορ­φών αρι­στε­ρής διε­ξό­δου στο επί­πε­δο του δη­μο­κρα­τι­κού κοι­νο­βου­λευ­τι­σμού και της δια­κυ­βέρ­νη­σης, ασφα­λι­στι­κών δι­κλεί­δων που απο­τρέ­πουν την εν­σω­μά­τω­ση στις πρα­κτι­κές της αστι­κής κρα­τι­κής δια­χεί­ρι­σης, νέου τύπου σχέ­σε­ων με­τα­ξύ κοι­νω­νι­κών και πο­λι­τι­κών υπο­κει­μέ­νων του αρι­στε­ρού κι­νή­μα­τος. Και πρώτα από όλα η αντί­λη­ψη ότι ο διεκ­δι­κη­τι­κός τα­ξι­κός αγώ­νας δεν μπο­ρεί να εξα­ντλεί­ται και να απο­λή­γει απο­κλει­στι­κά στον κοι­νο­βου­λευ­τι­σμό, αλλά να μπο­ρεί να πη­γαί­νει πα­ρα­πέ­ρα, χωρίς να εγκα­τα­λεί­πει την θέση του ζη­τή­μα­τος της πο­λι­τι­κής εξου­σί­ας. Προ­φα­νώς από την άλλη πλευ­ρά δεν μπο­ρεί να εγκα­τα­λεί­πε­ται το πεδίο της κοι­νο­βου­λευ­τι­κής δια­πά­λης ως μορφή διε­ξα­γω­γής της πάλης των τά­ξε­ων και να αντι­με­τω­πί­ζε­ται η προ­ο­πτι­κή του κι­νή­μα­τος απο­κλει­στι­κά σε προ­ο­πτι­κές εξου­σί­ας που νο­ού­νται μόνον με την μορφή μιας από­μα­κρης άμε­σης, αλλά ανέ­φι­κτης, δη­μο­κρα­τί­ας.

Μ’ αυτή την έν­νοια το ερ­γα­τι­κό και ευ­ρύ­τε­ρο κοι­νω­νι­κό κί­νη­μα, αντί να εκ­χω­ρεί ολό­κλη­ρο τον χώρο της εκλο­γι­κής εκ­προ­σώ­πη­σης σε φο­ρείς ανά­δει­ξης μιας λαϊ­κής πο­λι­τι­κής, χρειά­ζε­ται να επι­βάλ­λει ευθύς εξαρ­χής την απαί­τη­ση για οποια­δή­πο­τε πο­λι­τι­κή εκ­προ­σώ­πη­ση, την εγκα­θί­δρυ­ση θε­σμών που κα­το­χυ­ρώ­νουν τον λόγο, τον έλεγ­χο και την εξου­σία του σε κάθε πε­ρί­πτω­ση εναλ­λα­κτι­κής δια­κυ­βέρ­νη­σης. Συ­νε­πώς η απαί­τη­ση για την στα­θε­ρή κα­θιέ­ρω­ση π.χ. μορ­φών δρα­στι­κού ερ­γα­τι­κού ελέγ­χου στην πα­ρα­γω­γι­κή δια­δι­κα­σία στο σύ­νο­λο των πλευ­ρών της επι­χει­ρη­μα­τι­κής πα­ρα­γω­γι­κής ορ­γά­νω­σης (ρυθ­μών ερ­γα­σί­ας, αμοι­βών, κοι­νω­νι­κού κα­τα­με­ρι­σμού ερ­γα­σί­ας, επεν­δύ­σε­ων, κερ­δο­φο­ρί­ας κλπ.), ως δο­μι­κής πλευ­ράς μιας οποιασ­δή­πο­τε μορ­φής πο­λι­τι­κής εναλ­λα­κτι­κής εκ­δο­χής, είναι διεκ­δί­κη­ση εκ των ων ουκ άνευ για την επι­τυ­χή πο­ρεία ενός κι­νή­μα­τος. Μ’ αυτό τον τρόπο δεν μπαί­νει μόνον φραγ­μός στην δε­σπο­τι­κή άσκη­ση του διευ­θυ­ντι­κού δι­καιώ­μα­τος του κε­φα­λαί­ου και της κάθε άλλης μορ­φής διευ­θυ­ντι­κής επι­τε­λι­κής δια­χεί­ρι­σης, αλλά δε­σμεύ­ε­ται ντε φάκτο αυτή η ίδια η άσκη­ση της κυ­βερ­νη­τι­κής πο­λι­τι­κής σε συ­γκε­κρι­μέ­νες λαϊ­κές κα­τευ­θύν­σεις.

Από την άλλη πλευ­ρά, αυτή η ίδια η υπό­στα­ση των αρι­στε­ρών πο­λι­τι­κών σχη­μα­τι­σμών είναι ανα­γκαίο να αντι­με­τω­πι­στεί στην προ­ο­πτι­κή μιας δυ­να­μι­κής της με­τα­μόρ­φω­σης, που να ει­σά­γει υπο­χρε­ω­τι­κά την κοι­νω­νι­κή διά­στα­ση στην ίδια την δομή και λει­τουρ­γία των πο­λι­τι­κών υπο­κει­μέ­νων. Τα αρι­στε­ρά κόμ­μα­τα δεν μπο­ρούν να νο­ού­νται ως φο­ρείς εκ­προ­σώ­πη­σης ή έκ­φρα­σης των λαϊ­κών τά­ξε­ων, αλλά ο ερ­γα­ζό­με­νος κό­σμος χρειά­ζε­ται να έχει συ­νταγ­μα­τι­κά – κα­τα­στα­τι­κά κα­το­χυ­ρω­μέ­νη υπό­στα­ση και εξου­σία εντός των εναλ­λα­κτι­κών πο­λι­τι­κών φο­ρέ­ων. Η κοι­νο­βου­λευ­τι­κή άρα στάση και πρα­κτι­κή σχη­μα­τι­σμών που στο όνομα της εξυ­πη­ρέ­τη­σης των λαϊ­κών συμ­φε­ρό­ντων κα­τα­κτούν την πο­λι­τι­κή δια­κυ­βέρ­νη­ση, δεν μπο­ρεί παρά να υπό­κει­ται στις απο­φά­σεις των κοι­νω­νι­κών δομών που να είναι εν­σω­μα­τω­μέ­νες στους αρι­στε­ρούς πο­λι­τι­κούς σχη­μα­τι­σμούς. Άλ­λω­στε η σύ­στα­ση των πο­λι­τι­κών υπο­κει­μέ­νων λαϊ­κής αλ­λα­γής δεν μπο­ρεί να έχει «αυ­θύ­παρ­κτα» χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά, αλλά χρειά­ζε­ται πλέον να συ­ναι­ρεί­ται, να βρί­σκε­ται σε «σύ­ντη­ξη» με τις κοι­νω­νι­κές πρω­το­πο­ρί­ες, οι οποί­ες και να έχουν βα­ρύ­νο­ντα και κα­θο­ρι­στι­κό ρόλο. Δια­φο­ρε­τι­κά, οι αρι­στε­ρές συ­γκρο­τή­σεις που εμπε­ρι­κλεί­ουν δια­φό­ρων ειδών «γρα­φειο­κρα­τι­κές» απο­κρυ­σταλ­λώ­σεις στο εσω­τε­ρι­κό τους, και συ­νή­θως απαρ­τί­ζο­νται από στρώ­μα­τα των νέων μι­κρο­α­στι­κών στρω­μά­των της δια­νοη­τι­κής ερ­γα­σί­ας (τε­χνο­κρα­τών της κρα­τι­κής, πο­λι­τι­κής και κοι­νω­νι­κής δια­χεί­ρι­σης), πράγ­μα ρι­ζι­κά δια­φο­ρε­τι­κό από τις δυ­νά­μεις της προ­λε­τα­ρια­κής μαρ­ξι­στι­κής δια­νό­η­σης, είναι αυτές που με τον ευ­χε­ρέ­στε­ρο τρόπο με­τα­τρέ­πο­νται αβί­α­στα και χωρίς δυ­σκο­λία στις κλα­σι­κές διοι­κη­τι­κές και κρα­τι­κές γρα­φειο­κρα­τί­ες της αστι­κής δια­χεί­ρι­σης (κλα­σι­κό­τε­ρο όλων το ιστο­ρι­κό υπό­δειγ­μα του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ).       

Ετικέτες