Αποσπάσματα από το βιβλίο «L 'intempestif», που έχει επιμεληθεί ο François Sabado. Το κείμενο «Μάχομαι και σκέφτομαι» γράφτηκε από τους Charles Michaloux, François Sabado, Olivier Besancenot, και αποτελεί το πρώτο κεφάλαιο από τη συλλογή κειμένων του βιβλίου.

Πολιτικός και ακτιβιστής ο Daniel, από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 ως τις αρχές της δεκαετίας του 2010, καλύπτει σχεδόν μισό αιώνα ιστορίας και διεθνούς πολιτικής. Όπως για όλους εκείνους-ες που θέλουν να αλλάξουν τον κόσμο, είναι φορτωμένος με ελπίδες, σχέδια, δοκιμασίες, επιτεύγματα, αλλά και πισωγυρίσματα, αυταπάτες ακόμα και απογοητεύσεις. Το να ιχνηλατήσει κανείς αυτή τη διαδρομή, χωρίς να χαθεί σε επουσιώδη γεγονότα, είναι ένα δύσκολο έργο.

Ακτιβιστής σε καθημερινή βάση ακούραστος οπαδός της επαναστατικής σκέψης της οποίας έβλεπε, αλλά και επιβεβαίωνε τη ζωτική ανάγκη για ανανέωση, ο Daniel χάραξε ένα δρόμο μέσα από πολιτικά και προσωπικά εμπόδια. Έχοντας συμπορευτεί μαζί του στενά, σε διάφορα στάδια της διαδρομής αυτής, επιλέξαμε να αναδείξουμε τις κύριες φάσεις της, προσέχοντας να μην ασχοληθούμε πολύ με το παρελθόν, υπό το πρίσμα του παρόντος και σεβόμενοι την ανησυχία του για αυστηρότητα αναμεμιγμένη πάντα με το εύρος και την περιέργεια, την προθυμία του να αδράξει κανείς τις ευκαιρίες για να ταρακουνήσει τον κομφορμισμό, ανοίγοντας ακούραστα τα «σταυροδρόμια του δυνατού».

Οι δεκαετίες 1960 και 1970: η πνοή του Μαΐου

Από τα πρώτα χρόνια του στην École Normale Supérieure του Saint-Cloud και ύστερα στη Nanterre, πριν από το μεγάλο σεισμό του Μάη του 68, ο Daniel έχει καθιερωθεί ως κομμουνιστής μαχητής, πιστός στην παιδική του ηλικία μέσα σε ένα οικογενειακό περιβάλλον  της Τουλούζης που του άρεσε να θυμάται με σεβασμό και αγάπη (1). Γίνεται μέλος της Κομμουνιστικής Νεολαίας (JC) και ύστερα της Ένωσης Κομμουνιστών Φοιτητών του (UEK), αλλά έρχεται αντιμέτωπος γρήγορα με την επίσημη γραμμή του PCF (ΚΚΓ) η οποία ήδη μαγείρευε - πρώτη υποψηφιότητα Μιτεράν- τη μελλοντική ενότητα της Αριστεράς και που αρκούνταν απλώς σε ένα «Ειρήνη στο Βιετνάμ», αποφεύγοντας κάθε ενεργή αλληλεγγύη με τους μαχητές του FNL στην Ινδοκίνα. Ανανεώνει τη στάση πού πήρε κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού πόλεμου της Αλγερίας ενάντια στη γαλλική αποικιοκρατία, κατά την διάρκεια της οποίας το ΚΚ αρνήθηκε να υποστηρίξει τη νίκη του FLN. Ο Daniel λοιπόν βρίσκεται στην Αριστερή Αντιπολίτευση της UEC πριν να γίνει ο ίδιος η κινητήρια δύναμη το 1966, στη δημιουργία της Επαναστατικής Κομμουνιστικής Νεολαίας (JCR).

Εμψυχωτής του Κινήματος της 22ας Μαρτίου στο Πανεπιστήμιο της Nanterre το 1968, ο ίδιος προαισθάνεται ότι η κατάσταση θα γίνει εκρηκτική και απαιτεί νέες μορφές πάλης. Έχει μια σίγουρη αίσθηση της πολιτικής πρωτοβουλίας και όταν το κίνημα ξέσπασε τον Μάη του 68, είναι στην πρώτη γραμμή στα οδοφράγματα, στην πρωτοπορία του κινήματος, στην ηγεσία της JCR, αναζητώντας κάθε φορά την ιδέα, την πρόταση, τη δράση που μπορεί να ανατρέψει την κατάσταση. Αλλά ο Daniel δεν είναι μόνο αυτός που μέσα στη φωτιά της δράσης, επιδιώκει ότι μπορεί να επιταχύνει τον ρου της ιστορίας. Αλλά το βάζει σε μια ιστορική προοπτική. Κατανοώντας τη δυναμική των κοινωνικών κινημάτων, ιδίως τη σχέση μεταξύ του φοιτητικού κινήματος με την γενική απεργία των εργαζομένων, αντιλαμβάνεται, επίσης, την ανάγκη για μια πολιτική οργάνωση, την ανάγκη να συσσωρεύσει δυνάμεις για να χτίσει ένα επαναστατικό κόμμα.

Διαβάζοντας και ξαναδιαβάζοντας τον Λένιν και τον Τρότσκι, αναζητώντας στα πονήματα των χρόνων της ρωσικής επανάστασης το βαθύτερο νόημα της τρέχουσας εμπειρίας, συνειδητοποιεί την ανάγκη μιας στρατηγικής σκέψης, όπου η κατασκευή ενός πολιτικού εργαλείου είναι ζωτικής σημασίας για να κεφαλαιοποιήσει την εμπειρία, και να ανανεώσει τους αγώνες, να  τους αναλύσει και να τους συνθέσει για να χαράξει τα μονοπάτια της ανατροπής της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων. Προς έκπληξη πολλών, μετά το Μάη του 68, συνεχίζει σαν να είναι φυσικό σε κάτι που του φαίνεται προφανές: πρέπει να ξαναβρεί  το νήμα, που έχει σπάσει από το σταλινισμό, της μεγάλης απελευθερωτικής και δημιουργικής φιλοδοξίας του επαναστατικού μαρξισμού. Το 1969, κατά τη διάρκεια της δημιουργίας της Κομμουνιστικής Λίγκας (LC), μάχεται ενεργά και με όλες τις δυνάμεις του να καταδείξει και να πείσει ώστε να γίνει η Λίγκα το γαλλικό τμήμα της 4ης Διεθνούς (SFQI) διαδεχόμενη το Διεθνιστικό Κομμουνιστικό Κόμμα (PCI), στο οποίο είχε ενταχθεί λίγο καιρό νωρίτερα. Είναι πεπεισμένος για την αναγκαιότητα να υπάρχουν ρίζες που βυθίζονται στην εμπειρία του παρελθόντος για να σφυρηλατηθούν οι ιδέες, οι δράσεις και τα νέα εργαλεία για να αλλάξει ο κόσμος.

Καθ 'όλη τη διάρκεια της φλογερής δεκαετίας του 1970, ο Daniel δεν φείδεται των δυνάμεών του για να κάνει εφικτό αυτό που αντιλαμβάνεται ότι φυτρώνει πάνω στο έδαφος του Μάη του '68 στη Γαλλία, από το θερμό φθινόπωρο στην Ιταλία ως την Άνοιξη της Πράγας, από την επίθεση στο Tet στο Βιετνάμ ως την εξέγερση των φοιτητών στο Μεξικό και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Τότε σίγουρα δεν είναι ο μόνος που πιστεύει ότι η ιστορία «πιάνει από το λαιμό» μια ολόκληρη γενιά.

Από την αρχή ο Daniel τοποθετείται σ' ένα πεδίο διεθνούς και διεθνιστικής δράσης. Εκτός από τη συμμετοχή του στις εσωτερικές και εξωτερικές μάχες της Λίγκας (αργότερα LCR, μετά τη διάλυση το 1973 ύστερα από τη μεγάλη αντιφασιστική διαδήλωση κατά της Νέας Τάξης προκάτοχό του Εθνικού Μετώπου), γίνεται ένας δραστήριος ηγέτης της 4ης  Διεθνούς μέσα σε μια τεράστια διαδικασία για την οικοδόμηση και την επικαιροποίηση που τον οδηγεί συχνά εκτός Γαλλίας. Στην Ισπανία, με την LCR που την βοηθά να οικοδομηθεί με όλη του την ψυχή, και αργότερα στη Λατινική Αμερική, όπου η Διεθνής παίρνει μια ταχεία ανάπτυξη σε συνεργασία με δυνάμεις (ΣΜ: γκεβαρικοί) προσηλωμένες στην ακτινοβολία της κουβανικής επανάστασης. Συγχρόνως, ο Daniel διαδραματίζει καίριο ρόλο στην έναρξη της έκδοσης, στο τέλος του 1975,  της Rouze (Κόκκινο), εφημερίδα της LCR, και στη δημιουργία των Cahiers de la taupe (Τετράδια του Τυφλοπόντικα), πολιτικό περιοδικό εργατικής παρέμβασης, σε συνεργασία με τη Sophie τη σύντροφο του. Ο Daniel συνδυάζει θεωρία και πράξη, διαίσθηση και πολιτική, ιδέες και οργάνωση. Μπορεί, να διευθύνει την Ομάδα περιφρούρησης και την ίδια στιγμή να γράφει θεωρητικές εργασίες!

Στη μέση αυτής της ακούραστης δραστηριότητας, βρίσκει το χρόνο να συνεχίσει τη θεωρητική δουλειά τόσο σημαντική γι' αυτόν. Με τον Ερνέστ Μαντέλ και τον Charles-André Udry, ο Daniel συμβάλλει πλήρως, κυρίως κατά τη διάρκεια σεμιναρίων στελεχών της Διεθνούς, σε αυτό το εγχείρημα ιστορικής επανοικειοποίησης και ενημέρωσης. Μελετώντας  τη ρωσική, τη γερμανική, την ιταλική και την ισπανική επανάσταση, τα διδάγματα των Λαϊκών Μετώπων της δεκαετίας του 1930 ή την τραγική εμπειρία της Χιλής 1970-1973, ο Daniel συνδυάζει την ιστορία και το παρόν. Η συμβολή του στην ανάπτυξη προγραμμάτων δράσης και μανιφέστων της Λίγκας είναι εύκολα αναγνωρίσιμη γιατί είχε μια λαμπρή πένα και μια απαράμιλλη ποιότητα γραφής. Όλοι όσοι συμμετείχαν στις συνεδριάσεις στη Διεθνή ή τη Λίγκα διατηρούν την ανάμνηση της ικανότητάς του, όχι μόνο να πολλαπλασιάζει τις αναφορές, αλλά και να αναλύει το πλαίσιο της πολιτικής ή στρατηγικής συζήτησης, να περιβάλει τα διάφορα επιχειρήματά του για να υπογραμμίσει τον πλούτο και την πρωτοτυπία των ιδεών αφομοιώνοντάς τα για να ταιριάξουν σε μια συγκεκριμένη κατάσταση. Το 1975-1976, με την πορτογαλική επανάσταση, και ακόμη περισσότερο το 1979 με την επανάσταση των Σαντινίστας στη Νικαράγουα, το αποδεικνύει λαμπρά δίνοντας δύναμη στις επαναστατικές μαρξιστικές θέσεις σε ρήξη με τις κοινοτοπίες διαφόρων που παραδίδουν μαθήματα όλων των ειδών.

Η δεκαετία του 1980: Η αρχή του τέλους του προηγούμενου κόσμου

Η κάπως πρώιμη υπόσχεση -στο βιβλίο-  Μάης του 1968. Μια γενική πρόβα (2) δεν πραγματοποιείται. Ο Daniel, ακόμα πριν από την αρχή αυτής της δεκαετίας, αρχίζει ένα κριτικό προβληματισμό πάνω σε αυτό το οποίο ο ίδιος αποκαλεί, με χιούμορ, «ανυπόμονο λενινισμό». Δεν πρέπει να πετάξουμε το μωρό μαζί με τα νερά του μπάνιου, αλλά να επιστρέψουμε στις πηγές της στρατηγικής σκέψης. Αν η πολιτική είναι η πρόβλεψη των τρόπων και των μέσων για να αλλάξει η υπάρχουσα κατάσταση με την αλλαγή του συσχετισμού δυνάμης, τότε λοιπόν χρειάζεται κανείς ένα ενεργό και δημοκρατικό εργαλείο για να συζητήσει για αυτές τις διαμεσολαβήσεις με στόχο την ανάλυση της κατάστασης - με λίγα λόγια, την ανάπτυξη μιας στρατηγικής.

Η γενιά του 1968 έχει την τάση να θεωρεί ότι η ριζοσπαστικοποίηση που βλέπει να πραγματοποιείται μέσα σε όλη την κοινωνία είναι καθ' εαυτή φορέας επιθυμητών αλλαγών και ότι οι κατάλληλες «πρωτοβουλίες μέσα στη δράση» μπορούν να επιταχύνουν τα πράγματα. Μπορεί όμως να αποδειχθεί ότι αυτές οι πρωτοβουλίες δεν είναι παρά υποκατάστατα σε σχέση με τους ρυθμούς και τη δράση του μαζικού κινήματος, και ιδιαίτερα στον τομέα των δράσεων των Ομάδων περιφρούρησης ή αυτοάμυνας. Επιστρέφοντας εμμέσως, και ύστερα όλο και πιο άμεσα πάνω σε αυτές τις σκέψεις, κατά τη διάρκεια διαφόρων συζητήσεων στο εσωτερικό της Λίγκας και της Διεθνούς, ο Ντάνιελ ξαναπιάνει το νήμα της ανάπτυξης της στρατηγικής.

Στην εικοστή επέτειο του Μάη του 68, δημοσίευσε ένα βιβλίο (με τον Alain Krivine) όπου επανέλαβε τους προβληματισμούς του για τον απολογισμό της εξέγερσης των φοιτητών και της γενικής απεργίας χαράσσοντας εθνικές και διεθνείς προοπτικές πάνω στη νέα κατάσταση που ανοίγεται από αυτά τα σημαντικά γεγονότα (3) . Όλα αυτά διατηρούν την επικαιρότητά τους και παραμένουν ένα διεγερτικό ανάγνωσμα στο λήθαργο των σύγχρονων συζητήσεων. Εμπλουτίζει λοιπόν αυτές τις αντιλήψεις για να κάνει τον απολογισμό  του χρονικού διαστήματος για κάθε επαναστατική ωρίμανση, αυτό που αργότερα θα το ονομάσει «μια αργή ανυπομονησία».

Μελετά, λεπτομερώς με τη βοήθεια των βαθιών αναλύσεων του Έρνεστ Μαντέλ, τη στροφή της παγκόσμιας καπιταλιστικής οικονομίας που ξεκίνησε το 1973-1975, ημερομηνίες ορόσημα που πέρασαν σχεδόν απαρατήρητα, αλλά σηματοδοτούν το τέλος της περιόδου της μεταπολεμικής επέκτασης υπό την ηγεμονία των ΗΠΑ. Η ήττα των ΗΠΑ στο Βιετνάμ το 1975, είναι ο πολιτικός δείκτης του τέλους αυτού, αλλά πέρα από αυτό ο διεθνής καπιταλισμός (με τους ηγέτες και τους ιδεολόγους της) επιδιώκει να αναμορφώσει ένα σύστημα εκμετάλλευσης που δείχνει εμφανή σημάδια επιβράδυνσης.

Η άνοδος στην εξουσία του Ρήγκαν στις ΗΠΑ και σύντομα της Θάτσερ στη Μ.Βρετανία σηματοδοτούν την έναρξη μιας νέας περιόδου που τρέφεται στους κόλπους του νεοφιλελευθερισμού και της οικονομικής παγκοσμιοποίησης, με τις πρώτες μεγάλες κοινωνικές ήττες (ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας στις ΗΠΑ το 1981, Βρετανοί ανθρακωρύχοι το 1985). Στη Γαλλία, η εκλογή του Μιτεράν το 1981, μας κάνει να πιστέψουμε σε μια αντίθετη τάση. Αλλά διαλύεται γρήγορα στο νέο τοπίο με την επιστροφή της λιτότητας που ξεκίνησε το 1983. Παράλληλα, στον κόσμο του Ψυχρού Πολέμου, το σοβιετικό μπλοκ συγκλονίστηκε από την εξέγερση των Πολωνών εργαζόμενων υπό το ανεξάρτητο συνδικάτο Αλληλεγγύη στις αρχές του 1980. Ο κόσμος αρχίζει να αλλάζει. Και ανατρέπεται οριστικά με την πτώση του Τείχους του Βερολίνου το 1989, σηματοδοτώντας την κατάρρευση της ΕΣΣΔ το 1991 και την περαιτέρω επέκταση του καπιταλιστικού συστήματος σε όλο τον κόσμο, συμπεριλαμβανομένης της Κίνας, υπό την ηγεσία του Ντενγκ Χσιάο Πινγκ.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, ο Daniel καταλήγει στο τρίπτυχο «Νέα περίοδος, νέο πρόγραμμα, νέο κόμμα».
Αυτή η περίοδος λοιπόν είναι για τον Daniel, συγχρόνως μια κριτική επανεξέταση της προηγούμενης, και μια επιστροφή στις πηγές - στο Μαρξ για να διεκδικήσει τα κλειδιά για μια πιο βαθιά κατανόηση της κατάστασης - και, όπως συνήθως μια αντιπαράθεση στην πρακτική του μαχητικού ακτιβισμού (militantisme). Αφιερώνει πολύ ενέργεια στις πλούσιες συζητήσεις της Διεθνούς Σχολής στελεχών του Άμστερνταμ (που δημιουργήθηκε το 1982) προσεγγίζοντας όλα αυτά τα θέματα. Εν τω μεταξύ, καθημερινά περιορίζει  τη συμμετοχή του στη γαλλική ηγεσία για να επικεντρωθεί στις διεθνείς επεξεργασίες, τις οποία ο ίδιος θεωρεί ζωτικής σημασίας. Είναι το εργαστήριο για νέες προσεγγίσεις.

Η σχεδόν μόνιμη συμμετοχή του στη διαμόρφωση της καθημερινής δουλειάς στις μάζες που έμελλε να γεννήσει το Εργατικό Κόμμα στη Βραζιλία το 1982 είναι υποδειγματική στον τομέα αυτό. Βρίσκει εκεί την ευκαιρία να αναλογιστεί και να εργαστεί στην οριοθέτηση νέων στρατηγικών παραμέτρων που προκαλούνται από την κατάσταση, όχι μια επιστροφή στα λεγόμενα κλασική πρότυπα (ποια είναι αυτά άλλωστε;), αλλά, την οικοδόμηση ενός επαναστατικού μαρξιστικού ρεύματος («ταξικού», όπως λένε στη Λατινική Αμερική) το οποίο βασίζεται πάνω στην αριθμητική ενίσχυση και αγκαλιάζει την ταυτόχρονη κοινωνική αλλαγή της εργατικής τάξης σε παγκόσμιο καπιταλιστικό επίπεδο, όντας σε θέση να επεξεργαστεί τις προγραμματικές και στρατηγικές απαντήσεις για την αλλαγή ενός κόσμου που και ο ίδιος βρίσκεται σε αλλαγή.

Προσεγγίζει αυτό το φιλόδοξο εγχείρημα μελετώντας χιλιάδες σελίδες στα γαλλικά φυσικά, αλλά και στα αγγλικά, ισπανικά, πορτογαλικά, ιταλικά (για τον Γκράμσι), στα γερμανικά (για τον Μαρξ). Και όλα αυτά χωρίς ποτέ να παραμελεί τον πιο πεζό ακτιβισμό!
Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, η έναρξη της νόσου η οποία έμελλε να τον καταβάλει, τον ωθεί να καθορίσει τις προτεραιότητές του, για να επικεντρωθεί σε αυτό που ο ίδιος περιγράφει ως το έργο του ως «οδοιπόρου» ενός δημιουργικού και γόνιμου μαρξισμού.

Οι δεκαετίες 1990 και 2000: ξαναπιάνοντας το νήμα από την αρχή

Στα τέλη της δεκαετίας του 1980, όταν η νεοφιλελεύθερη αντιμεταρρύθμιση χτυπά ήδη τα τύμπανα των media πριν να κηρύξει τα οφέλη της παγκοσμιοποίησης, διαπιστώνει: «Ακόμα και η ιδέα της επανάστασης η οποία μέχρι χθες ακτινοβολούσε από ευτυχισμένη ουτοπία απελευθέρωσης και γιορτής, φαίνεται να έχει μαυρίσει». Η δεκαετία του 1990 ήταν τα χρόνια της έντονης ιδεολογικής αντίδρασης στο πλαίσιο της ανόδου της παγκοσμιοποίησης. Ο Daniel έχει δουλέψει σκληρά, χωρίς οικονομία δυνάμεων, μέχρι να περάσουν τα γκρίζα χρόνια.

Ποτέ δεν θεώρησε το έργο που έχει αναλάβει σαν έργο συντηρητή μουσείου. Αλλά μέσα σε αυτή την καταιγίδα όπου ο καπιταλισμός φαίνεται να θριαμβεύει και ο σοσιαλισμός να έχει απαξιωθεί με τη μαζική και δικαιολογημένη απόρριψη αυτών που ισχυρίζονταν ότι είναι «πραγματικά υπαρκτός» μέσα από καθεστώτα τόσο δεσποτικά όσο και ανίκανα. Ο Daniel παραμένει προσηλωμένος στη σημασία της στιγμής: Δεν πρέπει να αφήνουμε την ανάλυση αυτού του απολογισμού σε εκείνους που υποστηρίζουν τις αρετές της αγοράς ή τους συνοδοιπόρους τους. Πρέπει να σώσουμε από την ιστορική κατάρρευση του σταλινισμού τις ιδέες του σοσιαλισμού, του κομμουνισμού, την ίδια την ιδέα της επανάστασης. Για το σκοπό αυτό, είναι απαραίτητο να γίνει ο απολογισμός του αιώνα, να αναγνωριστεί το μέγεθος της σταλινικής αντεπανάστασης, η οποία υπερέβαινε κατά πολύ οτιδήποτε θα μπορούσε κανείς να φανταστεί. Υπάρχει ένας κίνδυνος: να προκαλέσουμε εμείς οι ίδιοι μια πτώση, που την ελπίζαμε τόσο πολύ- αλλά στη αντίθετη κατεύθυνση τη μορφή που τελικά πήρε! Ο Daniel μοιράζεται μαζί μας μια μεγάλη απαίτηση: να ξαναδούμε τη Ρωσική Επανάσταση, από τις απαρχές της, για να αντλήσουμε όλα τα πιθανά διδάγματα, ειδικά στα δημοκρατικά ζητήματα. Είναι μια ζωτική αναγκαιότητα να κάνουμε το διαχωρισμό στα επαναστατικά κεκτημένα των ετών 1917-1924 και της σταλινικής αντεπανάστασης που αρχίζει με το τέλος της φοβερής δεκαετία του είκοσι. Μια κοινή κατανόηση των γεγονότων και των καθηκόντων είναι απαραίτητη για να αντιμετωπίσουμε τη νέα ιστορική περίοδο.

«Νέα εποχή, νέο πρόγραμμα, νέο κόμμα» λοιπόν. Όμως, πολλά ερωτήματα παραμένουν ανοιχτά. Οι δρόμοι και τα μονοπάτια της επανάστασης πρέπει να επανεφευρεθούν. Ο Daniel είναι πεπεισμένος για την ανάγκη οι επαναστάτες να προσεγγίσουν τη νέα κατάσταση έχοντας πλήρως συνειδητοποιήσει τα σημεία αναφοράς και τα κεκτημένα που προέρχονται από τους ταξικούς αγώνες του παρελθόντος. Κανείς δεν αρχίζει ποτέ από το μηδέν. Πρέπει πάντα να ξεκινά «από τη μέση», για να δανειστώ μια φράση από φιλόσοφο Ζιλ Ντελέζ τον οποίο ο Daniel του άρεσε να παραθέτει.

 Μετά τις αρχές της δεκαετίας που κυριάρχησαν οι θεωρίες του Φουκουγιάμα για τον καπιταλισμό ως τέλος της ιστορίας, οι αντινεοφιλελεύθερες εξεγέρσεις στη Γαλλία το 1995, με κορυφή τη μεγάλη απεργία των σιδηροδρόμων, η άνοδος του κινήματος κατά της παγκοσμιοποίησης με τις διαμαρτυρίες του Σιάτλ, όπως και οι εξαιρετικές κοινωνικές κινητοποιήσεις στη Λατινική Αμερική, αλλάζουν το παγκόσμιο πολιτικό κλίμα. Η ώρα της αντίστασης ενάντια στις νεοφιλελεύθερες αντιμεταρρυθμίσεις έφτασε.

Εκατοντάδες χιλιάδες νέων μέσω του Παγκόσμιου Κοινωνικού Φόρουμ, φωνάζουν: «Ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός». Ο Daniel προσθέτει: «Ναι, αλλά πρέπει να ξέρουμε ποιος είναι αυτός ο κόσμος και πώς να τον αποκτήσουμε». Επιμένει πάνω στο στρατηγικό ερώτημα: ποιοι είναι οι προγραμματικοί άξονες; Ποιες είναι οι κοινωνικές δυνάμεις; Ποιές είναι οι σχέσεις μεταξύ των θεσμών και της κινητοποίησης; Ποιες είναι οι προοπτικές της εξουσίας; Ο Daniel αντιμετωπίζει αυτά τα ζητήματα σε πολλές παρεμβάσεις κατά τη διάρκεια των συζητήσεων με τους Ζαπατίστας στο Μεξικό ή σε πολεμικές με τις άλλες δυνάμεις της ριζοσπαστικής αριστεράς. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι η ισπανική εφημερίδα Publico τιτλοφορεί το αφιέρωμά της στον Daniel γράφοντας: «Η επανάσταση έχασε το στρατηγό της».

Κατά τη διάρκεια αυτών των ετών, συνέχισε τη συνεργασία του με Βραζιλιάνους ακτιβιστές για να οικοδομήσουν μια επαναστατική τάση μέσα στο Κόμμα των Εργατών (PT) της Βραζιλίας. Πρόκειται για τη συνάθροιση ακτιβιστών και ομάδων με διαφορετικά υπόβαθρα για το σχηματισμό μιας ενιαίας τάσης. Εκεί αφιερώνει όλη την ενέργειά του. Ο Λούλα εξελέγη Πρόεδρος της Δημοκρατίας το 2003. Όταν η πλειοψηφία των συντρόφων μας στην ηγεσία του PT αποφάσισε να συμμετάσχει στην σοσιαλφιλελεύθερη κυβέρνηση του Λούλα, ο Daniel προσπαθεί πρώτα να τους πείσει για το λάθος τους και, αφού απέτυχε, να αναλάβει την πρωτοβουλία για τη ρήξη. Είναι γι' αυτόν ένα πολιτικό, ηθικό και προσωπικό πλήγμα, όμως μέσα σε αυτή την κρίση, ούτε μια στιγμή δεν προδίδει τις πολιτικές αρχές που θεωρεί ζωτικής σημασίας: την πλήρη ανεξαρτησία απέναντι στην αστική εξουσία, απόρριψη κάθε Realpolitik, κάθε συμβιβασμό με την καθεστηκυία τάξη.

Έκτοτε, θα δώσει προτεραιότητα στη σκέψη και τη θεωρητική και προγραμματική επεξεργασία: την ιστορία των πολιτικών ιδεών, το ξαναδιάβασμα του Κεφαλαίου  του Καρλ Μαρξ, τον απολογισμό του αιώνα και των επαναστάσεών του και κυρίως της Ρωσικής Επανάστασης. Όμως δεν αρκείται σ' αυτό. Εργάζεται, επίσης, πάνω στην οικολογία, το φεμινισμό, τις ταυτότητες και το εβραϊκό ζήτημα, την ανάπτυξη μιας νέας πολιτικής για την επαναστατική αριστερά ενάντια στην καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση. Συμμετέχει τακτικά στο Παγκόσμιο Κοινωνικό Φόρουμ του κινήματος για την εναλλακτική παγκοσμιοποίηση. Είναι συνεχώς σε δράση και εκσυγχρονίζοντας  το όραμά του για τον κόσμο, προσπαθώντας να μεταδώσει την αποφασιστικότητα και τη δίψα του να κατανοήσει και να δράσει.

Χρειάστηκαν τελικά περίπου είκοσι χρόνια για να αλλάξει ο αιώνας από τον 20ο στον 21ο, ανάμεσα στην κατάρρευση του σοβιετικού μπλοκ, το 1992 και το ανάλογο αυτού του σεισμού με τη συστημική κρίση του καπιταλισμού που ξεκίνησε το 2008. Ο Daniel είχε την ικανοποίηση να δει να ενώνονται οι δύο αυτοί σεισμοί ανοίγοντας νέα πεδία για προβληματισμό, αλλά και δράση. Στη Γαλλία, η επιτυχία της προεδρικής εκστρατείας του 2002 οδήγησε στην ίδρυση του NPA το 2009. Ο Daniel παίζει ένα κεντρικό ρόλο, χάρη στην διανοητική του θέση, αλλά εμπλέκεται επίσης με συγκεκριμένο τρόπο για να νικήσει τους δισταγμούς και να χαράξει το δρόμο μιας ανανέωσης που τόσο πολύ επιθυμούσε. Δεν θέλει να καταλάβει καμία ευθύνη διαχείρισης, πιστός στον ρόλο του προσεκτικού οδοιπόρου. Ο Daniel αποφασίζει να συνδυάσει την έναρξη της νέας οργάνωσης επανεκδίδοντας το περιοδικό  «Contretemps» (Κόντρα στον καιρό) και ιδρύοντας το ινστιτούτο Louise Michel, πλαίσιο συζήτησης και προβληματισμού για τη ριζοσπαστική σκέψη.

Ο Daniel συχνά μιλά για «μαρξισμούς» (ή «τροτσκισμούς») στον πληθυντικό. Ο δικός του, τροφοδοτείται με την ιστορία των πολιτικών ιδεών, απαλλαγμένος από κάθε ντετερμινισμό. Δίνει έναν κεντρικό ρόλο στην παρέμβαση μέσα στην ταξική πάλη, και στην πολιτική βούληση. Επαναφέρει στο φως την περίφημη φράση του Μαρξ: «Στις δεδομένες συνθήκες, οι άνθρωποι φτιάχνουν οι ίδιοι την ιστορία τους». Ο Daniel εξασφαλίζει τόσο την ιστορική συνέχεια ενός κριτικού, ανοιχτού, δημιουργικού επαναστατικού μαρξισμού και την προσαρμογή στις αλλαγές της νέας εποχής, με ορίζοντα τον επαναστατικό μετασχηματισμό της κοινωνίας. Η κληρονομιά του είναι απαραίτητη για να άρει την σύγχυση μεταξύ σταλινισμού και κομμουνισμού, απελευθερώνοντας τους ζωντανούς από το βάρος των νεκρών, γυρίζοντας σελίδα στην απογοήτευση.

Δίνει στο τελευταίο του έργο τον τίτλο ενός μανιφέστου: «Δυνάμεις του κομμουνισμού». Επιστρέφει στις ρίζες του αγώνα για την χειραφέτηση, τις θεμελιώδεις προγραμματικές ιδέες του Μαρξ, απελευθερωμένες από την υλιστική ή μηχανιστική πρωτογενή μήτρα τους, για να ξαναβρεί το επαναστατικό πνεύμα.

Χτυπημένος από τη νόσο, κυριαρχεί απάνω της, σκεπτόμενος γράφοντας δουλεύοντας τις ιδέες του, χωρίς ποτέ να τις χειρίζεται σαν μια κληρονομιά εισοδηματία, χωρίς να αρνείται ούτε ταξίδια, ούτε συσκέψεις, ούτε απλές συναντήσεις. Ο Daniel όρισε στον εαυτό του το καθήκον να επιβεβαιώσει την ευρωστία των βασικών θέσεών μας και να τις μεταδώσει στην νεότερη γενιά. Το κάνει με όλη την καρδιά και τις δυνάμεις του. Οι παρεμβάσεις του στο Διεθνές Ινστιτούτο του Άμστερνταμ, στις κατασκηνώσεις των νέων της 4ης  Διεθνούς, στα θερινά πανεπιστήμια της LCR και ύστερα του NPA, σε πολλά δημόσια συνέδρια, παραμένουν ζωντανά στη μνήμη μας. Η πρόσκληση για δράση είναι πάντα παρούσα, αλλά πήρε μια ώριμη μορφή σε σύγκριση με τον ενθουσιασμό της νεότητας. Ως το τέλος η σκέψη του παραμένει αυστηρή και διεισδυτική.

Ο σεβασμός και η αγάπη, μέσα και έξω από το κόμμα του, τον περιέβαλλαν μέχρι το θάνατό του. Θεωρούμε μεγάλη τύχη που μπορέσαμε να έχουμε πλάι μας ένα τόσο αξιοσημείωτο, ακέραιο και αποφασισμένο άνθρωπο. Ήταν πάντα μια γιορτή να τον διαβάζουμε, να τον ακούμε, να συζητάμε επί μακρόν μαζί του. Ήταν ζεστός, ενδιαφερόταν για τους άλλους, ανήσυχος να μοιραστεί τον ενθουσιασμό του, ακατάβλητος από τις αντιξοότητες, και η επιθυμία του ήταν να μην χάσει κανένα από τα «σταυροδρόμια του πιθανού» όπως του άρεσε να λεει. Παραμένει παρόν με το χαμόγελό του, τα μάτια του το διεισδυτικό του βλέμμα, την οξυμένη του εξυπνάδα.

«Αγανακτισμένος» κάθε στιγμή

 Η «συνέχεια» είναι η φλογερή υποχρέωση που μας αφήνει, η συνέχεια πέρα από τις δυσκολίες και τις κοινωνικές πολιτικές παλίρροιες. Του Daniel του άρεσε να εμπνέεται από τους αιρετικούς του εργατικού κινήματος και της κυρίαρχης σκέψης. Γνωρίζουμε το δέσιμό του με τον Walter Benjamin και τη «μεσσιανική φρουρά» του, με τον Charles Peguy οπαδό από την αρχή του Ντρέϊφους, χριστιανό αντικληρικό και αυθεντικό σοσιαλιστή. Είναι λιγότερο γνωστή η αγάπη του για τον Αύγουστο Μπλανκί, «αιρετικό κομμουνιστή», όπως τον αποκαλούσε, με τον Michael Löwy, στενό του συνεργάτη. Τον παρέθετε συχνά: «Πάντα ο αγώνας, προπάντων ο αγώνας, αγώνας μέχρι το τέλος», αφήνοντας τα χνάρια του μαζί με άλλους ανυπότακτους ενάντια στους «μοιρολάτρες της ιστορίας» και άλλους «λάτρεις των τετελεσμένων γεγονότων».

Πρέπει να συνεχίσουμε να αντιμετωπίζουμε τις τεράστιες προκλήσεις που τίθενται από την έκρηξη της χρηματοπιστωτικής κρίσης το 2008. Η παγκόσμια κρίση του συστήματος εγκυμονεί κοινωνικές, οικονομικές, περιβαλλοντικές και πολιτικές αναταραχές. Αυτά τα τελευταία χρόνια, ο Daniel παρακολουθούσε πυρετωδώς κάθε επεισόδιο. Από τις συνέπειες της κατάρρευσης της αμερικανικής τράπεζας Lehman Brothers μέχρι την αποτυχία της διάσκεψης κορυφής της Κοπεγχάγης για την υπερθέρμανση του πλανήτη, κανένα γεγονός δεν του ξεφεύγει. Διέβλεψε την αναγγελία της ιστορικής μετάβασης που συμβαίνει μπροστά στα μάτια μας. Η καπιταλιστική μηχανή ελπίζει να ξεπεράσει την υπερπαραγωγή και υπερσυσσώρευση του κεφαλαίου με τίμημα την κοινωνική οπισθοδρόμηση, αυτή είναι η αναδιοργάνωση του κόσμου με το σταδιακό τέλος της ηγεμονίας των δύο υπερδυνάμεων, των ΗΠΑ και της Ευρώπης, είναι ο τρόπος παραγωγής και κατανάλωσης που βρίσκεται στο τέλος του έχοντας πρώτα εξαντλήσει τους φυσικούς πόρους. Ο Daniel ένιωθε ότι αυτή η ιστορική εξέλιξη θα άνοιγε την πόρτα σε νέες δυνατότητες και αντιστάσεις. Δεν χαιρόταν, παρ' όλα αυτά, με την κατάσταση, έχοντας επίγνωση ότι απουσία ριζοσπαστικών πολιτικών αλλαγών, οι λαοί θα επωμιστούν το κύριο βάρος της κρίσης. Ωστόσο, δεν έπαυε, να απολαμβάνει τις πολιτικές μεταστροφές και τα ακροβατικά των «νικητών του χθες» μιλώντας στο εξής για μια κρίση σε θέση να βουλιάξει το σύστημα σαν ένα κάστρο από άμμο, ενώ χρόνια πριν, οι ίδιοι θα στοιχημάτιζαν στο «τέλος της ιστορίας» και σε έναν καπιταλισμό «ανυπέρβλητο ορίζοντα της ανθρωπότητας». Ο Daniel αναλογιζόταν την διαδρομή του...

Αντιμέτωπος με τους αλαζονικούς και περιφρονητικούς υποστηρικτές της μοναδικής σκέψης, ο Daniel άντεξε ως φωνή της αντίστασης στα σημεία των καιρών. Αναπτύσσοντας μιας ανοιχτή και διορατική σκέψη, υπερασπίστηκε την ανάγκη για ένα σχέδιο χειραφέτησης ενάντια στο δίκαιο της καπιταλιστικής ζούγκλας με έξυπνα και κατανοητά επιχειρήματα. Έτσι πέτυχε το διπλό άθλο του να ξαναδώσει σε πολλούς ακτιβιστές οι οποίοι είχαν δίκαια κλονιστεί, την χαμένη υπερηφάνεια τους να είναι μαρξιστές και κομμουνιστές και στους νέους ακτιβιστές νέα όπλα, μέσα σε έναν κόσμο όπου αυτές οι αρετές περιφρονούνταν, προκειμένου να τους παροτρύνει να συνεχίσουν. Στα μάτια αυτής της νέας πολιτικής γενιάς που συμμετέχει στην αναβίωση των κοινωνικών κινημάτων, ο Daniel είναι ο βαρκάρης των ιδεών, ο αδάμαστος κόκκινος επαναστάτης με την πνευματική δύναμη, η οποία, παρά τις δυσκολίες, συνέβαλε στο να στερήσει από τους νικητές του χθες, τους πανηγυρισμούς για την  ολοκληρωτική νίκη. Φυσικά, ο Daniel θα υποστηρίξει με το διεθνιστικό και αντιιμπεριαλιστικό πάθος που είχε τις αραβικές επαναστάσεις. Το κίνημα των αγανακτισμένων κέντρισε τον προβληματισμό και τη δράση του. Η μάτια του και τα γραπτά του σ' αυτά τα θέματα μας λείπουν ήδη οδυνηρά.

Σημειώσεις:

1. Daniel Bensaid,  Μια αργή ανυπομονησία , Une lente impatience, Stock, Paris, 2004.
2. Daniel Bensaid, Henri Weber,  «Μάιος 1968. Μια γενική πρόβα» , Mai 1968. Une répétition générale, Maspero, Paris, 1969. 3. Daniel Bensaid, Alain Krivine, «Εξεγερμένοι και μετανοημένοι» Mai si! Rebelles et repentis, La Brèche, Paris, 1988.

 

Τα περιεχόμενα του βιβλίου

François Sabado, (dir.), Daniel Bensaïd, l'intémpestif, Paris, éd. La Découverte, coll. «Cahiers libres» 2012. (σελίδες: 200, τιμή: 17 €)
1. Μάχομαι και σκέφτομαι, των Charles Michaloux, François Sabado, Olivier Besancenot
2. Ένας αιρετικός κομμουνιστής, του Michael Löwy
3. Διαδρομή και πορεία, με Samy Johsua
4. Η έννοια της ενόχλησης, από τον Philippe Pignarre
5. Η επικαιρότητα μια ριζοσπαστικής φιλοσοφίας απέναντι στις προκλήσεις της φιλοσοφίας του εδώ και τώρα (presentism), του Philippe Corcuff
6. Ο θρυμματισμένος χρόνος της πολιτικής, του Alex Callinicos
7. «Η γυναίκα είναι το μέλλον του φάσματος;» Με Cinzia Arruzza
8. Το ζήτημα του φεμινισμού, από Josette Trat
9. Η διαρκής επανάσταση, από τον Pierre Rousset
10. Βραζιλία, του João Machado
11. Στην υπεράσπιση του κομμουνισμού, της Catherine Samary
12. Σχετικά με τους αγανακτισμένους, της Esther Vivas
13. Η Διεθνής, του François Sabado
14. Όταν η ιστορία μας απογοητεύει: Μια συνέντευξη με τον Daniel Bensaid

Διάθεση: http://www.editionsladecouverte.fr/catalogue/index-Daniel_Bensaid__l_int...

 

Ετικέτες