(130 χρόνια από τη γέννησή του και 60 από το θάνατό του)

Ο Ν. Εγγονόπουλος αναφέρει πως ο Φώτης Κόντογλου είναι ένας από τους τρεις μεγάλους του Μεσοπολέμου, μαζί τον ποιητή Κ. Καρυωτάκη και τον ζωγράφο Κ. Παρθένη.(1) Γεννήθηκε στο Αϊβαλί το 1895. Ήταν το τέταρτο παιδί της οικογένειας και ορφάνεψε από πατέρα την ίδια χρονιά. Το πραγματικό του επώνυμο ήταν Αποστολέλλης. Την μετέπειτα φροντίδα του, καθώς και τον αδελφών του, ανέλαβε ο αδελφός της μητέρας του, Στέφανος Κόντογλου, ηγούμενος της Μονής της Αγίας Παρασκευής Κυδωνιών (Αϊβαλί), από τον οποίο αργότερα πήρε και το επώνυμό του. Από τον θείο του επηρεάστηκε στην προσήλωσή του στον χριστιανισμό και την Ορθοδοξία.

Από πολύ μικρός είχε κλίση στη ζωγραφική και του άρεσε πολύ το διάβασμα και το γράψιμο, ενώ όταν ήταν νέος έκανε και πολλά ταξίδια. Οι γνώσεις του, ιδιαίτερα για την δυτική τέχνη, ήταν πλούσιες. Συμμετείχε σε περιοδικά κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου, ενώ έγραψε και πολλά λήμματα για μεγάλους ζωγράφους της Δύσης, στη γνωστή εγκυκλοπαίδεια του Ελευθερουδάκη, τους οποίους αργότερα, αδίκως απέρριψε και με βαρείς χαρακτηρισμούς. Σπούδασε την βυζαντινή ζωγραφική, στην οποία αφοσιώθηκε μέχρι το τέλος της ζωής του, το 1965. Αναβίωσε τη βυζαντινή αγιογραφία, εγκαινιάζοντας μια στροφή στη θρησκευτική παράδοση, την Ορθοδοξία και την ελληνικότητα, σε αντίθεση με τις δυτικές επιρροές. Ταξίδεψε πολλές φορές στο Άγιον Όρος, όπου εργάστηκε αντιγράφοντας αγιογραφίες ή ζωγραφίζοντας δικά του έργα. Υπήρξε μοναδικός στην αποκατάσταση φθαρμένων τοιχογραφιών. Ζωγράφισε πολλές εκκλησίες, ενώ φιλοτέχνησε και έργα μη θρησκευτικού περιεχομένου, πάντοτε όμως με τη βυζαντινή τεχνοτροπία, όπως επισημαίνει ο Ν. Εγγονόπουλος.(2) Σύμφωνα με τον Γ. Κόρδη, «Η κορύφωση της ‘‘κοσμικής’’ εικαστικής του διαδρομής είναι οι τοιχογραφίες στο Δημαρχείο της πόλεως των Αθηνών με τις μνημειακών διαστάσεων συνθέσεις του στις οποίες ο ‘‘βυζαντινός’’ ζωγραφικός τρόπος χρησιμοποιείται για να αποδοθούν σε υπέροχο σμίξιμο σκηνές από ολόκληρη την ιστορία και την μυθολογία των Ελλήνων».(3)

Ο Κόντογλου υπήρξε βαθιά θρησκευόμενος άνθρωπος, εισηγητής της ελληνορθόδοξης παράδοσης τόσο στη λογοτεχνία όσο στις εικαστικές τέχνες. Αλλά, παρά την χριστιανική του αγάπη για τους ανθρώπους είχε έντονη την ανάγκη της ησυχίας, της μοναχικότητας, της ξεκούρασης, της απομάκρυνσης, της φυγής. Συχνά επιζητούσε ένα τρόπο ζωής μοναστικό και ασκητικό. Έλεγε πως ενώ οι άνθρωποι θέλουν να φύγουν από την πολιτεία για να ξεκουραστούν, ωστόσο «κουβαλάνε μαζί τους όλη την πολιτεία, δηλαδή όσα λένε πως σιχαίνονται και θέλουνε τάχα να ξεφύγουνε και να τα λησμονήσουνε. […] ξεχνάνε γιατί φύγανε, και μιλάνε ολοένα για τις δουλειές τους, για τις δικές τους, για τα λεφτά τους, για τα κέρδη και τις ζημιές τους».(4) Όμως, ακόμη και μέσα στην Αθήνα, ο Κόντογλου παρέμενε άνθρωπος της ησυχίας και της απλότητας. Έλεγε χαρακτηριστικά: «Αγάπησε την σιωπή, την μοναξιά που πλουτίζει την ψυχή, την απλή ζωή, τα ταπεινά πράγματα. Αν το κατορθώσης, φύγε μακριά απ’ την πόλι, και αν είσαι, αλλοίμονο, δεμένος μ’ αυτήν, κλείσε την πόλι από το σπίτι σου, κάνε το κελλί σου καταφύγιο, τόπον ειρήνης αι ησυχίας, τόπο σιωπής και απλότητας, κατοικητήριον Θεού». Και συνέχιζε: «Ο άνθρωπος είναι σε όλα αχόρταγος. Θέλει να απολάψη πολλά, χωρίς να μπορή να τα προφτάξη όλα. Και βασανίζεται».(5)

Αυτή η εξαφάνιση της ηρεμίας και της απλότητας είναι που γεννούσε μέσα του μια κραυγή αγωνίας. Όμως, το αίτημα της απλότητας αποτελεί «πρωτογενή αντίδραση της ανθρώπινης ψυχής», όπως σημειώνει ο Μ. Νοβακόπουλος. Συνδέοντάς το με τη σύγχρονη πραγματικότητα παρατηρεί ότι «Σε μια εποχή πρωτοφανούς άγχους, αντιφάσεων, εναλλαγών γρήγορων που δεν φτάνει ο άνθρωπος να τις συλλάβει […] η επιδίωξη της απλότητας συνδέεται με όλες τις χρηστές καταστάσεις του πνεύματος, τη γαλήνη, την ισορροπία, τους φυσιολογικούς ρυθμούς, τις αληθινές σχέσεις, τη σταδιακή πρόσληψη και επεξεργασία των αλλαγών».(6)

Από τα προαναφερθέντα είναι δυνατό να συμπεράνουμε πως η προσωπική και καλλιτεχνική στάση του Κόντογλου, υπαγορευόταν από τον χριστιανισμό ως τρόπο ζωής. Έτσι, διαμορφώθηκε «σε τύπο εξωκοινωνικό, που η ζωή των πόλεων με τα κοινωνικά της ενδιαφέροντα τον άφηνε παγερά αδιάφορο», όπως επισημαίνει η Έλλη Αλεξίου.(7) Βέβαια, αυτή του η στάση και πίστη τον οδηγούσε σε απολυτότητες και δογματισμούς. Για παράδειγμα, δεν συμπαθούσε το θέατρο, το οποίο θεωρούσε ταπεινή ψυχαγωγία, καθώς επίσης και την αρχαία ελληνική φιλοσοφία, ενώ θεωρούσε ξενόφερτο οτιδήποτε προερχόταν από τη Δύση.(8) «Η θρησκευτικότητα και η αδιαλλαξία του τον οδήγησαν συχνά και στην άρνηση της τέχνης»,(9) και συνεπώς της δυτικής ζωγραφικής. Το επιβεβαιώνει και ο Σ. Σόρογκας: «[…] η πλήρως απορριπτική του κρίση, στη συνέχεια, για κάθε άλλη τέχνη πλην της ορθόδοξης αγιογραφίας και η ισοπεδωτική άποψή του για τους ζωγράφους της Αναγέννησης (‘‘κανένας απ’ αυτούς δεν αξίζει μια πεντάρα’’), με άφησαν άφωνο».(10) Έτσι, στην ουσία απέκλειε την κουλτούρα άλλων λαών και πολιτισμών.  

Ο Κόντογλου, αν και έζησε σε δύσκολες εποχές με συνεχείς ανατροπές και καταστροφές (Μικρασιατική καταστροφή, Κατοχή, Εμφύλιος, διώξεις αριστερών κ.λπ.), εντούτοις δεν αποτύπωσε στο έργο του αυτές τις καταστάσεις. Δεν συνδέθηκε με τις κοινωνικές μεταλλαγές, παρότι στην Κατοχή αναγκάστηκε να πουλήσει το σπίτι του για να ζήσει την οικογένειά του. Απεναντίας, τα γεγονότα αυτά τον οδήγησαν σε ένα νέο πνευματικό στάδιο, με μοναδικό του καταφύγιο την Ορθοδοξία και την αγιογραφία.(11) Η θρησκευτικότητά του τον έφερνε σε συντηρητική στάση, που ταυτόχρονα τον ωθούσε να ζει μια ζωή ακύμαντη «μέσα σε μια κοινωνία που παράδερνε μέσα στις θανατερές θύελλες, που οι άνθρωποί της παράδερναν συντρίμμια παλεύοντας να περισωθούν», όπως σημειώνει η Αλεξίου.(12) Το αποτέλεσμα ήταν η απομάκρυνσή του από κοινωνικούς προβληματισμούς, μένοντας ουσιαστικά απρόσβλητος από αυτούς.

Παρ’ όλα αυτά, το καινούργιο που έφερε στην λογοτεχνία, ο Κόντογλου, ήταν η γλώσσα και το ύφος. Αυτό φαίνεται ιδιαίτερα στα βιβλία του, όπως ο Πέδρο Καζάς, το οποίο εκδόθηκε το 1920 και η Βασάντα (1924). Όσον αφορά τη ζωγραφική του, εξακολουθεί να συγκεντρώνει τον γενικό θαυμασμό. Δημιούργησε σχολή (τεχνοτροπία) και επηρέασε αρκετούς ζωγράφους της λεγόμενης Γενιάς του 1930.

Υποσημειώσεις

(1) Ν. Εγγονόπουλος, «Για τον Κόντογλου», στον συλλογικό τόμο με τίτλο: Μνήμη Κόντογλου, εκδόσεις Αστήρ, Αθήνα 1975, σελ. 33.

(2) Ν. Εγγονόπουλος, «Για τον Κόντογλου», ό.π., σελ. 36.

(3) Γ. Κόρδης, «Φώτης Κόντογλου: Η αναζήτηση μιας πολιτισμικής ιδιοπροσωπίας», περιοδικό Άρδην, Φεβρουάριος-Μάρτιος 2024, τεύχος 128, σελ. 49.

(4) Αναφέρεται στο Α. Καλόμοιρος, «Ο εραστής της ησυχίας», στο Μνήμη Κόντογλου, ό.π., σελ. 84.

(5) Αναφέρεται στο Α. Καλόμοιρος, ό.π., σελ. 90 και 93.

(6) Μ. Νοβακόπουλος, «Το ευαγγέλιο της απλότητας», περιοδικό Άρδην, ό.π., σελ. 54.  

(7) Έλλη Αλεξίου, «Μικρός το δέμας αλλά…», στο Μνήμη Κόντογλου, ό.π., σελ. 176.

(8) Α. Μινωτής, «Φώτης Κόντογλου, ο πιστός της ουσίας», στο Μνήμη Κόντογλου, ό.π., σελ. 166.

(9) Ρ. Κοψίδης, «Ένας αντρειωμένος της τέχνης», περιοδικό Άρδην, ό.π., σελ. 39.

(10) Σ. Σόρογκας, «Η ελπιδοφόρα ‘‘ζούρλια’’ του Φώτη Κόντογλου», περιοδικό Άρδην, ό.π., σελ. 56.

(11) Γ. Καραμπελιας, «Ο δαιμόνιος Αϊβαλιώτης. Ο Φώτης Κόντογλου & η μεταβυζαντινή ζωγραφική», περιοδικό Άρδην, ό.π., σελ. 43.

(12) Έλλη Αλεξίου, «Μικρός το δέμας αλλά…», στο Μνήμη Κόντογλου, ό.π., σελ. 184.

*Αναδημοσίευση από την ηλεκτρονική σελίδα της Εφημερίδας των Συντακτών, 30-12-2025.

Ετικέτες