Ερωτήματα για τον κοσμοπολιτισμό της έρευνας της αναπηρίας, την ιστορία της και τον ρόλο των σύγχρονων πολιτιστικών ιδρυμάτων στην Ελλάδα.

Στο άρθρο αυτό θα προσπαθήσω να διατυπώσω κάποιες σκέψεις μου για την έρευνα της αναπηρίας στο πλαίσιο ενός συνεχιζόμενου διαλόγου για το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον των κοινωνικών επιστημών και την πορεία των ιδρυμάτων στην Ελλάδα, σκέψεις που σε καμία περίπτωση δεν αποτελούν ένα συμπαγές αποκρυστάλλωμα της ερωτηματοθεσίας αλλά προχωρώ σ' αυτές πιστεύοντας ότι ανοίγουν τις ερωτήσεις προς μια πολλαπλή αναδιατύπωση τους. Στο πλαίσιο του ραγδαία μεταβαλλόμενου κόσμου, ο κοσμοπολιτισμός της αναπηρίας αναφέρεται ως πεδίο αναζήτησης στην κοινωνική έρευνα και ενισχύεται η αίσθηση ότι η αναπηρία αποτελεί τη φόρμα για την καταγραφή  των συμφραζομένων μιας δυναμικής διαδικασίας ταυτοποίησης  των ανάπηρων ατόμων. Από την εποχή του Κοινωνικού Μοντέλου της Αναπηρίας όπως αναπτύχθηκε κυρίως στη  Μ. Βρετανία (δεκαετίες του '80 και '90) μέχρι την ανάπτυξη της πολυφωνικής εμπειρίας της αναπηρίας τις τελευταίες δύο δεκαετίες στις Η.Π.Α, η μελέτη της αναπηρίας  ακολούθησε τις κυρίαρχες τάσεις στον χώρο των κοινωνικών επιστημών. Αναδείχθηκε ένας ιδιότυπος κοσμοπολιτισμός, πότε με ταξικό πρόσημο (Abberley 1987), πότε ως κοινωνικά προσδιορισμένη συνθήκη άμεσα συνδεδεμένη με τις ευρύτερες διεργασίες του όρου «κοινωνία» (Oliver 1990, 1996) και πότε μέσω της διερεύνησης των κοινωνικών και πολιτισμικών προσδιορισμών των μακροαναλυτικών κατηγοριών   φύλo και  σώμα (Corker και Shakesperare 2002, Thomson 1997). Η ταυτότητα «ανάπηρο άτομο» αποκτά στην πορεία χαρακτηριστικά πολιτειότητας που στην περίπτωση χωρών όπως η Ελλάδα φαίνεται ότι σχεδόν εξαφανίζεται η ιστορική διάσταση της ταυτοποίησης χάριν των συμβολικών αναπαραστάσεων της αναπηρίας. Πρόκειται για μια σημαντική διαφοροποίηση της έρευνας της αναπηρίας στην Ελλάδα, η οποία ενώ υιοθετεί το δικαιωματικό προσανατολισμό που έθεσε η αγγλική σχολή, προχωρεί βιαστικά στην αποδόμηση της αναπηρίας ακολουθώντας την αμερικάνικη σχολή ανάδειξης των συμβολικών αναπαραστάσεων της αναπηρίας. Ο εντόπιος λόγος περί την αναπηρία αναλύθηκε σε χρόνο σύγχρονο και η αφηγηματική ιστορία συμπυκνώθηκε στη λεπτομερή καταγραφή της καθημερινότητας με ισχυρές υποθέσεις εργασίας στα προαποφασισμένα και «γνωστά» από προγενέστερες έρευνες σχήματα της οικογένειας και του κράτους.  Η αναπηρία στην πλειονότητα των ερευνών παρουσιάστηκε ως ένα επιπλέον πάκτωμα στα προϋπάρχοντα, με αφετηρίες όχι ιδιαιτέρως αναλυμένες, στο πλαίσιο μιας γενικότερης συμπεριληπτικής δικαιωματικής αρχής γύρω από την περιπτωσιολογία των αισθήσεων-νοημάτων μιας εξαναγκαστικής αναπηρίας. Το γεγονός αυτό σχετίζεται κατά τη γνώμη μου με τη περιφερειακή θέση της αναπηρίας στο χώρο των κοινωνικών επιστημών στην Ελλάδα και την αγωνία μας να συνομιλήσουμε με τις αναδυόμενες θεωρητικές προσεγγίσεις κυρίως της αγγλοσαξωνικής βιβλιογραφίας.  Δίνεται έτσι η εντύπωση ότι η μελέτη της αναπηρίας ακολουθεί επιβεβλημένα δύο προτάσεις έρευνας:

Στην πρώτη περίπτωση ενισχύεται η εργαλειακή χρήση των όρων «ένταξη» και «συμπερίληψη» μετατοπίζοντας το ενδιαφέρον των περισσότερων ερευνητών της αναπηρίας στον ελλαδικό χώρο στην εξήγηση των προτεινόμενων τύπων παρέμβασης.

Στη δεύτερη περίπτωση, η κοινωνική έρευνα στοχεύει στην αποκωδικοποίηση των συμβολισμών της αναπηρίας κατηγοριοποιώντας τα ανάπηρα άτομα με βάση το βαθμό και το είδος της βλάβης τους. Αποτέλεσμα της τελευταίας επικέντρωσης αποτελεί το γεγονός ότι προέκυψαν κοινωνικές έρευνες ανά κατηγορία αναπήρων, συμπεραίνοντας το locus της συνθήκης αυτής γύρω από την έννοια βλάβη (τυφλότητα, ο κόσμος του αυτισμού κ.ά). Και στις δύο περιπτώσεις υποβιβάστηκαν οι συνδέσεις της αναπηρίας με ευρύτερα κοινωνικό-πολιτικά ζητήματα πέρα των ορίων της βλάβης, γεγονός που υπογραμμίστηκε από την απουσία ιστορικών μελετών στο θέμα αυτό. Το αφήγημα, παρόλο που υπακούει σε θεωρητικά σχήματα τόσο του μαρξισμού όσο και του μεταδομισμού εμπνεόμενο κυρίως από το έργο του Michel Foucault και τη φαινομενολογία του Maurice Merleau-Ponty εντούτοις η κοινωνική έρευνα  στέκεται αμήχανη στη σύνδεση της αναπηρίας με τα γενικότερα σχήματα ανάλυσης της ελληνικής κοινωνίας και τον κοινωνιολογικό και ανθρωπολογικό λόγο να είναι αφοσιωμένος στη μελέτη νοημάτων εντός του πεδίου διστάζοντας να συνδέσει τον λόγο περί αναπηρίας στην Ελλάδα με  ανοιχτά ερευνητικά ερωτήματα περί εθνικού εαυτού, προσλήψεων του παρελθόντας, εντοπιότητας κ.λπ.

Διατηρείται με άλλα λόγια μια φωτογραφική απεικόνιση της αναπηρίας που ενώ παρέχονται χρήσιμες πληροφορίες και ερμηνείες για την αναγκαιότητα της συμπερίληψης διαμέσου της αποδοχής της διαφορετικότητας, δεν προσφέρονται παρά «πιστευτές» εξηγήσεις για ομάδες ατόμων που παρουσιάζονται ότι γειτνιάζουν πολιτισμικά μόνο και μόνο επειδή έχουν την ίδια βλάβη. Το θετικό στοιχείο των προσεγγίσεων αυτών είναι ότι κατασκευάζουν τη διαφορετικότητα της αναπηρίας ως ικανή συνθήκη στη συμμετοχή της στην  αρένα των διεκδικήσεων συμμετέχοντας στον διάλογο περί εαυτού/άλλου όπως αυτός έχει συμπαρασύρει χώρες της καπιταλιστικής περιφέρειας σαν την Ελλάδα. Από την άλλη όμως πλευρά δεν εξηγούνται στη λεπτομέρειά τους τα κομμάτια του παζλ που σχετίστηκαν με την αναπηρία χωρίς να αναφέρονται αποκλειστικά σ' αυτήν ή να θεωρούνται δεδομένες οι σχέσεις τους μ' αυτήν (οικογένεια, κράτος, φιλανθρωπικά σωματεία, ακτιβιστικές οργανώσεις), δηλαδή το κοινωνικό πλαίσιο (όχι συμπερασματικά αλλά διερευνητικά χωρίς αποκλειστικούς γραμμικούς συσχετισμούς-δεσμούς στην αφήγηση) δηλαδή των στρατηγικών που ακολουθήθηκαν και οδήγησαν στη διαμόρφωση των αιτημάτων και των σχέσεων τους  με τα κέντρα συμμαχιών εντός του ευρωπαϊκού χώρου από την ίδρυση του ελληνικού κράτους μέχρι  τη Μεταπολίτευση και τη μετά Μάαστριχ εποχή. Περάσαμε δηλαδή σε έναν επιτακτικό κοσμοπολιτισμό σε υποθέσεις εργασίας των ατιημάτων της μετανεωτερικότητας  που μέσω αυτού εξηγούνται οι εφ΄όλης της ύλης νοηματοδοτήσεις της αναπηρίας στην Ελλάδα -τόσο σε μια βεβιασμένη αποδόμηση κανονιστικών σχημάτων της καταγγελίας όσο και στην  εννοιολόγηση της διεκδίκησης «δικαιολογημένα» αμφίσημης στο δίπολο παραδιοσιακό/μετανεωτερικό.

Όπως σημειώνει  η Πηνελόπη Παπαηλία (2017) για την περίπτωση της ελληνικής ανθρωπολογίας, η «κρισιολογία» αναδεικνύει τις εντάσεις μεταξύ του κοσμοπολιτισμού του επαρχιώτη και του επαρχιωτισμού του κοσμοπολίτη, έτσι και στην περίπτωση της έρευνας της(στην) αναπηρία στην Ελλάδα παρατηρείται μια παρόμοια, τηρουμένων των αναλογιών, επεξεργασία των δεδομένων (εθνογραφικών, ιστορικών) προς την κατεύθυνση ενός κοσμοπολιτισμού έντονα επηρεασμένου από τις αρχές  της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην εποχή της ελληνικής κρίσης θεωρώντας δεδομένη τη σχέση της αναπηρίας με το κράτος, τους οικογενειακούς σχηματισμούς και την ιστορία/ες της αναπηρίας στην περίοδο που προηγήθηκε της κρίσης, μην μπορώντας να αποτυπώσουμε ευκρινώς αν η κρίση της αναπηρίας προηγείται της κρίσης ή η αναπηρία βρίσκεται διαρκώς σε κρίση. Παρουσιάζεται δηλαδή η επιτακτικότητα της έκφρασης της πολιτειότητας και των συμβολικών αναπαραστάσεων της αναπηρίας όμως δεν εξηγούνται οι εμπλοκές και οι τυχόν διαφοροποιήσεις της αναπηρίας στον ελλαδικό χώρο, ιστορικά και πολιτισμικά προσδιορισμένες. Ο  κοσμοπολιτισμός αυτός της αναπηρίας στρέφει την ελληνική επιστημονική κοινότητα στην ανάπτυξη προτάσεων εργαλειακού τύπου (ενδυνάμωση, χειραφέτηση), με τη γιγάντωση όμως της ειδικής παιδαγωγικής και των ψυχολογικοποιημένων προσλήψεων της αναπηρίας ως  βασικών μέσων επίτευξης των στόχων της συμπερίληψης, χωρίς να έχει αναλυθεί επαρκώς τι σημαίνει συμπερίληψη και ένταξη στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα και ποιο είναι το νοηματικό περιεχόμενο των εργαλείων που προτείνονται σε σχέση με τα ενδημικά οικονομικά, κοινωνικά και πολιτισμικά συμφραζόμενα στη ρευστότητά τους όπως αναλύθηκαν για άλλους τόπους έκφρασης του πολιτικού. Καταλήγουμε σε μια αμφισημία του κοσμοπολιτισμού αυτού που αντικατοπτρίζεται στη ρητορική περί συμπερίληψης όπως ακριβώς σημειώνεται από την Athina Ζoniou-Sideri et al (2006) ότι στην Ελλάδα έχουμε δυνατές φωνές για την συμπερίληψη των ανάπηρων μαθητών στα γενικά σχολεία αλλά αδύναμες πολιτικές. Δεν έχουν αναλυθεί επαρκώς οι συνδέσεις της ειδικής εκπαίδευσης και του αναπηρικού κινήματος με τις ιστορικές διεργασίες που οδήγησαν στην ανάδυση σχέσεων εξουσίας εντός της δημόσιας εκπαίδευσης και διοίκησης, όπως αυτές αναπτύχθηκαν όχι αποκλειστικά στο πλαίσιο των πελατειακών σχέσεων αλλά και ως στρατηγικές επιβίωσης των ανάπηρων ατόμων στη συνθήκη του κρατισμού και των συμμαχιών του στον ευρωπαϊκό χώρο απ' όπου προήλθε η ιδέα της συμπερίληψης ως διαδικασία αναγνώρισης νέων τύπων πολιτειότητας. Με άλλα λόγια το πέρασμα από την οικογενειακοκεντρική ανεπίσημη φροντίδα και τις πιέσεις για τη διατήρηση των επιδομάτων περάσαμε γρήγορα μέσω της ρητορικής της κρίσης στη χειραφέτηση και στην ενδυνάμωση της ανάπηρης κατάστασης ως στιγμιότυπο-αποτέλεσμα εμποδίων προσβασιμότητας. Εν τω μεταξύ η κριτική που ασκήθηκε απο μερίδα κοινωνικών επιστημόνων στην επιμονή μας στα  εμπόδια (προσβασιμότητα), δεν κατάφερε να προτείνουν εναλλακτικές ερμηνείες της αναπηρίας παρά μόνο διασταλτικές προσεγγίσεις του χώρου και των αισθήσεων προς μια κιναισθητική πρόσληψη που συγγενεύει με την ψυχολογικοποίηση των συναισθημάτων των ανάπηρων ατόμων υποστηρίζοντας ότι οι ανάπηροι μπορούν να εκφραστούν αλλιώς. Η εξωτικοποίηση της αναπηρίας συνεχίστηκε παρόλο που έγιναν βήματα για την αποφυγή στερεοτύπων γύρω από την εξακολουθητική αναπαραγωγή ταξινομήσεων ανά κατηγορία βλάβης (οι τυφλοί, οι κινητικά ανάπηροι, οι κωφοί κ.λπ). Η έρευνα ενώ αρνήθηκε εν μέρει την στερεοτυπία του λόγου περί εμποδίων, στην ουσία επέβαλε την πολιτισμικού τύπου κατηγοριοποίηση των αναπήρων με ανάλογο τρόπο όπως συμβαίνει στο πλαίσιο του Ιατρικού Μοντέλου της Αναπηρίας, αυτή τη φορά όχι  ως κατηγορίες βλάβης με βάση τη γνωμάτευση-διάγνωση αλλά με την αντικατάστασή της από μια εξίσου ηγεμονική γνωμάτευση: την πολιτισμική οριοθέτηση ανά βλάβη. Η διάγνωση παρέμεινε συμπαγής και ο «πολιτισμός των αναπήρων» οριοθετήθηκε για άλλη μια φορά, ένα πέρα για πέρα επιλεκτικό αφήγημα που μπερδεύει τους επαγγελματίες της αναπηρίας και δεν δικαιολογεί τον αντικομφορμισμό των ερευνητικών προτάσεων.    

Για να ξεπεράσουμε τη προβληματικοποίηση της αναπηρίας  --ένα αίτημα που διατρέχει τη σχετική με το θέμα βιβλιογραφία στην εποχή της μετανεωτερικότητας-- απαιτείται η ενίσχυση της έρευνας του ιστορικού πλαισίου και η σύνδεση της αναπηρίας με όψεις της διαμόρφωσης του πολιτικού ακολουθώντας τη πορεία των ερευνών σε άλλες κατηγορίες του πληθυσμού και θεματικές στη νεοφιλελεύθερη συνθήκη (πρόσφυγες, λοατκι άτομα, γυναίκες, κρατισμός, ευρωπαϊκότητα). Επίσης κρίνεται ότι θα είναι βοηθητική η εξήγηση της σύνδεσης της αναπηρίας με τα ιστορικά συμφραζόμενα τής υπό συνεχή διαμόρφωση κοινωνικής πολιτικής στην Ελλάδα, την ιστορία των ιδρυμάτων στη χώρα και πως αυτά καθόρισαν (αν καθόρισαν) το σχήμα των παροχών, όχι μόνο στον τομέα της αναπηρίας αυτής καθ' αυτήν αλλά για παράδειγμα και της διαχείρισης όψεων του πολιτισμού. Ένα ερώτημα που μας απασχολεί είναι αν η ιδρυματοποίηση αναφέρεται αποκλειστικά στην αναπηρία ή είναι το μέτρο που αναπτύχθηκε πέρα αυτής με τα ιδρύματα να παίζουν συνεχώς σημαντικό ρόλο στη χάραξη πολιτικών. Ένα παράδειγμα αποτελεί το γεγονός ότι οι περισσότεροι ανάπηροι καλλιτέχνες στην Ελλάδα κατάφεραν να παρουσιάσουν το έργο τους στο κοινό υπό τη προστασία πολιτιστικών ιδρυμάτων του ιδιωτικού τομέα και όχι τόσο από το κράτος. Ενώ η ματιά μας έχει στραφεί στο ζήτημα της διαχείρισης των επιδομάτων αναπηρίας και των παροχών σε επίπεδο κράτους και υπερκρατικών οργανισμών (Ε.Ε, ΔΝΤ), δεν εξετάζουμε επαρκώς ότι η αναπηρία στην Ελλάδα ανέκαθεν ήταν ένα πεδίο δράσης πατρώνων κάθε λογής στη λογική του πολιτικού μεταπρατισμού (φιλανθρωπία) και ότι ο ιδρυματισμός δεν διαστέλλεται μόνο και μόνο επειδή τα σύγχρονα ιδρύματα χρησιμοποιούν επιλεκτικά τους όρους συμπερίληψη, αυτόνομη διαβίβση και ενδυνάμωση. Σε τι διαφοροποιείται η δράση των σύγχρονων ιδρυμάτων σε σχέση με το παρελθόν; Μπορούμε να μιλάμε τόσο εύκολα για χειραφέτηση μόνο και μόνο επειδή ακούγονται πιο συχνά οι πρακτικές της ενδυνάμωσης; Πώς εφαρμόζονται οι πρακτικές της ριζοσπαστικής κοινωνικής εργασίας στο πλαίσιο των ιδρυμάτων και της δημόσιας διοίκησης; Έχουν όντως αλλάξει οι αντιλήψεις των επαγγελματιών της αναπηρίας και  έχουμε στα χέρια μας έρευνες για την κουλτούρα των ιδρυμάτων σε κοντινές  ιστορικές περιόδους (π.χ δεκαετίες του '80 και '90);  

Η υπόθεση εργασίας μας είναι ότι η  πολιτική της προστασίας-πατρωνίας συναντήθηκε με τις μετανεωτερικές πρακτικές της συμπερίληψης όπως αναπτύχθηκαν στη Δύση και επικυρώθηκαν από τις διεθνείς συμβάσεις του Ο.Η.Ε. Σ' αυτό το σημείο ο κρατισμός συναντιέται και συνεργάζεται με τη φιλανθρωπική λογική των ιδρυμάτων έχοντας συχνά δώσει το προβάδισμα σ' αυτά, ιδρύματα που οικειοποιούνται τη ρητορική της συμπερίληψης κατασκευάζοντας εκ νέου τη διαφορετικότητα της αναπηρίας υπό την αιγίδα τους για άλλη μια φορά στην ιστορία τους. Πρόκειται για  όψεις των χρήσεων της αναπηρίας που θα αναλυθούν όταν συγκεντρωθεί ένας αριθμός ιστορικών ερευνών πέρα από τα στενά όρια της κοσμοπολίτικης πολιτειότητας. Περισσότερο διαφαίνονται ενισχύσεις της εξουσίας με ένα αμφίσημο κοσμοπολιτισμό που ενώ τονίζει την «κανονικότητα» των ανάπηρων ατόμων, στην ουσία οριοθετεί και προδιαγράφει τις αποχρώσεις ενός εξουσιαστικού τύπου προστασίας των δικαιωμάτων, ένα ζήτημα που δεν σχετίζεται αποκλειστικά με την αναπηρία αλλά με τον ρόλο των ιδρυμάτων στην ιστορία της νεώτερης και σύγχρονης Ελλάδας. Το στοιχείο της έκπληξης που εννοούν οι ενδυναμωτικές πρακτικές παραμένει ένα είδος τεχνογνωσίας συγκεκριμένων κύκλων περί των πολιτιστικών ιδρυμάτων αυτή τη φορά, και όχι των προνοιακών ιδρυμάτων,  σε ένα πέρασμα από τον ιδρυματισμό των αναπήρων στον ιδρυματισμό των «καλών πρακτικών» της συμπερίληψης, σε τόπους πολιτιστικών ιδρυμάτων ιδιωτικών συμφερόντων, τα οποία προβάλλουν τύπους έκφρασης «νέων δεών» και τρόπων παρουσίασης της αναπηρίας σύμφωνα με τα «διεθνή στάνταρντ» αναλαμβάνοντας την εκπαίδευση του κοινού.   

Μέχρι να αποτυπωθούν οι επιμέρους συνδέσεις, η αναπηρία θα παραμένει στην αμφίσημη κατάσταση ενός περιφερειακού πεδίου ανάλυσης στις κοινωνικές επιστήμες και εκ προοιμίου ελκυστική ως εξωτική χάριν ένταξης. Περισσότερο η διαπίστωση αυτή μοιάζει ως πρόκληση για περεταίρω έρευνα παρά ως μια εκ νέου διατύπωση εγκλωβισμού του θέματος. Το αφήγημα τότε θα εμπλουτιστεί από την πανσπερμία των εμπειριών υποκειμένων  που δεν θα  λογίζονται αποκλειστικά ως ανάπηρα άτομα αλλά και ως υποκείμενα μέλη κοινωνικών τάξεων και ομάδων δημιουργώντας το αναγκαίο πλαίσιο συνομιλίας ανάπηρων και μη ανάπηρων ατόμων που θα εξεταστούν στις διαφορετικές κάθε φορά υποθέσεις εργασίας προς έναν κοσμοπολιτισμό που δεν χρειάζεται να καταγραφεί ως απομονωμένος  υπό το πρίσμα μιας α-χρονικής εν τέλει συμβολικής αναπαράστασης/επιτέλεσης αλλά στα ιστορικά του συμφραζόμενα. Η διάνοιξη του θέματος δεν περνάει μόνο από τις συσχετίσεις του με άλλους τόπους έρευνας αλλά και με την αποενοχοποίηση ενός μεγάλου μέροuς της ακαδημαϊκής κοινότητας για το τι είναι δημόσια ανακοινώσιμο όσον αφορά τα προσωπικά στοιχεία του ερευνητή, ένα ζήτημα ευρύτερο που δεν σχετίζεται μόνο με την έρευνα της αναπηρίας. Στη διεθνή βιβλιογραφία φαίνεται ότι η χρήση της αυτοεθνογραφίας έδωσε σημαντικά στοιχεία για τη διευκόλυνση της διϋποκειμενικής εμπειρίας της αναπηρίας (Tregaskis και Goodley 2005, Gold 2003, Murphy 1987) ξεπερνώντας το φράγμα της στατικής παρουσίασης του θέματος. Το αφήγημα έδωσε αφορμές στον ερευνητή να ξεδιπλώσει ένα μεγάλο μέρος των κρυμμένων στην μεγάλη αφήγηση σκέψεων μέσα και πέρα από το πεδίο.  Σημειώνεται δηλαδή η αναγκαιότητα εμπλουτισμού των μεθοδολογικών εργαλείων έρευνας του θέματος και όχι μόνο η διασταλτική παρουσίασή του και η σύνδεσή του με το ζήτημα της ιστορικής μνήμης. Δεν επαρκεί να γνωρίζουμε πόσο «ασυνήθιστα» σώματα είναι τα ανάπηρα σώματα αλλά ποιες ήταν οι πολιτικές χρήσεις του ανάπηρου σώματος σε συσχέτιση με άλλα ζητήματα της ελληνικής ιστορίας φαινομενικά απομακρυσμένα από την αναπηρία. Τότε δεν θα διαπιστώνουμε την αμφισημία της έρευνας και των αποτελεσμάτων της αλλά τις διεργασίες διαμόρφωσης της αμφισημίας λιγότερο ευάλωτης στις πρακτικές του πολιτικού μεταπρατισμού της «μεγάλης» αφήγησης των ιδρυμάτων.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 Abberley, P. (1987) On the Concept of Oppression and the Development of a Social Theory of Disability, Disability & Society, 2.1, pp. 5–20.

Corker, M. & Shakespeare, T. (2002) Mapping the Terrain, in: M. Corker & T. Shakespeare (eds), Disability/Postmodernity: Embodying disability theory (London, Continuum), pp. 1–17.

Gold Gerald, 2003, Rediscovering place: experiences of a quadriplegic Anthropologist, The Canadian Geographer, 47(4):467–479.

Murphy, R. F. 1987. The body silent. New York: Norton.

Oliver, M. (1996) Understanding Disability: from theory to practice (Basingstoke, MacMillan).

Oliver, M. 1990. The politics of disablement. London: Macmillan.

Παπαηλία Π. 2017, 4 + 3 Αμφισημίες της Ανθρωπολογίας στην Ελλάδα, εισήγ. στο συνέδριο Η Κοινωνική Ανθρωπολογία στην Ελλάδα και οι Προκλήσεις του Σύγχρονου Κόσμου, Πάντειο Πανεπιστήμιο, 10 Μαρτίου 2017.

 Thomson, R. G., (1997) Extraordinary bodies. Figuring physical disability in American culture and literature (New York, Columbia University Press).

Tregaskis, Claire and Goodley, Dan (2005) 'Disability Research by Disabled and Non-Disabled People: Towards a Relational Methodology of Research Production', International Journal of Social Research Methodology, 8(5),363 - 374.

Zomiou-Sideri A., Deropoulou-Derou E., Karagianni P. and Spandagou I., 2006, Inclusive discourse in Greece: strong voices, weak policies, International Journal of Inclusive Education, Vol. 10, No. 2–3, pp. 279–291

*Δρ Κοινωνικής Ανθρωπολογίας, εκπαιδευτικός

Ετικέτες