Η ακροδεξιά κυβέρνηση του Ναρέντρα Μόντι υπέστη σημαντικές απώλειες στις πρόσφατες εκλογές στην Ινδία. Ο Τανρούπ Σάντου εξετάζει τους λόγους για αυτήν την υποχώρησή του, σε μια επιμελημένη έκδοση ομιλίας που έκανε σε εκδήλωση του rs21 στο Ανατολικό Λονδίνο.

Όπως ο περισσότερος κόσμος, ήμουν απαισιόδοξος ως προς την έκβαση των πρόσφατων εκλογών στην Ινδία και όπως ο περισσότερος κόσμος, έμεινα σε μεγάλο βαθμό έκπληκτος με το τελικό αποτέλεσμα.

Για τον πρωθυπουργό της Ινδίας Ναρέντρα Μόντι, το αποτέλεσμα ήταν πολύ χειρότερο από οποιαδήποτε πρόβλεψη, συμπεριλαμβανομένων των exit polls, αλλά και όσων προσδοκούσε ο ίδιος μέσα στην αλαζονεία του.

Για να τοποθετήσουμε σε ένα ευρύτερο πλαίσιο τις εκλογές και την κατάσταση της Ινδικής πολιτικής σήμερα, χρειαζόμαστε ένα ιστορικό υπόβαθρο. Αυτό θα πρέπει να ξεκινήσει από το Ινδικό Εθνικό Κογκρέσο (Κογκρέσο για συντομία). Το Κογκρέσο ήταν η βασική ηγετική δύναμη του κινήματος ανεξαρτησίας κατά της Βρετανικής αποικιοκρατίας και αποτέλεσε την αδιαμφισβήτητη ηγεμονική δύναμη στην Ινδία για τις πρώτες πέντε περίπου δεκαετίες ύπαρξης της χώρας -από το 1947 μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1990.

Ήταν ένα πολυσυλλεκτικό κόμμα «ομπρέλα» που συμπεριελάμβανε κοινωνικές δυνάμεις όλων των ειδών: γαιοκτήμονες, εργαζόμενες τάξεις, διανοούμενους, μεσαία στρώματα, βιομήχανους και αγρότες. Σε κάποιο βαθμό, όλα αυτά τα ανταγωνιζόμενα συμφέροντα συμφιλιώνονταν μέσω της από κοινού υποταγής τους στη δυναστεία Γκάντι-Νεχρού  (του Τζαβαχαρλάλ Νεχρού και των απογόνων του). Μέχρι και σήμερα, οι Γκάντι αποτελούν την ηγεσία του Κογκρέσου. Η παραμονή τους στην εξουσία βασιζόταν στο ότι αποτελούσαν την ηγεσία του κόμματος και στο κύρος που τους έδωσε ο ηγετικός τους ρόλος στην εξέγερση εναντίον της Βρετανικής Αυτοκρατορίας.

Το Κογκρέσο επίσης, κατά τις πρώτες δεκαετίες της ανεξαρτησίας της Ινδίας, κυβερνούσε με βάση την αρχή του κρατικού προστατευτισμού. Υπήρχε μια προστατευτική ομπρέλα πάνω από τις εγχώριες βιομηχανίες και κρατικός έλεγχος των λεγόμενων «στρατηγικών τομέων» της οικονομίας. Αυτό το οικονομικό μοντέλο γαλούχησε την ανάπτυξη μιας ντόπιας καπιταλιστικής τάξης, ενώ ταυτόχρονα υποσχόταν κάποια ελάχιστη –και τονίζω ελάχιστη– πρόνοια για τους φτωχούς, σε ένα κοινωνικό συμβόλαιο που διήρκεσε περίπου τέσσερις δεκαετίες. Αλλά στις αρχές της δεκαετίας του 1980, το Κογκρέσο άρχισε να αγκαλιάζει  τον νεοφιλελευθερισμό και στις αρχές της δεκαετίας του 1990 άνοιξε την Ινδία στην παγκόσμια αγορά.

Αυτή η διαδικασία δεν συνέβαινε μόνο στην Ινδία, αλλά και σε μεγάλο μέρος του πρώην Τρίτου Κόσμου, όπου η υιοθέτηση του νεοφιλελευθερισμού αποδιάρθρωσε πολλά μετααποικιακά καθεστώτα προστατευτισμού. Καθώς το διεθνές κεφάλαιο εισέρρεε στην Ινδική οικονομία και την καθιστούσε ολοένα και πιο αλληλένδετη με την παγκόσμια αγορά, πολλοί ντόπιοι καπιταλιστές, που δεν είχαν τη δυνατότητα να αντέξουν στο διεθνή ανταγωνισμό, άρχισαν να παίρνουν αποστάσεις από το Κογκρέσο και να οργανώνονται αυτόνομα πολιτικά. Αυτό ίσχυε ιδιαίτερα για το αγροτικό κεφάλαιο και οδήγησε στον αυξανόμενο περιφερειακό κατακερματισμό της ινδικής πολιτικής σκηνής. Όλο και περισσότερες Πολιτείες της Ινδίας αποκτούσαν κόμματα, τα οποία ήταν ισχυρά σε τοπικό και πολιτειακό επίπεδο, αλλά δεν έπαιζαν υποχρεωτικά σημαντικό ρόλο σε πανεθνικό επίπεδο. Αυτή η διαδικασία επιτάχυνε το ρυθμό της διάρρηξης της ηγεμονίας του Κογκρέσου.

Το BJP και ο ινδουιστικός εθνικισμός

Σε αυτό το κενό παρενέβη το κόμμα BJP (Bharatiya Janata Party), το οποίο αποτελεί το εκλογικό μέτωπο της ακροδεξιάς ινδουιστικής εθνικιστικής οργάνωσης RSS (Rashtriya Swayamsevak Sangh). Το RSS είναι ένα κίνημα μαζών, το οποίο ιδρύθηκε τη δεκαετία του 1920 και έχει αναπτύξει βαθιές ρίζες στην ινδική κοινωνία. Διαθέτει παραστρατιωτική πτέρυγα, φιλανθρωπικές οργανώσεις, εκδοτικούς οίκους, ιδιωτικά σχολεία, συνδικάτα, φοιτητικές ομάδες, γυναικείες οργανώσεις και, ίσως το πιο σημαντικό για εμάς στη Βρετανία, οργανώσεις στη Διασπορά. Η ινδουιστική ακροδεξιά έχει μεγάλη επιρροή στην ινδική διασπορά στις ΗΠΑ, τη Βρετανία και αλλού. Το RSS δήλωνε ρητά ότι εμπνέεται από τον ευρωπαϊκό φασισμό. Ένας από τους κορυφαίους διανοούμενους του κατά τη δεκαετία του 1920, ο M.S. Golwalkar, είχε γράψει:

«Η φυλετική υπερηφάνεια στο απόγειό της έχει εκδηλωθεί [στη ναζιστική Γερμανία]. Η Γερμανία έδειξε επίσης πόσο είναι σχεδόν αδύνατο για φυλές και πολιτισμούς με ριζικές διαφορές να αφομοιωθούν σε ένα ενιαίο σύνολο. Ένα καλό μάθημα για εμάς στο Ινδουστάν από το οποίο πρέπει να διδαχθούμε και να επωφεληθούμε».

Η βασική ιδεολογία της «Χιντούτβα», ή «Ινδουϊκότητα», επιδιώκει να δημιουργήσει ένα μονολιθικό ινδουιστικό έθνος (αποφεύγοντας το ζήτημα της βαθιάς και καταπιεστικής ιεραρχίας μεταξύ καστών), εχθρικό προς εκείνους τους οποίους ο Golwalkar χαρακτήριζε ως τους τρεις «εσωτερικούς εχθρούς» -τους Μουσουλμάνους, τους Χριστιανούς και τους Κομμουνιστές. Τα τελευταία χρόνια, οι Μουσουλμάνοι έχουν γίνει ο κύριος στόχος. Από τη δεκαετία του 1920, οι οπαδοί της Χιντούτβα έχουν διεισδύσει βαθιά και πολύ μεθοδικά στην ινδική κοινωνία. Υπάρχουν δικαστές, αστυνομικοί και καθηγητές οι οποίοι συνδέονται με το RSS, ενώ πλέον ελέγχουν ασφυκτικά και μεγάλο μέρος των ινδικών μέσων ενημέρωσης. Ο άνθρωπος που είναι πρωθυπουργός της Ινδίας την τελευταία δεκαετία, ο Ναρέντρα Μόντι, είναι μέλος του RSS από τα παιδικά του χρόνια.

Ο Ναρέντρα Μότνι είχε διατελέσει επικεφαλής της τοπικής κυβέρνησης της ινδικής Πολιτείας Γκουγιαράτ από το 2001 έως το 2014. Το μοντέλο Γκουγιαράτ, όπως το έθεσε ένας αναλυτής, ήταν αυτό ενός «κράτους που προωθεί την ανάπτυξη: Έπαιξε ενεργό ρόλο στη δημιουργία νέων βιομηχανιών, έκανε διορθωτικές παρεμβάσεις στη γραφειοκρατία και πραγματοποίησε τεράστιες επενδύσεις στην ηλεκτρική ενέργεια και τις υποδομές». Ζωτικής σημασίας για αυτή τη στρατηγική του Μόντι υπήρξε ένα δίκτυο βαθύτατων προσωπικών αλλά και πολιτικών διασυνδέσεών του με σημαντικούς  καπιταλιστές όπως ο Γκαουτάμ Αντάνι, ο οποίος είναι ο ιδιοκτήτης του γίγαντα στις κατασκευές και τις υποδομές Adani Group, και ο Μούκες Αμπάνι, του μεγάλου Ομίλου Reliance Industries που δρα στην ενέργεια και τις τηλεπικοινωνίες.

Σύμφωνα με τον Ινδό ιστορικό Τζαϊρούς Μπανάτζι, αυτοί είναι οι «Νέοι Καπιταλιστές», που αναδύθηκαν κατά τη διάρκεια της νεοφιλελεύθερης περιόδου και οι οποίοι είναι «οι πιο ένθερμοι υποστηρικτές του πρωθυπουργού Μόντι». Ένα άλλο μέρος του πολιτικού του μοντέλου ήταν ο επιθετικός ινδουιστικός εθνικισμός. Ο Μόντι επέβλεψε τα βίαια επεισόδια στη Γκουγιαράτ το 2002, κατά τη διάρκεια των οποίων σκοτώθηκαν σχεδόν 2.000 Μουσουλμάνοι, και εξ’ αιτίας των οποίων του είχε απαγορευτεί η είσοδος στις ΗΠΑ και τη Βρετανία μέχρι που έγινε πρωθυπουργός. Όταν ο Μόντι έγινε πρωθυπουργός, έφερε μαζί του στην εξουσία τις αλληλένδετες δυνάμεις μιας αχαλίνωτης ρητορικής μίσους και βίας με μια βαθιά συμμαχία με τμήματα της καπιταλιστικής τάξης.

Γιατί απέτυχε ο Μόντι

Το BJP είχε κυβέρνηση αυτοδυναμίας το 2019, αλλά τώρα έπεσε στις 240 έδρες (από τις 550) και έτσι θα πρέπει να στηριχτεί σε δύο τοπικά/περιφερειακά κόμματα για να σχηματίσει κυβέρνηση. Ένας βασικός λόγος για αυτή την αλλαγή είναι ότι η αντιπολίτευση ανασυντάχτηκε και σχημάτισε έναν μεγάλο συνασπισμό, ο οποίος  ονομάζεται INDIA Alliance (Συμμαχία της Ινδίας). Αυτός ο αντιπολιτευτικός συνασπισμός αποτελεί μια εξαιρετικά ευρεία ομπρέλα, η οποία περιλαμβάνει μερικά από τα περιφερειακά κόμματα που είχαν ιδρυθεί μετά την άνοδο του νεοφιλελευθερισμού, καθώς και πιο καθιερωμένα κόμματα όπως το Κογκρέσο, τα διάφορα Κομμουνιστικά Κόμματα και το κοσμικό αριστερό-λαϊκίστικο Κόμμα Samajwadi (Σοσιαλιστικό Κόμμα). Το Κόμμα Samajwadi, απευθυνόμενο στις καταπιεσμένες κάστες και στους Μουσουλμάνους ψηφοφόρους, κέρδισε την πλειοψηφία των εδρών στην Πολιτεία Ουτάρ Πραντές, που μέχρι πρότινος θεωρούταν «κάστρο» του BJP.

Η ακροδεξιά, λοιπόν, έχασε την εκλογική πλειοψηφία, αλλά έχασε επίσης και την αύρα της ως (φαινομενικά) πολιτικά ανίκητη, η οποία αποδίδονταν σε προσωπικότητες όπως του Μόντι, τόσο από τους συμμάχους όσο και από τους επικριτές της.

Η προεκλογική εκστρατεία του Μόντι είχε ως επίκεντρο την έκκληση να κερδίσει το BJP 400 έδρες, και τα exit polls προέβλεπαν αρχικά μια πλειοψηφία δύο τρίτων για το κυβερνών κόμμα (το ποσοστό που απαιτείται για να πραγματοποιήσει αλλαγές στο σύνταγμα). Αντί γι’ αυτό, υποχρεώθηκε να φορτωθεί δύο κυβερνητικούς εταίρους οι οποίοι είναι διαβόητοι για την αναξιοπιστία τους. Η σταθερότητα της τρίτης κυβερνητικής θητείας του δεν μπορεί να θεωρηθεί δεδομένη. Όμως η σχετική αποτυχία του Μόντι δεν προήλθε μόνο από την ανασύνταξη της αντιπολίτευσης. Ένα άλλο βασικό μέρος της εξήγησής της είναι η οικονομία.

Υπήρχαν ελπίδες ότι ο Μόντι θα μπορούσε να επαναλάβει το πολυδιαφημισμένο «μοντέλο της Γκουγιαράτ» σε πανεθνικό επίπεδο και ότι αυτό θα απέδιδε οφέλη. Κατά μία έννοια, απέδωσε. Η Ινδία είναι πλέον η πέμπτη μεγαλύτερη οικονομία στον πλανήτη και οικονομικές  εφημερίδες όπως οι Financial Times αρθρογραφούν για το πώς αυτή η χώρα, ως μια πετυχημένη «ιστορία εθνικής ανάπτυξης», θεωρείται ως ένας όλο και πιο ελκυστικός επενδυτικός προορισμός για το κεφάλαιο.

Έχουν γίνει μεγάλα έργα υποδομής –σιδηρόδρομοι, δρόμοι και λιμάνια. Αλλά αν κάποιος κοιτάξει πιο προσεκτικά, η πραγματική εικόνα είναι ζοφερή. Το μοντέλο ανάπτυξης δεν είναι μόνο απίστευτα ευνοιοκρατικό, διεφθαρμένο και άνισο, αλλά είναι επίσης και ρηχό. Η ανεργία στα αστικά κέντρα είναι τόσο μεγάλη, που υπάρχουν εργαζόμενοι που αποφασίζουν να επιστρέψουν στον –ρημαγμένο από κρίσεις– αγροτικό τομέα. Το ποσοστό συμμετοχής των γυναικών στην αγορά εργασίας στις πόλεις είναι χαμηλότερο από ό,τι στη Σαουδική Αραβία. Η ανεργία για τους νέους κάτω των 25 ετών είναι 45%.

 Όπως έγραψε ο συγγραφέας και δημοσιογράφος Πανκάτζ Μίσρα:

«… ο αριθμός των Ινδών που πηγαίνουν για ύπνο πεινασμένοι αυξήθηκε από 190 εκατομμύρια το 2018 σε 350 εκατομμύρια το 2022, ενώ ο υποσιτισμός και η κακή διατροφή ευθύνονται για τα 2/3 των θανάτων παιδιών κάτω από την ηλικία των 5 ετών πέρσι».

Δεν προκαλεί λοιπόν έκπληξη το ότι η οικονομική σχολιαστής Μενάκα Ντόσι, γράφοντας στο Bloomberg, δήλωσε ότι το αποτέλεσμα των εκλογών ήταν «μια υπενθύμιση ότι αν και η Ινδία είναι η πατρίδα των δύο από τους κορυφαίους δισεκατομμυριούχους της Ασίας, έχει επίσης και 800 εκατομμύρια Ινδούς που εξαρτώνται απ’ τα συσσίτια για να επιβιώσουν».

Για αρκετό καιρό, ο Μόντι προσπαθούσε να συγκαλύψει αυτές τις κραυγαλέες αντιφάσεις με άμεσες καταβολές μετρητών και με επιδοτήσεις καυσίμων στους φτωχότερους των φτωχών. Και αυτή η βοήθεια ήταν συχνά πολύ προσωποποιημένη: τα πακέτα τροφίμων είχαν στη συσκευασία τους το πρόσωπο του Μόντι, για να ξέρουν οι φτωχοί ποιον έπρεπε να «ευχαριστήσουν». Όμως, τόσο κραυγαλέες ανισότητες δεν μπορούν να κρύβονται κάτω από το χαλί για πολύ καιρό. Το συγκλονιστικά άνισο μοντέλο ανάπτυξης του Μόντι, ο φόβος ότι σκοπεύει να μειώσει τις θέσεις εργασίας στο δημόσιο –μια από τις ελάχιστες διόδους για σταθερή και διασφαλισμένη διαβίωση στη χώρα– και οι φόβοι των Νταλίτ («οι ακάθαρτοι», το κατώτερο στρώμα των ινδουιστικών καστών) ότι το BJP με πλειοψηφία δύο τρίτων θα μπορούσε να καταργήσει τις συνταγματικές εγγυήσεις που τους παρέχουν προστασία, αποτελούσαν το υπόβαθρο για τις φετινές εκλογές.

Η αντιπολίτευση αξιοποίησε όλα αυτά τα ζητήματα.

Σε πολλές εκλογικές περιφέρειες της υπαίθρου, όπως και μεταξύ των φτωχών και των Νταλίτ, σημειώθηκε μια απομάκρυνση από το BJP και μια στροφή προς την αντιπολίτευση. Το μπλοκ INDIA αξίζει να πιστωθεί το ότι σε αυτήν την εκλογική αναμέτρηση διεξήγαγε μια εκστρατεία η οποία επικεντρώθηκε στα υλικά ζητήματα και στην απειλή που θα αποτελούσε μια πλειοψηφία του BJP για την –ήδη σε κίνδυνο– δημοκρατία στην Ινδία. 

Ο Ακίλες Γιαντάβ, ηγέτης του Κόμματος Samajwadi, προειδοποίησε τους ψηφοφόρους ότι το BJP θα βάλει τέλος στα προστατευτικά μέτρα και ότι θέλει να μετατρέψει τα «μη προνομιούχα τμήματα της κοινωνίας» σε «σκλάβους του». Η αντιπολίτευση υποσχέθηκε να κάνει μια απογραφή καστών (δεν έχει πραγματοποιηθεί εθνική απογραφή από τότε που οι Βρετανοί αποχώρησαν από την Ινδία) ως προοίμιο για μια πιο αποτελεσματική αναδιανομή του πλούτου και κοινωνική δικαιοσύνη.

Το αν η αντιπολίτευση μπορεί να παρουσιάσει ένα αξιόπιστο εναλλακτικό μοντέλο ανάπτυξης απέναντι στην τρέχουσα κατανομή πόρων, μένει να φανεί. Αλλά ουσιαστικά κεφαλαιοποίησε τις αποτυχίες της κυβέρνησης για «ανάπτυξη» που θα έχει πραγματικό νόημα.

Από την άλλη πλευρά, στις αστικές περιοχές και ιδιαίτερα στα μεσοστρώματά τους, οι ψηφοφόροι παρέμειναν σε μεγάλο βαθμό πιστοί στο BJP. (Η παλιά θεωρία ότι τα μεσοστρώματα αποτελούν μία από τις κοινωνικές βάσεις του φασισμού φαίνεται ότι κάτι έχει να μας πει)

Είναι κρίσιμο, ωστόσο, να θυμόμαστε ότι η πολιτική κατάσταση στην Ινδία είχε αλλάξει πριν από τις εκλογές, λόγω των μαζικών κινημάτων κατά του Μόντι. Ενώ η εκλογική αντιπολίτευση παρέμενε σε πλήρη αποδιοργάνωση, σημειώθηκαν τεράστιες κινητοποιήσεις, με αφετηρία εκείνες του 2019 ενάντια στις προτεινόμενες αλλαγές στο Σύνταγμα που θα προωθούσαν διακρίσεις κατά των Μουσουλμάνων, με τη μορφή του Νόμου Περί Τροποποίησης της Υπηκοότητας και του Εθνικού Μητρώου Πολιτών. Υπήρχαν επίσης (και εξακολουθούν να υπάρχουν) οι τεράστιες διαμαρτυρίες των αγροτών που ξεκίνησαν το 2020 και έγιναν διάσημες σε όλο τον κόσμο. Ακτιβίστριες, φοιτητές και οργανωτικά στελέχη, ενώ καταδιώκονται από το κράτος, αναπτύσσουν οργανωτική δράση επί χρόνια και ένα μέρος αυτής της αντιπολιτευτικής ενέργειας μεταφράστηκε και σε εκλογικά κέρδη. Για παράδειγμα, ο Άμρα Ραμ του Κομμουνιστικού Κόμματος Ινδίας (Μαρξιστικό), ο οποίος συνέβαλε στην ηγεσία των αγροτικών κινητοποιήσεων με την ιδιότητά του ως επικεφαλής της All India Kisan Sabha (Ένωση Αγροτών), είναι ο πρώτος Κομμουνιστής βουλευτής που εκλέγεται στο βόρειο τμήμα της χώρας εδώ και πάνω από 20 χρόνια.

Υποχώρησε αλλά δεν ανατράπηκε

Φυσικά, πρέπει να εξακολουθούμε να έχουμε επίγνωση των ορίων αυτών των εκλογών.

Ενώ πολύς κόσμος εκστασιάστηκε με αυτά τα αποτελέσματα, ο Μόντι θα εξακολουθήσει να είναι πρωθυπουργός για το προσεχές μέλλον. Η θεσμική σήψη και το ολοένα και βαθύτερο διακοινοτικό μίσος μέσα στην ινδική κοινωνία δεν θα διαλυθούν μέσα από εκλογές. Η αρχική αισιοδοξία έχει ήδη μετριαστεί καθώς οι αυταρχικές τάσεις του κράτους φαίνεται ότι θα συνεχιστούν: Μόλις ανακοινώθηκε ότι η διάσημη συγγραφέας-ακτιβίστρια Αρουντάτι Ρόι και ένας πρώην καθηγητής που ονομάζεται Σεΐχ Σοουκάτ Χουσεΐν, θα διωχθούν βάσει του βαθιά αυταρχικού Νόμου περί (Πρόληψης) Παράνομων Δραστηριοτήτων για δηλώσεις που είχαν κάνει σχετικά με το Κασμίρ πριν από 14 χρόνια. Στην Πολιτεία Μάντια Πραντές, κατεδαφίστηκαν πρόσφατα έντεκα σπίτια Μουσουλμάνων, όταν η αστυνομία ισχυρίστηκε ότι ανακάλυψε πως «αποθηκεύουν μοσχαρίσιο κρέας σε ψυγεία». Η σήψη είναι πολύ βαθιά για να τερματιστεί μετά από μία εκλογική αναμέτρηση.

Ο συνασπισμός της αντιπολίτευσης είναι επίσης γεμάτος από τις δικές του αντιφάσεις. Δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι θα μεταμορφώσουν με θεμελιώδη τρόπο την ινδική πολιτική σκηνή ή την κοινωνία. Δεν θα αμφισβητούσαν ποτέ τη βάναυση και άδικη ινδική κατοχή του Κασμίρ.  Μέλη του Κογκρέσου συμμετείχαν στα πογκρόμ κατά των Σιχ το 1984, και ένας από τους υποψηφίους του -που ηττήθηκε σε αυτές τις εκλογές- ήταν ο γιος του Καμάλ Ναθ, ενός ανθρώπου που υπήρξε συνένοχος σε εκείνες τις σφαγές. Ενώ για την διαρκή ύπαρξη πείνας, ανεργίας και φτώχειας στη χώρα, δεν ευθύνεται αποκλειστικά ένα κόμμα –τα προβλήματα είναι, ασφαλώς, πολύ πιο δομικά. Αυτό που πανηγύρισε  πολύς κόσμος δεν ήταν τόσο η προοπτική της σωτηρίας του από το μπλοκ INDIA. Αυτό που πανηγυρίστηκε ήταν περισσότερο η επιβράδυνση της ραγδαίας κατρακύλας που είχε πάρει η Ινδία προς τον φασισμό, το τέλος του μύθου περί του αήττητου του Μόντι και το γεγονός ότι πολλοί ψηφοφόροι απέρριψαν μια προεκλογική καμπάνια η οποία ακόμα και για τα δεδομένα του BJP ήταν βαθιά πλημμυρισμένη από μίσος.

Τέλος, ας εξετάσουμε την ευρύτερη σημασία αυτών των εκλογών και της Ινδίας γενικότερα. Τα τελευταία χρόνια, υπήρξε ένας όλο και πιο αηδιαστικός, άκριτος εναγκαλισμός του Μόντι από δυτικούς ηγέτες όπως ο Τζο Μπάιντεν. Αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο πίβοτ που κάνουν οι δυτικές δυνάμεις ενάντια στην Κίνα. Η Ινδία, φυσικά, γειτονεύει με την Κίνα και οι δύο χώρες έχουν τεταμένες σχέσεις παρά την αυξανόμενη αλληλοσύνδεση των οικονομιών τους. Καθώς εξελίσσεται ο νέος Ψυχρός Πόλεμος εξελίσσεται και οι ΗΠΑ επιχειρούν να αποσυνδεθούν οικονομικά από την Κίνα, πολλοί στην Ουάσιγκτον βλέπουν την Ινδία ως σύμμαχο καθοριστικής σημασίας. Όπως το έθεσε ο Πανκάτζ Μίσρα, «το κανάκεμα ενός ακόμα υποστηρικτή του ευνοιοκρατικού καπιταλισμού και της εθνοφυλετικής υπεροχής έχει όλο και περισσότερο ως κίνητρο τις επιταγές του νέου Ψυχρού Πολέμου».

Η Ινδία και το Ισραήλ γίνονται επίσης όλο και στενότεροι σύμμαχοι. Ένα εξαιρετικό βιβλίο του Αζάντ Έσα, το «Hostile Homelands: The New Alliance Between India and Israel» (Εχθρικές πατρίδες: Η νέα συμμαχία μεταξύ Ινδίας και Ισραήλ), εξετάζει το πώς τις τελευταίες δεκαετίες η σχέση μεταξύ Ινδίας και Ισραήλ έχει εξελιχθεί σε μια όλο και πιο  δομική, διπλωματική, στρατιωτική και οικονομική συμμαχία. Ο Γκαουτάμ Αντάνι, ένας από τους αγαπημένους δισεκατομμυριούχους του Μόντι, συμμετέχει σε μια κοινοπραξία με την ισραηλινή εταιρεία όπλων Elbit Systems και με αυτό τον τρόπο βοηθά στον εφοδιασμό των IDF με όπλα κατά τη διάρκεια της γενοκτονικής επίθεσης στη Γάζα.

Ο Έσα διερευνά επίσης τους τρόπους με τους οποίους μεγάλο μέρος της Ινδικής Διασποράς –προσβεβλημένης από ένα μολυσματικό στέλεχος ινδουιστικού εθνικισμού και λατρείας για τον Μόντι– μελετά συνειδητά τις ομάδες υποστήριξης και άσκησης πίεσης υπέρ του Σιωνισμού στις ΗΠΑ για να μάθει από αυτές.

Κάποιοι ακροδεξιοί στην Ινδία, όπως ο σχολιαστής Ανάντ Ρανγκαναθάν, διακηρύσσουν ανοιχτά ότι  «η Ινδία χρειάζεται μια Ισραηλινού τύπου λύση για το Κασμίρ». Με τον ίδιο τρόπο που οι κατηγορίες για αντισημιτισμό χρησιμοποιούνται κυνικά για να σταματήσουν την κριτική κατά του ισραηλινού κράτους, πρέπει να προετοιμαστούμε για να αντιμετωπίσουμε στις κραυγές περί «Ινδοφοβίας» όταν θα καταγγέλλουμε τα εγκλήματα του ινδικού κράτους.

Μη γελιέστε –ο αντίλαλος της εκεί πολιτικής θα φτάσει μέχρι εδώ. Ένας Καναδός ακτιβιστής Σιχ, ο Χαρντίπ Σινγκ Νιτζάρ, δολοφονήθηκε σε καναδικό έδαφος και η καναδική κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι είχε στη διάθεσή της πληροφορίες, οι οποίες  αποκάλυπταν την εμπλοκή του ινδικού κράτους.

Στις εκλογές του 2019 στο Ηνωμένο Βασίλειο, ομάδες που συνδέονται με το BJP επεδίωξαν ενεργά να υπονομεύσουν την προεκλογική εκστρατεία του Τζέρεμι Κόρμπιν και δεξιές οργανώσεις της Διασποράς υποχρέωσαν το Εργατικό Κόμμα να υπαναχωρήσει από την έκκλησή του να δοθεί στον λαό του Κασμίρ το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης. Καθώς το οικονομικό βάρος της Ινδίας και η διπλωματική της βαρύτητα στο παγκόσμιο στερέωμα αυξάνεται, γίνεται σημαντικό για τους απανταχού αριστερούς να αρχίσουν να ενημερώνονται για την ινδική πολιτική και για το πόσο σοβαρή απειλή αντιπροσωπεύουν το BJP και το RSS.

Τέσσερα μαθήματα από τις εκλογές

Πρώτον: οι πολιτικές απόψεις των ανθρώπων δεν είναι αμετάβλητες. Πολύς κόσμος, κι εγώ ανάμεσα τους, είχε πειστεί ότι ο υφέρπων ινδουιστικός φασισμός στην ινδική κοινωνία είχε γίνει ηγεμονικός, ως η «κοινή λογική» με την οποία οι άνθρωποι ερμηνεύουν τον κόσμο γύρω τους, και ότι θα έπρεπε να αντιλαμβανόμαστε τον αγώνα εναντίον του με όρους δεκαετιών.

Κατά μία έννοια πολλά από τα παραπάνω εξακολουθούν να ισχύουν. Ωστόσο, η απομάκρυνση από το BJP σε αυτές τις εκλογές δείχνει ότι οι απόψεις των ανθρώπων δεν είναι χαραγμένες στην πέτρα και ότι οι ισχυροί δεν είναι ποτέ τόσο κυρίαρχοι όσο φαίνονται. Αυτό δεν σημαίνει, φυσικά, ότι όλοι όσοι ψήφισαν την αντιπολίτευση άλλαξαν ξαφνικά γνώμη για τις μειονότητες ή εγκατέλειψαν τον ινδουιστικό εθνικισμό.

Ωστόσο, αποτελεί ένα σημαντικό μήνυμα για το τι μπορεί να επιτευχθεί εάν η πολιτική αντιπολίτευση οργανωθεί και θέσει επί τάπητος τους προβληματισμούς που αφορούν την επιβίωση, διαχωρίζοντας τον εαυτό της από εκείνους που βρίσκονται στην εξουσία αντί να προσπαθεί να τους μιμηθεί. Οι εκλογές δείχνουν επίσης ότι φαινομενικά ετοιμοθάνατα πολιτικά κόμματα, όπως το Κογκρέσο, έχουν περισσότερη ζωή μέσα τους από όση ίσως πίστευαν οι επικριτές τους (ξανά, κι εγώ ανάμεσά τους).

Το δεύτερο σημείο είναι ότι η ακροδεξιά –στην Ινδία, αλλά και στον κόσμο γενικότερα– είναι ένας ασταθής συνασπισμός, ακριβώς λόγω του συμβιβασμού που κάνει συχνά με τον νεοφιλελευθερισμό μόλις βρεθεί στην εξουσία. Επιδιώκει να κεφαλαιοποιήσει τις απογοητεύσεις των ανθρώπων και τα άγχη τους για τις υλικές συνθήκες διαβίωσης, αλλά επειδή πολύ συχνά προσκολλάται στο κεφάλαιο, δεν είναι σε θέση να αμφισβητήσει  θεμελιωδώς τις ριζικές αιτίες της οργής που επιδιώκει να εγκολπώσει. Η ανθεκτικότητα της κοινωνικής βάσης στήριξής της δεν θα πρέπει να θεωρείται δεδομένη.

Το τρίτο σημείο είναι ότι τα μαζικά κινήματα μπορούν να έχουν τεράστιο αντίκτυπο στην πολιτική κατάσταση σε οποιαδήποτε χώρα. Και μπορούν επίσης να αντικατοπτριστούν και στο εκλογικό σύστημα με ενδιαφέροντες τρόπους. Πολλά από τα κινήματα εναντίον του Μόντι δεν συνδέονταν ρητά με κανένα συγκεκριμένο πολιτικό κόμμα. Αλλά ήταν αυτά που άλλαξαν την πολιτική συζήτηση. Κάτι που καλό είναι να θυμόμαστε, και στο δικό μας πλαίσιο.

Το τέταρτο και τελευταίο σημείο είναι, ουσιαστικά, να θυμόμαστε το δεύτερο μισό της διάσημης ρήσης του Γκράμσι: την αισιοδοξία της βούλησης. Η απόγνωση που αισθανόταν πολύς κόσμος στο δρόμο προς αυτές τις εκλογές είναι δύσκολο να περιγραφεί. Όπως προανέφερα παραπάνω, πρέπει να έχουμε πάντα στο μυαλό μας κάποια από τα όρια που έχει αυτό το εκλογικό αποτέλεσμα. Παρόλα αυτά, ελπίζω ότι η αίσθηση της αγαλλίασης που τόσοι πολλοί από εμάς αισθανθήκαμε την ημέρα των εκλογών, όσο βραχύβια κι αν είναι αυτή, μπορεί να γίνει το καύσιμο που χρειαζόμαστε για να συνεχίσουμε τον αγώνα.

Ετικέτες