O Τσακαλώτος δεν θα μπορούσε να είναι πιο εύγλωττος και γλαφυρός. «Αν η αξιολόγηση πάει Μάιο – Ιούνιο, καήκαμε!», είπε ο υπουργός. Δεν προσδιόρισε βέβαια το μέγεθος της «φωτιάς», τους θύτες και τα θύματα, αλλά καθόρισε επακριβώς το χρονικό σημείο και το πλαίσιο που κινείται η χώρα, η κοινωνία και η συγκυβέρνηση.

Τα ελληνικά του δεν τον βοηθούν. Ο υπουργός Οικονομικών, Ευκλείδης Τσακαλώτος πέφτει συχνά σε λάθη, συντακτικά και γραμματικά. Αλλά οι δηλώσεις του στη Βουλή, κατά τη διάρκεια συζήτησης για την κύρωση Πράξεων Νομοθετικών Περιεχομένου του δήθεν «παράλληλου προγράμματος» δεν ανήκουν στη κατηγορία των λαθών ή της άγνοιας της ελληνικής γλώσσας. Βασικά, ο Τσακαλώτος δεν θα μπορούσε να είναι πιο εύγλωττος και γλαφυρός. «Αν η αξιολόγηση πάει Μάιο – Ιούνιο, καήκαμε!» είπε ο υπουργός. Δεν προσδιόρισε βέβαια το μέγεθος της «φωτιάς», τους θύτες και τα θύματα, αλλά καθόρισε επακριβώς το χρονικό σημείο και το πλαίσιο που κινείται η χώρα, η κοινωνία και η συγκυβέρνηση.

Καταρχάς, ο πρώτος πληθυντικός συνήθως χρησιμοποιείται και για λόγους σεμνότητας. Ο Τσακαλώτος θεωρεί ότι αν η αξιολόγηση πάει Μάιο – Ιούνιο, παίζει το δικό του (υπουργικό) κεφάλι και θα πληρώσει τα σπασμένα μιας αξιολόγησης που τραβάει σε μάκρος, χωρίς ορατό ή καλό φινάλε. Επομένως, ο υπουργός βλέπει να χάνει τον θώκο του και να γίνεται εξιλαστήριο θύμα της «ίδιας του της επιτυχίας», για να θυμηθούμε μια άλλη, αγαπημένη του έκφραση από το πρόσφατο τριτομνημονιακό παρελθόν. Η δεύτερη προσέγγιση ερμηνεύει τη δήλωση πιο «αποκεντρωτικά» και συλλογικά: Η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ έχοντας αυτοεγκλωβιστεί στις βολικές αυταπάτες του «τρίτου μνημονίου με ανθρώπινο πρόσωπο» , τις θεσιθηρίες και την παλαιοκομματική λογική της «εξουσίας για την εξουσία» βρίσκεται αντιμέτωπη με τα δικά της αδιέξοδα και τις συνέπειες της τυφλής και άνευ όρων υποταγής στα κελεύσματα των δανειστών.

Το δίμηνο των Μάη – Ιούνη είναι απολύτως κρίσιμο διότι η Ελλάδα καλείται να πληρώσει περίπου 6 δις τόκων και χρεολυσίων και φυσικά να αναχρηματοδοτήσει αυτές τις υποχρεώσεις. Κυρίως όμως, η συγκυβέρνηση παρατείνει διαρκώς στο άδηλο μέλλον την υλοποίηση της μέγιστης προσδοκίας, την οποία καλλιέργησε συστηματικά και προσωπικά ο Αλέξης Τσίπρας και αποτελεί και το τελευταίο φύλλο συκής του τριτομνημονιακού της βίου : Τη συζήτηση για το χρέος. Προσοχή, συζήτηση. Ουδέτερα, ανοικτά ως προς την έκβαση, αποστασιοποιημένα ως προς την πραγματική διεκδίκηση. Ούτε για απομείωση μιλάνε, ούτε – βέβαια... - για διαγραφή, ούτε καν για «αναδιαμόρφωση» ή διευθέτηση. Συζήτηση, και... βλέπουμε!

Όπως έχω ξαναγράψει στη φιλόξενη γωνιά του Rproject, η όλη κατάσταση αποκτά φαρσικά, ή καλύτερα τραγελαφικά, στοιχεία, θυμίζοντας μια κακή επανάληψη της περυσινής τραγωδίας της δήθεν επίπονης και επίμονης διαρκούς διαπραγμάτευσης με σκοπό την κατάργηση της λιτότητας αξιοποιώντας τις πρόσφατες επιταγές της δημοκρατίας και της λαϊκής βούλησης. Επειδή η κατάργηση της λιτότητας τελείωσε οριστικά για τον Αλέξη Τσίπρα και την κυβέρνηση του στις περιβόητες 17 ώρες -και για ορισμένα στελέχη της πρωθυπουργικής καμαρίλας πολύ νωρίτερα αν φυσικά υπήρξε ποτέ στην ατζέντα τους - έπρεπε να εφευρεθεί τάχιστα ένα νέο αφήγημα – σωσίβιο πολιτικής επιβίωσης στον πρωθυπουργικό αφρό: Το χρέος και η διευθέτηση του την οποία υποτίθεται ότι πήρε σαν αντάλλαγμα μετά τη συμφωνία της 13ης Ιουλίου. Είναι φανερό όμως ότι αυτή η νέα σημαία την οποία ανύψωσε ο ΣΥΡΙΖΑ και προσωπικά ο πρόεδρος του είναι απολύτως τρύπια και η έπαρσή της εξαρτάται από τις διαθέσεις των δανειστών και κυρίως τα νέα ανταλλάγματα δημοσιονομικής πειθαρχίας που απαιτούν ενόψει των συνεχών μεταθέσεων και αναβολών της «συζήτησης για το χρέος».

Κάπως έτσι οδεύουμε ολοταχώς σε ένα νέο Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα – Τέταρτο Μνημόνιο, το οποίο λογικά θα συνδυαστεί με μια ψήφιση – πακέτο του νέου Ασφαλιστικού και Φορολογικού. Για όποιον έχει αμφιβολίες μια αναδρομή στις κατά καιρούς δηλώσεις Σόιμπλε και τους χρόνους που επανέφερε το Βερολίνο όχι τη «συζήτηση για το χρέος», αλλά τη «συζήτηση για το (... αλά Σόιμπλε) Grexit» είναι πολύ διδακτική. Η γερμανική ευρωενωσιακή αυτοκρατορία επανέρχεται στο θέμα μονίμως όταν «οι αριθμοί δεν βγαίνουν» και «χρειάζονται και άλλα μέτρα, και άλλες περικοπές, και άλλες μειώσεις, και άλλες φιλοεπιχειρηματικές και φιλοτραπεζικές κινήσεις και άλλες ''αποπολιτικοποιήσεις'' του κράτους κοκ». Και με μια παυλοφική συνέπεια, το πειραματόζωο Ελλάδα υιοθετεί και εφαρμόζει και νέα μέτρα, και νέες περικοπές, και νέες φιλοεπιχειρηματικές και φιλοτραπεζικές κινήσεις και ''αποπολιτικοποιεί'' το κράτος κοκ, προκειμένου... να μείνει στο ευρώ!

Σε αυτό το κλίμα, ο Ευκλείδης – καήκαμε!- Τσακαλώτος προσδιορίζει άθελα του, την παρατεταμένη προεκλογική περίοδο, στην οποία έχει εισέλθει η χώρα, και ας την ξορκίζουν τα υπόγεια του Μεγάρου Μαξίμου, οι επιλεκτικές διαρροές και τα νον πέηπερς που γράφονται και αποστέλλονται με μεγάλη ταχύτητα. Παρεμπιπτόντως, τα υπόγεια, οι διαρροές και τα νον πέηπερς νουθετούν και τον ίδιο τον πρωθυπουργό και του δίνουν γραμμή; Γιατί τη «συζήτηση για πρόωρες εκλογές» άνοιξε ο ίδιος ο Αλέξης Τσίπρας προσδιορίζοντας ως απόλυτη προτεραιότητα διά χειλιών Παναγιώτη Κουρουμπλή, την εκπόνηση νέου εκλογικού νόμου με τη γνωστή όμως εξαίρεση: Οι εκλογές έως τον Ιούλιο του 2016 θα γίνουν με λίστα – και ο νοών, νοείτω...

Έχουμε λοιπόν τα εξής κρατούμενα : 1) Το κρίσιμο δίμηνο Μάη – Ιούνη, στο οποίο δεν πρέπει με τίποτα να παραταθεί η αξιολόγηση γιατί... καήκαμε! 2) Ότι αν γίνουν εκλογές έως τον Ιούλη, θα γίνουν -ξανά... - με λίστα, είτε υπάρξει είτε όχι νέος εκλογικός νόμος. 3) Ότι υπάρχουν ανοικτές, μισάνοιχτες ή αραχνιασμένες τρεις παράλληλες «συζητήσεις», η «συζήτηση για το χρέος», η «συζήτηση για το (...αλά Σόιμπλε) Grexit» και η «συζήτηση για πρόωρες εκλογές» καθώς και μια νέα προσθήκη, η «συζήτηση για την τύχη των προσφύγων στην Ελλάδα και την Ευρώπη», για την οποία χρειάζεται ξεχωριστό σημείωμα σύντομα.

Συμπτωματικά(;), οι τρεις παράλληλες «συζητήσεις» είχαν βρεθεί σε αντίστοιχες τροχιές και τον Οκτώβρη – Νοέμβρη του 2011 και το φθινόπωρο του 2014 και απέδωσαν συγκεκριμένα, ιστορικά και πολιτικά αποτελέσματα. Στην πρώτη περίπτωση, την πρωτοφανή ως προς τον τρόπο, τις μεθοδεύσεις, το παρασκήνιο και το προσκήνιο αντικατάσταση της κυβέρνησης Παπανδρέου με την κυβέρνηση Παπαδήμου (με συνέργεια, μάλιστα του ίδιου του τότε πρωθυπουργού που είχε πάρει... ψήφο εμπιστοσύνης!), το περιβόητο PSI, που βύθισε ταμεία και μικροομολογιούχους, τα (με το στανιό και τον μνημονιακό βούρδουλα) πρωτογενή πλεονάσματα λόγω απολύσεων και στάσης πληρωμών του δημοσίου, την άρον – άρον πρόταση προεδρικής εκλογής στο πρόσωπο του Σταύρου Δήμα, το μέηλ Χαρδούβελη και άλλα πολλά...

Κάτω από αυτό το πρίσμα, ο Τσίπρας καλείται να απαντήσει στο δίλημμα που ο ίδιος έθεσε, σύμφωνα με τη μαρτυρία της, ενώπιον της τότε Προέδρου της Βουλής, Ζωής Κωνσταντοπούλου, και το οποίο δεν έχει διαψεύσει ακόμη – άρα, όντως το έθεσε. Τα μέτρα του τρίτου μνημονίου και του επερχόμενου Μεσοπρόθεσμου Προγράμματος – Τέταρτου Μνημονίου, πώς περνάνε από τη Βουλή; Με δικτατορία ή με μια κυβέρνηση ειδικού σκοπού (...αλά Παπαδήμος); Η απάντηση του πρωθυπουργού έχει ανελαστικό, χρονικό ορίζοντα. Όχι τίποτα άλλο, «καίγεται» να την μάθει και ο Τσακαλώτος...