Η συμφωνία ΕΕ-Τουρκίας για το προσφυγικό, μια συμφωνία με την οποία διαφωνεί ο ΟΗΕ και πολλές ακόμα διεθνείς οργανώσεις, δημιουργεί πολλαπλές εστίες εξαίρεσης.

Όπως έχουμε σημειώσει και παλαιότερα, οι καταστάσεις εξαίρεσης τείνουν να παγιώνονται και να γενικεύονται. Αν ανεχτούμε την κατάφωρη παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Ειδομένη, στη Ριτσώνα, στο Κουτσόχερο, στην Κατσικά, στη συντριπτική πλειοψηφία των «χώρων υποδοχής», κινδυνεύουμε να περάσουμε στον περαιτέρω περιορισμό και των δικών μας δημοκρατικών, ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων. Ισχύει βεβαίως και το αντίστροφο: Ό,τι κερδίζουμε για τους πρόσφυγες και τους μετανάστες αποτελεί κατάκτηση για όλους μας.

Οι «χώροι υποδοχής» ποικίλουν και θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για τέσσερις ή πέντε ταχύτητες διαχείρισης των προσφύγων και μεταναστών, που αντανακλούν τις διαφορετικές πολιτικές στρατηγικές των εμπλεκόμενων αρχών και φορέων, αλλά και το μετέωρο βήμα της ελληνικής κοινωνίας μεταξύ πολιτισμού και βαρβαρότητας. Η εικόνα χάους δεν αφορά μόνο την καθημερινότητα στους ίδιους τους «χώρους υποδοχής», ταυτοποίησης,  ταξινόμησης, κράτησης, περιορισμού και ελέγχου, αλλά και το γενικότερο σχέδιο.

Έχουμε τα hot spots που είναι πλέον κλειστές δομές, έχουμε τις κλειστές δομές που υπήρχαν ήδη, όπως η γνωστή σε όλους μας Αμυγδαλέζα, έχουμε την Ειδομένη ως άναρχο συμβολικό τόπο «αποτροπής», έχουμε τα διάφορα «ανοιχτά» ή ημι-ανοιχτά στρατόπεδα και καταυλισμούς, έχουμε την περιορισμένη χρήση γηπέδων ή κοινωνικών ιδρυμάτων και έχουμε και τη διακηρυγμένη βούληση εύρεσης κατοικιών για έναν ακόμη πιο περιορισμένο αριθμό ανθρώπων, όπου βεβαίως περισσεύουν τα πρακτικά προβλήματα και οι καθυστερήσεις. Θα μπορούσαμε όμως όλα αυτά να επιχειρήσουμε να τα κατατάξουμε σε δύο κατηγορίες: τους χώρους που είναι υπό τον έλεγχο του στρατού και της αστυνομίας, δηλαδή υπό τον άμεσο έλεγχο κατασταλτικών κρατικών μηχανισμών,  και αυτούς που δεν είναι.

Καθόλου τυχαία, η γραμμή αυτή διαχωρίζει ταυτόχρονα τους χώρους που είναι βιώσιμοι από αυτούς που δεν είναι βιώσιμοι. Όταν δεν πρόκειται για κοντέινερ, περιφραγμένα με συρματόπλεγμα ή όχι, που κανονικά προορίζονται για τη φύλαξη και μεταφορά εμπορευμάτων και όχι για διαβίωση, πρόκειται για λασποπετρότοπους με κοινό χαρακτηριστικό την απόσταση από τα αστικά κέντρα, μια επιλογή οικιστικής καταστολής και γκετοποίησης, πολιτική κοινωνικού υγιεινισμού, που επιβάλλεται να ανατραπεί άμεσα. Απουσιάζουν βασικές υποδομές, το τρεχούμενο νερό, το ρεύμα, στεγνό έδαφος, η θέρμανση, αλλά και είδη πρώτης ανάγκης, ζεστό φαγητό, ζεστά ρούχα και κουβέρτες. Η δε διανομή αγαθών πρώτης ανάγκης, ακόμη και όταν τα προσφέρουν αλληλέγγυοι, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την καλή θέληση του διοικητή και αρκετές φορές είδαμε ρούχα και κουβέρτες να σαπίζουν βρεγμένα σε κάποια γωνία.

Απουσιάζει επίσης η ενημέρωση, η επικοινωνία, το αίσθημα ασφάλειας. Συχνά οι πρόσφυγες δεν γνωρίζουν ούτε πού βρίσκονται, γιατί κανείς δεν τους ενημέρωσε και, όταν το μαθαίνουν, επιχειρούν να φύγουν ή όταν τους μετακινούν, πανικοβάλλονται. Δεν υπάρχουν μεταφραστές και έχει καταγγελθεί ότι στην Κατσικά Ιωαννίνων η αστυνομία δεν επέτρεψε στους μεταφραστές να χρησιμοποιήσουν τα μικρόφωνα.

Για γιατρούς, ψυχολόγους, παιδαγωγούς και άλλους ειδικούς, αναγκαίους για έναν πληθυσμό που έχει βιώσει τον πόλεμο, τρομαχτικές κακουχίες, απώλεια αγαπημένων προσώπων, χωρισμό από την οικογένεια κλπ, φυσικά δεν γίνεται λόγος. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες εξαθλίωσης και αυθαιρεσίας δεν είναι παράξενο που είχαμε απεργίες πείνας, απόπειρες αυτοπυρπόλησης, πορείες διαμαρτυρίας, προσπάθειες για φυγή με κάθε τρόπο.

Εάν υπήρχε κάτι που να υποδεικνύει ότι η κατάσταση θα αποκλιμακωθεί σύντομα, θα μπορούσαμε ίσως να ελπίσουμε σε βαθμιαία προσαρμογή των κρατικών δομών και υπηρεσιών στις νέες ανάγκες και σταδιακή βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης κάτω από την πίεση της κοινωνίας και των διεθνών οργανισμών. Όμως όλα δείχνουν ότι η κατάσταση θα επιδεινωθεί. Η φυγή από τον πόλεμο και την εξαθλίωση δεν σταματάει με διατάγματα. Αντιθέτως η διαδικασία που προβλέπεται από τη νέα συμφωνία είναι τέτοια, ώστε το πιθανότερο είναι να οδηγηθεί σε απόλυτο αδιέξοδο. Ειδικά αν οι πρόσφυγες αποφασίσουν να κάνουν αιτήσεις ασύλου στην Ελλάδα για να αποφύγουν τις απελάσεις, εκατοντάδες χιλιάδες θα εγκλωβιστούν σε χρονοβόρες διαδικασίες, καθώς η ελληνική Υπηρεσία Ασύλου είναι εντελώς ανέτοιμη.

Με τη βελτίωση του καιρού επίσης, θα ενταθεί εκ νέου η προσπάθεια των προσφύγων να περάσουν τα σύνορα, προσπάθεια που δεν μπορούν να σταματήσουν οι φρεγάτες του ΝΑΤΟ. Ίσως αυτός να είναι ο λόγος που ο Μουζάλας προειδοποιεί ήδη για επιβολή κατάστασης έκτακτης ανάγκης. Ίσως πάλι να το κάνει γιατί η πολιτική επιστράτευση με αφορμή το προσφυγικό είναι ένας πολύ καλός τρόπος να κατασταλούν οι κοινωνικές αντιστάσεις στις ολοένα και εφιαλτικότερες μνημονιακές πολιτικές. Ίσως και για τα δύο.

Είναι καθήκον της Αριστεράς να επιχειρήσει να αποτρέψει τη στρατιωτικοποίηση του προσφυγικού και τη συνακόλουθη στρατιωτικοποίηση της ελληνικής κοινωνίας. Η δημιουργία στρατοπέδων για εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους δεύτερης κατηγορίας, υπό στρατιωτικό και αστυνομικό έλεγχο, στο έλεος των κυκλωμάτων και της προσοδοφόρας αλλά και αναποτελεσματικής –ενίοτε καταστροφικής– φιλανθρωπίας των ΜΚΟ, είναι εξέλιξη που θα σημαδέψει την ελληνική κοινωνία σε βάθος χρόνου, εκτρέφοντας τη γραφειοκρατία, την ισχύ της στρατιωτικής έναντι της πολιτικής διοίκησης, το παρακράτος και τη μαφία.

Στην κατεύθυνση αυτή δεν αρκούν τα συνηθισμένα πολιτικά αιτήματα, που πολύ σωστά διατυπώνονται: Ανοιχτά σύνορα, στέγαση εντός του αστικού ιστού, άσυλο και χαρτιά, κανένα στρατόπεδο συγκέντρωσης, καμιά απέλαση. Χρειάζεται επίσης να προχωρήσουμε στην οργάνωση της ζωής, αλλά και της αντίστασης, να διαφοροποιηθούμε από το βλέμμα του κράτους και να δούμε τους πρόσφυγες με το βλέμμα της Αριστεράς, ως εν δυνάμει υποκείμενο.

Η αλλαγή αυτή οπτικής δεν είναι αφηρημένη. Σημαίνει ότι οφείλουμε να προτείνουμε, να ενθαρρύνουμε και να αναγνωρίσουμε έμπρακτα κάθε διαδικασία ανάδειξης εκπροσώπων, κάθε προσπάθεια αυτοδιαχείρισης, κάθε ενέργεια συλλογικής στάσης των ίδιων των προσφύγων απέναντι στο πρόβλημα. Ανάμεσα στις δύο λύσεις που προωθούνται από το κράτος, την πραγμοποίηση των προσφύγων σε ανώνυμες μάζες του αόρατου περιθωρίου και την εξατομίκευση του προβλήματος με ακραία νεοφιλελεύθερους και κυνικά ταξικούς διαχωρισμούς, όπως την πρόταση Μάρδα για ευνοϊκή μεταχείριση των προσφύγων που μπορούν να «επενδύσουν», υπάρχει ο δρόμος της συλλογικής αντίστασης, διεκδίκησης και δημιουργίας.

Μέσα από τη συλλογικότητα, οι πρόσφυγες θα αποχτήσουν δική τους φωνή και θα αποτελέσουν το ουσιαστικότερο κομμάτι της λύσης. Κανένας εξωτερικός παρατηρητής, ούτε το κράτος, ούτε οι ΜΚΟ, ούτε κι εμείς ακόμη, όσο καλές προθέσεις και να υπάρχουν, δεν μπορεί να γνωρίζει τα προβλήματα και τις λύσεις τόσο καλά όσο οι ίδιοι οι πρόσφυγες. Ως συνήθως, το πιο σημαντικό κομμάτι της απάντησης είναι μάλλον η συλλογικότητα, η συμμετοχή, η δημοκρατία. Και κάπου εδώ τα προβλήματά μας συναντώνται.

Ετικέτες